Το τελευταίο χάδι
Το κορίτσι
Μεσημεράκι χθες έπλενα τη βεράντα. Τα νερά μούσκεψαν μια μέλισσα που έτυχε να περπατά στοέδαφος. Δεν την είδα και την πλήγωσα με τη σκούπα. Χαροπάλευε μες στα νερά. Χωρίς να χάσω καιρό, άρπαξα ένα φαράσι και με χειρουργικές κινήσεις την τοποθέτησα κάπου ψηλά, σε ένα στεγανό.
Τη χάιδεψα απαλά, ίσως αυτός ήταν ο τρόπος μου να της ζητήσω συγγνώμη. Κι ύστερα, άρχισα να φυσάω τα φτερά της να στεγνώσουν. Στιγμές ήταν ακίνητη και μετά αναθάρρευε. Πάλευε για τη ζωή της. Μαζί της πάλευα κι εγώ γεμάτη ενοχές.
Πήγα στην κουζίνα και πήρα ένα βάζο με μέλι. Έβαλα λίγο στο δάκτυλό μου και έτρεξα πάλι κοντά της. Πλησίασα με προσοχή. Έβαλα το δάκτυλό μου κοντά στο κεφάλι της και περίμενα. Σε λίγο αναθάρρεψε ξανά. Άρχισε να γλείφει το μέλι από το δάκτυλό μου.
Την επόμενη στιγμή έπεσε από το στεγανό κι άρχισε ζαλισμένη να περπατά πέρα-δώθε στο τσιμέντο. Περπάτησε λίγη ώρα κι όταν σταθεροποιήθηκε, έκανε προσπάθειες να πετάξει. Σηκωνόταν από το έδαφος και μετά έπεφτε. Και ξανά από την αρχή. Ώσπου στο τέλος ανέβηκε σεένα πεζούλι, στάθηκε λίγη ώρα σαν να ζύγιζε τις δυνάμεις της και ύστερα πέταξε μακριά. Μαζί της «πέταξε» κι η καρδιά μου.
Η μέλισσα
Επιτέλους πετάω. Ένιωθα τόσο βαριά τα φτερά μου, νόμιζα ότι θα μείνω για πάντα σε εκείνη την αυλή. Εκείνο το κορίτσι με έσωσε. Μου φύσηξε τα φτερά. Με χάιδεψε. Μου έδωσε μέλι. Δεν έχω ξανανιώσει ποτέ έτσι. Η δικιά μου μαμά δε με χαϊδεύει ποτέ. Ούτε με ταΐζει. Το μόνο που τη νοιάζει είναι να της φέρνουμε φαγητό εγώ και οι αδελφές μου.
Με λένε Μελίντα και ζω σε ένα ρετιρέ κοντά στην αυλή του κοριτσιού. Κάθε μέρα πετάω χιλιόμετρα για να βρω γύρη για τη μητέρα μου.
Την επόμενη μέρα αποφάσισα να επισκεφτώ το κορίτσι. Καθόταν στην αυλή και κάτι έπινε. Νέκταρ; Κάθισα πάνω στο τραπεζάκι που ήταν δίπλα της για να με δει. Θα με γνώριζε; Ήθελα τόσο πολύ να με χαϊδέψει. Μα εκείνη δε μου έδωσε καμία σημασία. Διάβαζε ένα βιβλίο. Ώσπου βαρέθηκα κι έφυγα.
Άφησα να περάσουν λίγες μέρες και ξαναπήγα. Η αυλή ήταν άδεια. Απογοητευμένη, αποφάσισα να ρίξω μια ματιά μέσα στο σπίτι. Πλησίασα το τζάμι και την είδα. Ήταν μέσα και κοιμόταν. Τρύπωσα από μια σχισμή, μπήκα μέσα και προσγειώθηκα στο στήθος της. Μοσχοβολούσε χιλιάδες αρώματα από λουλούδια. Ένιωθα πολύ όμορφα να ξεκουράζομαι πάνω της.
Τότε ήρθε στα ρουθούνια μου μια έντονη μυρωδιά. Πέταξα στο άλλο δωμάτιο και είδα ένα μικρό μεταλλικό δοχείο πάνω στην κουζίνα. Είχε πιάσει φωτιά. Ήξερα τι ήταν αυτές οι φλόγες. Η μαμά μας έλεγε ότι πρέπει να τις αποφεύγουμε. Αλλιώς θα πεθάνουμε.
Το κορίτσι συνέχιζε να κοιμάται. Οι φλόγες φούντωναν και ο καπνός πύκνωνε. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Πέταξα κοντά της. Πλησίασα το πρόσωπό της ζουζουνίζοντας, χώθηκα στα ρουθούνια της κι άρχισα να τη γαργαλάω. Το κορίτσι δεν ξυπνούσε.
Οι φλόγες πλησίαζαν στο δωμάτιό της, θα πέθαινε. Τότε, έβαλα όση δύναμη είχα στα πόδια μου και προσπάθησα να ανοίξω τα βλέφαρά της. Κανένα αποτέλεσμα. Δεν άνοιγαν.
Πανικοβλήθηκα. Δεν είχα άλλο χρόνο. Έπρεπε κάτι να κάνω. Και τότε το αποφάσισα. Πέταξα λίγο ψηλά από το πρόσωπό της, πήρα φόρα και έχωσα με δύναμη το κεντρί μου στο μάγουλό της.
Η αζαλέα
Η τσιμπιά ήταν τόσο δυνατή που το κορίτσι πετάχτηκε. Με τρόμο είδε ότι το δωμάτιό της είχε γεμίσει καπνό. Άρπαξε το κινητό της που το είχε δίπλα της και βγήκε τρέχοντας στην αυλή. Σχημάτισε τον αριθμό της Πυροσβεστικής.
Οι ζημιές ήταν μεγάλες. Το κορίτσι καθόταν στην αυλή λυπημένο. Γύρω της οι φίλοι της προσπαθούσαν να τη συνεφέρουν. Δεν μπορούσε να μείνει εκεί για την ώρα. Έπρεπε να αποκατασταθούν οι ζημιές.
Πριν φύγει, αποφάσισε να πάρει λίγα ρούχα από την ντουλάπα του δωματίου της. Ήταν το μόνο που είχε σωθεί. Περνώντας δίπλα από το κρεβάτι της, το βλέμμα της έπεσε σε μια μέλισσα. Ήταν ακριβώς δίπλα στο προσκέφαλό της. Πλησίασε και την κοίταξε. Δεν κουνιόταν. Της φύσηξε τα φτερά. Τίποτα. Τη χάιδεψε. Καμία απόκριση. Η μέλισσα είχε πεθάνει. Και τότε το κορίτσι θυμήθηκε τη μέλισσα που είχε σώσει τις προάλλες. Της ήταν δύσκολο να το πιστέψει. Είναι δυνατόν να είναι η ίδια;
Και τότε κατάλαβε. Η μέλισσα την τσίμπησε για να τη σώσει. Και το πλήρωσε με τη ζωή της. Το πρόσωπό της γέμισε με δάκρυα. Άνοιξε την ντουλάπα της και πήρε ένα μεταξωτό μαντήλι. Με κινήσεις ευλαβικές τύλιξε με το μαντήλι τη μέλισσα και βγήκε έξω.
Γονάτισε δίπλα στην αγαπημένη της αζαλέα. Με το ένα χέρι κρατούσε το μαντήλι και με το άλλο άρχισε με ένα μικρό φτυαράκι να σκάβει το χώμα. Μάταια οι φίλοι της προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Εκείνη σαν αλλοπαρμένη, με τα δάκρυα να τρέχουν στα μάτια της, συνέχιζε να σκάβει. Τοποθέτησε το μαντηλάκι στο χώμα, το άνοιξε για λίγο και της έδωσε ένα τελευταίο χάδι.
Τέλος
Διαβάστε επίσης:

