Οι Ιστορίες της Έλις Σεζόν 2
Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Μου αρέσει όταν βρισκόμαστε με τη γιαγιά στην κουφάλα. Τώρα που έχει κρύο, καθόμαστε πλάι πλάι και ζεσταίνουμε η μία την άλλη. Κάποιες φορές μένουμε στο άνοιγμα και χαζεύουμε ό,τι γίνεται έξω από τη φωλιά μας. Άλλες φορές η γιαγιά μου λέει τις όμορφες ιστορίες για τους προγόνους μου κι άλλες τη ρωτάω πράγματα που είδα ή άκουσα και μου έκαναν εντύπωση!
«Γιαγιά», της νιαούρισα. «Πιστεύεις ότι υπάρχει πιθανότητα να γίνουμε οι γάτες το κυρίαρχο είδος του πλανήτη;»
«Πού το άκουσες αυτό πάλι;»
«Το έλεγαν κάτι τύποι στην ταβέρνα»
«Και τι έλεγαν δηλαδή;»
«Ο ένας με κοίταζε την ώρα που πλενόμουν και σχολίαζε ότι τον ανατριχιάζουν οι γάτες».
«Επειδή είμαστε καθαρές;» ρώτησε η γιαγιά μου.
«Όχι, υπάρχει μια θεωρία ότι θέλουμε να κυριαρχήσουμε τον κόσμο. Μα γιαγιά, δεν είμαστε ήδη κυρίαρχοι του κόσμου;» την ρώτησα με ειλικρινή απορία.
«Όχι με τον τρόπο που το θεωρούν οι άνθρωποι».
Περίμενα να μου μιλήσει, κι επειδή δε μου αρέσει να μην ξέρω τι σκέφτεται την ξαναρώτησα. «Λοιπόν;»
«Έλι μου, όσο χαριτωμένοι κι αν είναι κάποιοι από αυτούς, οι άνθρωποι είναι κυρίαρχοι στην ανοησία. Τα πάντα τα θεωρούν απειλή, τις γάτες, τα ρομπότ, την τεχνητή νοημοσύνη. Όλα έρχονται, στο μυαλό τους, να τους εκθρονίσουν και να τους αντικαταστήσουν».
Έμεινε να κοιτάζει έξω τη βροχή, που είχε αρχίσει να αιωρείται σαν ασημένια κλωστή κρεμασμένη από τον ουρανό.
«Οι άνθρωποι φοβούνται και τη σκιά τους, και δεν καταλαβαίνουν ότι το μόνο που βάζει σε κίνδυνο την ανθρωπότητα και τον πλανήτη ολόκληρο είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι, με την αλαζονεία και την απληστία τους».
Δεν είχα κάτι να απαντήσω σε αυτό που είχε πει η γιαγια μου. Η αλήθεια είναι ότι έχω γνωρίσει αρκετούς από το ανθρώπινο είδος. Άλλοι φαίνονται πολύ συμπαθητικοί, αλλά κάποιοι άλλοι όχι.
«Όμως γιαγια, αν κυριαρχούσαμε εμείς οι γάτες, πώς θα ήταν ο κόσμος;»
«Το πρόβλημα Έλι μου ξεκινάειαπό την κυριαρχεία. Αν κάποιος θέλει να κυριαρχήσει, θέλει να το κάνει εις βάρος άλλων. Οπότε τα πράγματα ποτέ δεν πάνε καλά όταν αρχίζουν τέτοιου είδους παιχνίδια».
«Γιαγια είσαι πολύ σοφή, γι’ αυτό είσαι και γιαγιά».
«Δεν είμαι τόσο μεγάλη όσο με θεωρείς Έλι. Σε πληροφορώ ότι η μπογιά μου περνάει ακόμη». Δεν έδωσα σημασία στο άσχετο σχόλιο της γιαγιάς Αντιγόνη, δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά τα πράγματα, και συνέχισα με αυτό που με απασχολούσε.
«Ναι, αλλά γιαγιά, πώς θα ήταν ο κόσμος αν...»
Η γιαγιά γατομειδίασε κι αποφάσισε να μου κάνει το χατήρι.
«Εσύ να μου πεις Έλι, πώς θα ήταν ο πλανήτης αν κυριαρχούσαμε οι γάτες».
«Δεν ξέρω!» απάντησα δειλά. «Αρχικά θα ήταν υπέροχο να έχει ησυχία. Να μην υπάρχουν μηχανήματα που σκορπάνε το θόρυβο τους και δεν αφήνουν μια γάτα να ησυχάσει, να κοιμηθεί, να κάτσει αραχτή και να ρεμβάσει».
«Ναι, κι εμένα μου ακούγεται πολύ ωραίο αυτό».
«Μετά θα μπορούσαν να μαζεύουν λίγο τα πόδια τους οι ρέμπελοι. Δε μου αρέσει ούτε να με κλωτσάνε, ούτε να με πατάνε και φυσικά ούτε να παίζω κυνηγητό με τους ανθρώπους. Ποτέ δεν ξέρεις πού θα καταλήξει αν ξεκινήσει αυτό το παιχνίδι».
«Και σε αυτό θα συμφωνήσω».
«Θα ήθελα να είναι καθαρά, να μην υπάρχουν σκουπίδια έξω από το σπίτι μου και γενικά στα μέρη που συχνάζω».
«Και πώς θα περνούσε το χρόνο του το κυρίαρχο γατίσιο είδος;»
«Τρία πράγματα είναι το απόσταγμα της ευτυχίας: Ύπνος, παιχνίδι, ρεμβασμός».
«Κρίμα να μην είμαστε το κυρίαρχο είδος», παραδέχτηκε και η γιαγιά και μείναμε να ρεμβάζουμε κοιτάζοντας άπειρες ασημί κλωστές να αιωρούνται από τον ουρανό και χορεύοντας να ακουμπάνε στην άσφαλτο και να την ξεπλένουν.
«Ο κόσμος θα ήταν ένα όμορφος χάος», μουρμούρισα καθώς με έπαιρνε το γλυκοΰπνι.
ΟΜΟΡΦΟ ΧΑΟΣ
Ο μαύρος θηλυκός ιαγουάρος ξαπλωμένος πάνω σε ένα κλαδί παραφυλάει το θήραμα του. Το άλσος ήταν αρκετά πυκνό, ο ήλιος σχεδόν δεν καταφέρνει να διαπεράσει τα καταπράσινα φύλλα, που έχουν πάνω τους τη δροσιά της νύχτας. Είναι εύκολο για τον θηλυκό ιαγουάρο να παραμείνει κρυμμένος λόγω του χαμηλού φωτός. Στο άλσος βρίσκουν πολλά πλάσματα άσυλο, που για τον ιαγουάρο αποτελούν την τροφή του. Το μάτι σου μπορεί να μην το πιάνει, φαίνεται μικρόσωμος, μα είναι σβέλτος, θαρραλέος, δυνατός και έξυπνος. Χαρίσματα που είναι παραπάνω από απαραίτητα αν θέλει κάποιος να επιβιώσει και να είναι κυρίαρχος.
Η αποψίλωση των δασών από τη μία και το δέρμα τους που αποτέλεσε για δεκαετίες ακριβό αγαθό για κάποιους παλαβούς και δίχως ίχνος σεβασμού, ήθελαν να το αποκτήσουν, είχαν μετατρέψει τους ιαγουάρους σε είδος προς εξαφάνιση. Όμως εκείνοι κατάφεραν να μετατρέψουν το παιχνίδι και πλέον οι ιαγουάροι ανήκουν στα κυρίαρχα είδη. Αφού έφαγαν όλους τους ενοχλητικούς ανθρώπους, αν και κανείς δεν περίμενε ότι θα ήταν τόσοι πολλοί ώστε να έχουν φαΐ για δεκαετίες, ανθρώπους που έσπερναν τα δεινά και τη φρίκη σε ολόκληρο τον πλανήτη, επέτρεψαν στους υπόλοιπους να ζήσουν. Μία ήταν η απαίτησή τους, λογική και σύνεση, μα αποφάσισαν να προσθέσουν και τον σεβασμό, ύστερα από απαίτηση ενός γέρου ιαγουάρου. Αν δε σέβεσαι δεν υπάρχει ελπίδα για τίποτα και για κανέναν, είχε αποφανθεί το σοφό αιλουροειδές.
Πολλοί από το είδος του είχαν βολευτεί στα αρχοντικά των ανθρώπων και περίμεναν να τους σερβιριστούν τα πάντα, όμως ο θηλυκός ιαγουάρος δεν ήθελε να γίνει μαλθακός, δεν του άρεσαν οι ευκολίες, δεν ήταν αυτό που τον πρόσταζε η φύση του. Έτσι κάθε μέρα έβγαινε για κυνήγι και προπόνηση. Τα μάτια του, το ένα βαθύ πράσινο, σαν τα φύλλα των δέντρων και το άλλο μπλε, σαν τα κύματα της θάλασσας, κλείδωσαν πάνω στο θήραμά του, οι μύες του κινήθηκαν κάτω από το δέρμα του. Ο θηλυκός όμορφος ιαγουάρος έδωσε σάλτο και βρέθηκε πάνω στον ποντικό.
Μια στιγμή... Ποντικό; Τρώνε ποντικό οι Ιαγουάροι; Για να χορτάσει ένα ζώο του μεγέθους του χρειάζεται σούβλα με ποντικούς. Ας πάμε πίσω λίγο το πλάνο. Μάλιστα, έτσι εξηγείται. Δεν είναι Ιαγουάρος, δηλαδή είναι κατά κάποιο τρόπο, γιατί το όνομα αυτής της μαύρης γάτας, είναι Ιαγουάρος. Ε ναι, σε αυτή την περίπτωση κάτι θα της κάνει ένας ποντικός.
Αφού τελείωσε με το γεύμα της αποφάσισε να βγει από το αλσύλλιο. Θα έκανε μια βόλτα στην παλιά πόλη, όσο οι άνθρωποι άρχισαν να απουσιάζουν και να λιγοστεύουν, τα τσιμέντα άρχισαν να φθείρονται και η φύση να παίρνει και πάλι το πάνω χέρι. Πλέον δεν υπήρχε κάποιος να την περιορίσει, αλλά ακόμη και οι επιζήσαντες, αποφάσισαν να ζήσουν σύμφωνα με τη φύση και να αφήσουν στην άκρη την απληστία. Δεκαετίες έπειτα είχαν προσαρμοστεί απόλυτα, γιατί όποιος δεν προσαρμόζεται, ξέρεται πολύ καλά τι του συμβαίνει. Μην τα ξαναλέμε τώρα.
Όπως η Ιαγουάρος και άλλες γάτες είχαν βγει τη βόλτα τους. Κάποιες έπαιζαν στις παιδικές χαρές, προσπαθώντας να ανέβουν ανάποδα, τρέχοντας στις τσουλήθρες και έπειτα αφήνονταν να γλιστρήσουν πάλι για να προσπαθήσουν δυο λεπτά αργότερα να κάνουν το ίδιο. Άλλες σκαρφάλωναν δέντρα, άλλες άραζαν πάνω σε κούνιες, παγκάκια, αλλά κι απλά στο χορτάρι. Μια παρέα πάνω σε ένα πεζούλι έπαιζε με βοτσαλάκια, σπρώχνοντάς τα να πέσουν από κάτω. Οι γάτες και η μανία τους με τη βαρύτητα, σκέφτηκε η Ιαγουάρος, καθώς τις προσπερνούσε. Από ένα στενό βγήκε ένα γάτος που ήταν λες και τον είχε δαγκώσει βρικόλακας. Ολόκληρο κομμάτι κρέας του έλειπε από τον λαιμό. Ακόμη και οι γάτες είναι πολεμοχαρείς. Δεν λείπουν οι γατοκαυγάδες. Όμως και πάλι, δεν προκαλούμε τα δεινά που έχει προκαλέσει η ανθρωπότητα. Δεν είμαστε όλο ράβε ξήλωνε. Από τη μία τέχνη από την άλλη πόλεμοι.
Κουρασμένη από τον περίπατο και τις σκέψεις της πήγε στο κοινόβιο που ζούσε. Παντού γάτες, άλλες έπαιζαν, άλλες άραζαν, άλλες απλά κοιμόνταν. Βρήκε μια ελεύθερη γωνιά και κάθισε. Τώρα οι γάτες και τα αιλουροειδή είναι κυρίαρχα, παλιά αρκούσε η αγάπη ενός ανθρώπου για να είσαι παντοκράτορας στο μικρό σου βασίλειο. Βέβαια δεν είχαν όλες οι γάτες την τύχη να βρουν έναν άνθρωπο, και επιπλέον όσες είχαν βρει τον άνθρωπό τους, εκείνος ήταν που τους όριζε τη ζωή. Τη διατροφή, το μέρος που θα μείνουν, τη στείρωση, τα εμβόλια και τις επισκέψεις στο γιατρό. Είχε βελτιώσει τη ζωή τους, αλλά όχι τη δική του. Τους είχε προσφέρει αγάπη και φροντίδα. Αλλά και πάλι όχι όλοι. Δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι άξιοι για κυρίαρχοι. Και οι γάτες ήξεραν ποιοι ήταν αξιόλογοι και ποιοι όχι, μπορούσαν να καταλάβουν την καλοσύνη ακόμη κι αν κάποιος δεν ήταν γατόφιλος, όπως επίσης μπορούσαν να καταλάβουν μια πονηρή ύπαρξη ακόμη κι αν αγαπούσε τις γάτες.
Η Ιαγουάρος πρόσεξε μια λευκή ψιψίνα να δίνει σάλτο να ανέβει σε ένα παταράκι, στερεωμένο στον τοίχο, όμως αυτό είχε αρχίσει να ξεχαρβαλώνεται και έτσι έφυγε από τη θέση του. Με την επίδοξη ψιψίνα να κάνει σερφινγκ στον αέρα πριν σκάσει κάτω με παταγώδη θόρυβο, αλλού αυτή αλλού το ξύλο.
«Υπέροχα, αρχίσαμε!» μουρμούρισε η Ιαγουάρος, ενώ γύρω της οι υπόλοιπες γάτες άρχισαν να τρέχουν σαν τρελές, προς κάθε κατεύθυνση. Δυο συγκρούστηκαν πάνω στον πανικό μεταξύ τους και άρχισαν να μαλώνουν. Η Ιαγουάρος σηκώθηκε κουρασμένη και προσεχτικά πήρε τον δρόμο να βγει από το δωμάτιο. Ίσως να μην ήταν κακή ιδέα να βρει έναν δικό της άνθρωπο. Όπως και να είχαν τα πράγματα πάλι η ίδια θα ήταν η κυρίαρχος! Που είπαμε ότι τους είχαν εξορίσει να ζήσουν με ειρήνη και σοφία;
Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΔΕΣΠΟΤΩΝ...
...είναι γεμάτη ελευθερία, συντροφικότητα, ανεμελιά. Ποιος δε θα ήθελε να είναι ελεύθερος, αντί περιορισμένος σε τέσσερις τοίχους. Ποιος δε θα προτιμούσε τα καπρίτσια του καιρού από το να έχει δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα;
Ποιος δε θα απολάμβανε το βρώμικο νερό του δρόμου από το να πίνει φρέσκο νερό από το δικό του μπολάκι; Τους μεζέδες από τα φαγεία της περιοχής, που σε τρατάρουν τα γκαρσόνια και οι θαμώνες; Το να περπατάς ανάμεσα σε βιαστικά πόδια και να τρως από καμιά κλωτσιά, αντί χάδια, αγκαλιές και τριψίματα από χέρια που σε αγαπούν και σε φροντίζουν; Η ζωή των αδέσποτων είναι συναρπαστική, κάθε στιγμή και μια πρόκληση.
Μπορεί να συγκριθεί με ρώσικη ρουλέτα, όταν κάποιος σε καλεί χαμογελώντας. Μπορείς να τον εμπιστευτείς; Θα σε χαϊδέψει ή θα σε πνίξει; Είναι γεγονός ότι οι γάτες έχουμε ένστικτο, συνήθως αντιλαμβανόμαστε ποιος σκοπεύει να μας αρπάξει και να μας πνίξει ή να μας βασανίσει. Όμως υπάρχουν περιπτώσεις που η ανάγκη μας να αγαπηθούμε θα μας κάνει να αγνοήσουμε τον συναγερμό που μας προειδοποιεί ότι διατρέχουμε κίνδυνο. Όσο ανεξάρτητες κι αν είμαστε κι εμείς βάζουμε ψηλά την αγάπη.
Όταν είμαι λυπημένη, μετράω αυτούς που αγαπάω και η καρδιά μου γεμίζει αγαλλίαση. Αγαπώ τη γιαγιά μου την Αντιγόνη. Τον φίλο μου τον Λίνκολν, κι ας είναι σκύλος. Αγαπώ τη μητέρα μου τη χιονονιφάδα κι ας ξέρω ότι δε θα τη συναντήσω ξανά. Αγαπώ τα αδέλφια μου, που είχαν τόσο διαφορετική μοίρα από εμένα, κι εύχομαι να είναι καλά. Αγαπώ την αφεντικίνα του Λίνκολν, γιατί πάντα με χαϊδεύει και μου φέρνει να πιω γάλα, που τόσο μου αρέσει. Κι αγαπώ και τον νεαρό σερβιτόρο που πάντα μου δίνει τους πιο νόστιμους μεζέδες και που δεν ξέρω πώς αλλά έχει καταλάβει το όνομά μου και με φωνάζει Ελίτσα ή παιδί της Ελιάς. Σκέφτομαι να τον υιοθετήσω, αλλά θα είναι μια ελεύθερη και ανεξάρτητη υιοθεσία. Αυτός σπίτι του κι εγώ με τη γιαγιά μου την Αντιγόνη, να μαθαίνω για τα κατορθώματα και τις περιπέτειες των προγόνων μου.
Της Ελιάς η Κόρη
(Σωτήρης)
Ποτέ δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στα ζώα. Δεν ήμουν από αυτούς που τα κανακεύουν, αλλά εδώ να ξεκαθαρίσω ότι δεν ήμουν κι από αυτούς που τα ενοχλούσαν. Είμαστε συγκάτοικοι στον ίδιο πλανήτη, δε θεωρώ ότι στη φύση έχει ένας άνθρωπος περισσότερα δικαιώματα από μια γάτα ή ένα περιστέρι, κι ας λερώνουν τα τελευταία όπου πετούν κι όπου σταθούν. Έπιανα εγώ το χώρο μου κι αυτά τον δικό τους.
Όμως όταν εργάζεσαι σε ταβέρνα, οι μυρωδιές από τα φαγητά προσελκύουν όχι μόνο πεινασμένους τουρίστες και διαβάτες, αλλά και πλήθος αδέσποτων. Όταν περισσεύει φαγητό από το γεύμα των πελατών αντί να καταλήξει στους κάδους, ελκύοντας έντομα και τρωκτικά, καλύτερα να ταϊστεί στις γάτες. Ακόμη κι εγώ που δε θα σκύψω να τις χαϊδέψω ή να τις κανακέψω, όπως κάνει η συνάδελφός μου, που αρχίζει και τους μιλάει σαν να απευθύνεται σε μωρά, θεωρώ προτιμότερο να γεμίσω τα στομάχια αυτών των πλασμάτων με τους μεζέδες από το να πεταχτούν.
Στο μαγαζί που σερβίρω μαζεύονται λογιών πελατών καθώς και λογιών γατιών. Παρδαλές, λευκές, γκρίζες, κόκκινες, τιγρέ. Μα οι περισσότερες είναι μαύρες. Δεν ξέρω γιατί τόσος πληθυσμός μαύρων είναι άστεγες. Δεν καταλαβαίνω ως προς τι η αλλεργία στο μαύρο χρώμα. Εμένα είναι το αγαπημένο μου. Μαύρα ρούχα, μαύρα σεντόνια, γκρίζα σκούρα παπλωματοθήκη, μαύρα τετράγωνα πιάτα κ.ο.κ.. Άραγε οι μαύρες γάτες πέφτουν θύματα ρατσισμού ή θύματα προλήψεων; Ή μήπως το δεύτερο είναι απλώς συγκαλυμμένος ρατσισμός;
Ένα βράδυ λοιπόν κι ενώ στο διάλειμμά μου απολάμβανα την ανθυγιεινή και συνάμα ανακουφιστική επίδραση του καπνού, πρόσεξα δυο μάτια να είναι κολλημένα επάνω μου. Το ένα μάτι ήταν πράσινο και το άλλο μπλε, ενώ το ύφος του πλάσματος που με παρακολουθούσε ήταν πολύ σοβαρό. Έμεινα κι εγώ να κοιτάζω εκείνα τα μάτια, μιας και το υπόλοιπο πλάσμα ήταν καλά καμουφλαρισμένο στο σκοτάδι, κι αναρωτιόμουν τι ακριβώς να σκεφτόταν βλέποντας έναν κρεμανταλά να καπνίζει μόνος του στα σκοτεινά. Ούτε που με πλησίασε εκείνη την πρώτη νύχτα, κι ας τη φίλεψα τον καλύτερο μεζέ, τον οποίο φυσικά και δεν άφησε να πάει χαμένος.
Το επόμενο βράδυ είχα ρεπό. Το μεθεπόμενο όμως ήμουν παρών στο πόστο μου, χαμογελαστός και πρόθυμος να σερβίρω τους εκλεκτούς πελάτες μας. Στο διάλειμμα για τσιγαράκι εκεί και η γάτα να με κοιτάζει. Άραγε να μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις μου. Κάθε βράδυ ήταν εκεί λες και με περίμενε να κάνουμε παρέα το τσιγάρο μου, και κάθε φορά ερχόταν ελάχιστα πιο κοντά, ίσα ένα γατίσιο βήμα. Κέρδιζα την εμπιστοσύνη της άραγε ή σκόπευε να με εξημερώσει; Περάσαμε έτσι πάνω από μια εβδομάδα για να με πλησιάσει αρκετά και πάλι δε χαϊδεύτηκε επάνω μου, απλά κάθισε μπροστά στα πόδια μου. Εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι έπρεπε να κάνω την πρώτη κίνηση και κατάλαβα ότι ήταν ένα θηλυκό γατί, και μάλιστα φαμ φατάλ. «Πόσο γυναίκα πια», της είπα και κάθισα ανακούρκουδα με το τσιγάρο περασμένο στα χείλη και χαϊδεύοντας τη γούνα της και με τα δύο χέρια, κάποιος μου είχε μαρτυρήσει ότι πολύ τους αρέσει να τις χαϊδεύουν κάτω από το λαιμό. Την επόμενη ήρθε μόνη της και τρίφτηκε στο παντελόνι μου, επισφραγίζοντας έτσι τη φιλία μας.
Όταν οι συνάδελφοι ξεκίνησαν με τον καιρό να τη φωνάζουν Η φιλενάδα του Σωτήρη, κατέληξα ότι έπρεπε να της δώσω ένα όνομα, αν και μέχρι τότε ποτέ δε με είχε απασχολήσει να δίνω ονόματα σε ζώα. Η φιλενάδα του Σωτήρη ακουγόταν παράξενο, επιπλέον αφαιρούσε κάτι από την προσωπικότητά της. Γνώριζα ότι ήταν ανόητο να πασχίζω να δώσω ένα όνομα σε μια γάτα, και μάλιστα αδέσποτη. Οι γάτες δεν ακούν και κυρίως δεν υπακούν στα ονόματά τους. Αν και κάπου είχα διαβάσει ότι τα αναγνωρίζουν και ξέρουν πότε κάποιος μιλάει γι’ αυτές, να καταλαβαίνουν άραγε και τι λέμε! Κι ενώ την κοίταζα δίνοντας της ονόματα που δεν της ταίριαζαν, προσπαθώντας να καταλήξω σε κάποιο, ήρθε η στιγμή που μου είπε μόνη της το όνομά της. Εντάξει δεν μου το είπε ακριβώς, μάλλον μου το υπέδειξε. Ήταν απόγευμα που πήγαινα στη δουλειά για την απογευματινή βάρδια, όταν περνώντας μπροστά από μια ελιά, πήδηξε μέσα από μια κουφάλα η γάτα μου, τρομάζοντάς με έτσι όπως πετάχτηκε σαν σαΐτα.
Και ιδού, είχα στα πόδια μου μια Ελίτσα.
Και σαν επιβεβαίωση η γαλανοπρασινομάτα με πλησίασε, και μου νιαούρισε, ενώ χαϊδεύτηκε στα πόδια μου.
ΕΛΕΩΝΟΡΑ – Από κάπου σε ξέρω-
Προχωρούσα ανέμελα στα σοκάκια. Είχα σχέδια για εκείνο το απόγευμα. Πρώτα θα πέρναγα από το θερινό σινεμά να δω ξανά την οπτασία του αρσενικού γάτου και έπειτα από το Σωτήρη να μου σερβίρει το δείπνο μου. Την προηγούμενη ημέρα δεν ήταν εκεί. Όχι ότι έχω παράπονο, και οι υπόλοιποι σερβιτόροι μια χαρά με περιποιήθηκαν, αλλά μου αρέσει να αράζω με τον Σωτήρη αράζουμε συντροφιά, όσο κρατάει το τσιγάρο του. Αν και δεν αντιλαμβάνομαι την απεχθή αυτή συνήθειά του, τη δικαιολογώ μιας και μας δίνει την ευκαιρία να μένουμε για λίγο μαζί.
Κατηφορίζοντας, ο δρόμος μου διασταυρώθηκε με μιας κατάλευκης γάτας. Μόλις την είδα, σταμάτησα απευθείας κι έμεινα να την κοιτάζω. Το ίδιο όμως έκανε κι εκείνη. Με κοίταζε απορημένη με τα γαλανά σαν του αλμυρού πάγου μάτια της.
«Ποια είσαι εσύ;» τη ρώτησα και την πλησίασα διστακτικά. Η γάτα απέναντί μου ήταν μια ανάμνηση του παρελθόντος. Εκείνη έκλεισε την απόσταση ανάμεσά μας.
«Νομίζω ότι σε γνωρίζω», ομολόγησε. «Αν και μέχρι εχθές δεν είχα σχέση με αδέσποτες γάτες. Όμως εσένα έχω την ιδέα ότι σε ξέρω». Πλησίασε κι άλλο και με μύρισε. «Και η μυρωδιά σου είναι οικεία!»
Αντί να ομολογήσω ότι κι εμένα μου φαινόταν γνωστή, η απορία μου γι ‘ αυτό που μόλις είχε πει, όχι ότι δεν ήταν ολοφάνερο και χωρίς να το παραδεχτεί, με έσπρωξε να τη ρωτήσω για ποιο λόγο μέχρι την προηγούμενη ημέρα δεν είχε σχέση με γάτες του δρόμου.
«Μα επειδή έμενα σε σπίτι», μου απάντησε. «Πρώτη φορά βγαίνω στο δρόμο μόνη μου χωρίς ανθρώπινη συνοδεία».
«Το έσκασες;» τη ρώτησα.
«Όχι, δεν είχα λόγο. Όλη την ώρα χουζούρι, παιχνίδι και φαγητό πάντα στην ώρα του».
«Και τι συνέβη;»
«Ήρθε σκύλος στο σπίτι».
«Και σε έδιωξε;»
«Όχι ο σκύλος. Μπορώ να πω ότι το κουτάβι ήταν πολύ φιλικό».
«Τότε;»
«Έπρεπε να επιλέξουν, Γάτα ή σκύλο... και για να στέκομαι μπροστά σου καταλαβαίνεις», σχολίασε απογοητευμένη.
«Άνθρωπος που διώχνει από το σπίτι του ένα μέλος της οικογένειάς του δεν είναι άξιος εμπιστοσύνης. Αύριο μεθαύριο μπορεί να διώξει και τα παιδιά του τα ίδια».
«Και να πεις ότι ήμουν νέο μέλος. Έμενα σπίτι μαζί τους εδώ κι ενάμιση χρόνο. Με απέκοψαν από το στήθος της μάνας μου για να με πάρουν μαζί τους στο σπίτι...», μια σπίθα αστραποβόλησε στα μάτια της και ξεχνώντας τη δυστυχία της είπε «Μα φυσικά, ξέρω ποια μου θυμίζεις». Έμεινα σιωπηλή και περίμενα την επιβεβαίωση του δικού μου συμπεράσματος. «Το ένα γατάκι ήταν μαύρο με δίχρωμα μάτια. Αναρωτιέμαι τι να απέγινε, να ήταν άραγε πιο τυχερό; Να το έχουν πάρει σε ένα σπίτι και τώρα να είναι στα δροσερά;»
«Όχι, δεν το πήραν», θέλησα να της λύσω την απορία. «Το γατάκι που λες, γνώρισε την εγκατάλειψη πολύ νωρίς. Το αποτράβηξαν από το στήθος της μητέρας του και το πέταξαν στο δρόμο».
«Τρομακτικό, να επιβίωσε;»
«Φρόντισε μια αδέσποτη γάτα να επιβιώσει . Το μάζεψε κι από εκείνη τη μέρα ζουν μαζί!»
«Κι εσύ πως τα γνωρίζεις όλα αυτά;»
«Γιατί εκείνο το γατάκι είμαι εγώ, υποθέτω».
«Είσαι η αδελφή μου;» ρώτησε έκπληκτη η κόμισσα.
«Εκτός κι υπάρχει παράδοση, κάθε λευκή γάτα να γεννάει κι από ένα μαύρο γατάκι με δίχρωμα μάτια».
«Αδερφούλα μου τι δυστυχία, είμαστε και οι δύο πλέον γάτες του δρόμου».
«Ανάλογα την οπτική. Ο δρόμος είναι ελευθερία! Έχει πολλές κατευθύνσεις, ενώ ένα σπίτι έχει μόνο τοίχους» απάντησα έχοντας σπουδάσει στο πανεπιστήμιο του πεζοδρομίου.
«Δεν έχει μόνο τοίχους. Έχει και χαλιά, έχει ντουλάπια γεμάτα φαγητά. Έχει στρώματα να ξαπλώνεις. Ααααχ» αναστέναξε. «Ίσως πάλι να μην έχεις άδικο» , σχολίασε προφανώς να μη με κακοκαρδίσει, αν και δεν ακούστηκε απολύτως πεπεισμένη. Κάπου μέσα της θα ευχόταν να επιστρέψει στον παράδεισο από τον οποίο είχε διωχθεί χωρίς καν να έχει γευτεί το μήλο της γνώσης, και δεν μπορώ να την αδικήσω. Προσωπικά κι από πολλές απόψεις με θεωρώ τυχερή. Από μικρή στους δρόμους, είχα μάθει να ζω σε αυτούς, αλλά η αδερφή μου, μέχρι τότε είχε μεγαλώσει και ζήσει σε προστατευμένο περιβάλλον. Τα πάντα εδώ έξω πρέπει να την τρόμαζαν.
«Εγώ είμαι η Έλι», της συστήθηκα.
«Κι εγώ η Ελεωνόρα».
«Χάρηκα Ελεωνόρα, πεινάς;»
«Ναι, απάντησε ντροπαλά».
Εκείνη τη στιγμή αποχαιρέτησα τα σχέδια για την τρίτη προβολή της ταινίας με τον ομορφονιό.
«Εντάξει, πάμε να σε κεράσω κάτι», σχολίασα και προχώρησα με κατεύθυνση την ταβέρνα του Σωτήρη.
Η αδελφή μου η Ελεωνόρα...
... είναι πανέμορφη γάτα και πολύ αριστοκρατική. Για τους ανθρώπους είναι αυτό που συζητούσαμε τις προάλλες με τη γιαγιά μου, γάτα ράτσας. Είναι χαριτωμένη και χαδιάρα, αφού έχει συνηθίσει στα ανθρώπινα χέρια και απολαμβάνει τα αγγίγματα. Από το σημείο που συναντηθήκαμε μέχρι την ταβέρνα μας πήρε τον τριπλάσιο χρόνο για να φτάσουμε από ότι παίρνει συνήθως όταν είμαι μόνη μου. Όποιος την έβλεπε ήθελε να απλώσει τα ξερά του στο βελούδινο και αστραφτερό τρίχωμά της. Κι εκείνη καθόταν και δεχόταν με κλειστά τα μάτια τα χάδια τους. Εγώ έμενα στην άκρη και περίμενα και για να μη βαριέμαι έκανα το μπάνιο μου. Δεν ήθελα να της χαλάσω την ευτυχία. Η Ελεωνόρα έχει συνηθίσει περισσότερο τη συναναστροφή με τους ανθρώπους παρά με τις γάτες, οπότε νιώθει γαλήνια με την προσοχή τους.
Όμως η Ελεωνόρα έχει ένα μειονέκτημα, δεν αντιλαμβάνεται τους κινδύνους του δρόμου. Παρά την άσχημη συμπεριφορά των ανθρώπων της, δεν μπορεί να ξεχωρίσει αν κάποιος θέλει το κακό της. Κάποιοι δεν ενδιαφέρονται για την ομορφιά ή την τρυφερότητα ενός αδέσποτου, κάποιοι γίνονται ακόμη πιο κακοί με ένα όμορφο γατί ή σκυλί. Θέλουν να το πονέσουν ή να στραπατσάρουν την όμορφη εμφάνιση του. Με πίκρα συνειδητοποίησα ότι η μέχρι πρότινος τυχερή αδελφή μου δε θα μπορούσε εύκολα να επιβιώσει στο δρόμο. Θα έπρεπε να της βρω σπίτι και σύντομα. Είχα ευθύνη για εκείνη, όχι ως μεγαλύτερη αδελφή, αλλά ως σοφότερη.
Όμως πως μπορούσα να βρω ένα σπίτι για την Ελεωνόρα και να είμαι βέβαιη ότι ήταν ασφαλής ή ότι αύριο μεθαύριο δε θα την πέταγαν πάλι στους πέντε δρόμους; Έπρεπε να συζητήσω με τη γιαγιά το θέμα αυτό αλλά δεν ήθελα να είναι παρούσα η Ελεωνόρα. Δεν ήθελα να την ανησυχήσω, αν και σίγουρα θα έπρεπε να της κάνω μια κουβέντα για να είναι πιο προσεκτική.
Φτάσαμε στην ταβέρνα όπου συναντήσαμε τον Σωτήρη με το τσιγάρο στα χείλη. Μόλις μας είδε δύο ανασήκωσε το φρύδι του.
«Έφερες και παρέα σήμερα Ελίτσα;»
«Είναι η αδερφή μου», του νιαούρισα.
«Μιαου; Τι σημαίνει αυτό;» με πείραξε.
«Τι δεν καταλαβαίνει; Είμαι η αδελφή της», του νιαούρισε πιο δυνατά η Ελεωονόρα λες και ήταν κουφός.
«Οι άνθρωποι δεν είναι έξυπνοι», της εξήγησα. «Εμείς καταλαβαίνουμε τι μας λένε, αλλά αυτοί όχι τι τους απαντάμε».
«Αυτός σου έδωσε το όνομα;»
«Όχι, το όνομα το πήρα από την ελιά που μένω με τη γιαγιά Αντιγόνη, αλλά αυτός παραδόξως το κατάλαβε. Ίσως να μην είναι τόσο ανόητος όσο οι άλλοι».
«Όταν λες ελιά;»
«Το δέντρο που μένουμε, έχει μια κουφάλα φιλόξενη».
«Σε δέντρο μένεις;» με ρώτησε απογοητευμένη «νόμιζα ότι είχες αναφέρει σπίτι».
«Για εμένα σπίτι είναι το δέντρο αυτό».
«Πω πω, σωστή γατοσυζήτηση», σχολίασε σταυρώνοντας τα χέρια του ο Σωτήρης παρακολουθώντας μας.
«Τι θα γίνει θα μας φέρεις να φάμε;» του νιαούρισε η Ελεωνόρα, απογοητευμένη με τη μη προοπτική στέγης. Από το μαγαζί βγήκε μια κοπέλα, μόλις είδε την αδελφή μου ενθουσιάστηκε.
«Τι ομορφιά είναι αυτή;» είπε και έσκυψε για να τη χαϊδέψει. Και όπως ήδη γνωρίζεται η Ελεωνόρα δε δίστασε στιγμή.
«Καλή είναι, αλλά η Ελίτσα είναι πιο όμορφη», είπε ο Σωτήρης και έσκυψε επιτέλους να μου δώσει δυο φιλικά χτυπηματάκια με το δάχτυλο στο κεφάλι. Α ο Σωτήρης είναι με βεβαιότητα έξυπνος, ξέρει πως να κάνει ένα θηλυκό να νιώθει σίγουρο για τον εαυτό του και να μη ζηλεύει.
«Πάω να δω αν έχει τίποτα περισσέψει για να τους δώσουμε να φάνε».
«Καιρός ήταν», σχολίασε η Ελεωνόρα.
«Από που ξεφύτρωσες εσύ;» συνέχισε τα χάδια το κορίτσι.
Το θέμα δεν είναι από που ξεφύτρωσε αλλά που θα καταλήξει, αναρωτήθηκα.
«Τέτοια ομορφιά τι κάνει στους δρόμους, και τόσο καθαρή γούνα. Εσύ δεν μπορεί πρέπει να το έσκασες από σπίτι».
«Με έδιωξαν», νιαούρισε περίλυπη η Ελεωνόρα. Αν το κορίτσι καταλάβαινε θα είχε δακρύσει από το λυγμό στη φωνή της αδελφής μου. Όμως εκείνη την ώρα βγήκε ο Σωτήρης με το φαγητό μας και η drama queen ξέχασε για λίγο το δράμα της, υπακούοντας στις βιολογικές της ανάγκες.
Διαβάστε επίσης:

