Νέα Συγγραφέας, Μόνη, την Ψάχνουν ΙΙ

 
Κώστα Ντούμα

I

Το Μέγαρο Μουσικής της Στοκχόλμης μοιάζει σχεδόν διαφανές μέσα στη βροχή και την ομίχλη. Η αίθουσα ήταν γεμάτη. Τα κύματα ψιθύρων έσβησε η εμφάνιση του παρουσιαστή μαζί με τον βασιλιά της Σουηδίας. Η τιμώμενη ανέβηκε στη σκηνή, ηφαιστειώδη χειροκροτήματα. Παρέλαβε το χρυσό μετάλλιο, ακολούθησε ομοβροντία από φλας. Εκείνη τη στιγμή, σκεφτόταν πόσο άσχημη και αμήχανη θα έβγαινε στις φωτογραφίες. Δε θυμήθηκε ούτε μια από τις συμβουλές που της έδωσε ο σύντροφός της, στο πώς να ποζάρει. Άραγε, της πηγαίνει το κόκκινο φόρεμα;

Ο παρουσιαστής απομακρύνθηκε, ήταν η ώρα του καθιερωμένου λόγου. Στάθηκε μπροστά στο μικρόφωνο. Κοίταξε τους θεατές. Το μυαλό της υπερφορτώθηκε από πληροφορίες. Προσπαθεί να θυμηθεί τα μαθήματα στη σχολή υποκριτικής, όμως τη λυγίζει το βάρος, των προκατόχων της, των σπουδαίων λόγων που έβγαλαν, ενώ κρατούσαν το βραβείο στα χέρια τους.

Φυσικά μίλησε στα ελληνικά. Ανέφερε τον Σεφέρη, τον Ελύτη , τον Καζαντζάκη και τον Λουντέμη. Προσπάθησε να είναι σύντομη, λιτή και ουσιαστική. Οι θεατές χειροκροτούν. Η συγκίνηση προκαλεί αλυσιδωτές εκρήξεις  ανατριχίλας στο σώμα της. Κατεβαίνει από τη σκηνή, όλοι θέλουν να τη συγχαρούν, να βγουν φωτογραφίες μαζί της. Δεν καταλαβαίνει λέξη, αλλά χαμογελάει αμήχανα. Ο βασιλιάς της Σουηδίας της σφίγγει το χέρι. Παλεύει ν' ακούσει τα λόγια του.

"Μα γιατί μου τραγουδάει Μίλτο Πασχαλίδη; Τι συμβαίνει; Και γιατί η κυρία πίσω του τραγουδάει Μποφίλιου;"

Ξύπνησε απογοητευμένη. Το ξυπνητήρι συντονισμένο σε γνωστό σταθμό που παίζει έντεχνα. Ήταν απλα Τετάρτη. Σύρθηκε ανόρεκτα μέχρι το μπάνιο. Τα γνωστά ερωτήματα έσκασαν σαν πυροτεχνήματα στο συννεφιασμένο ουρανό των εγκεφαλικών κυττάρων. Γιατί δε μπορεί να βιοπορίζεται από τη συγγραφή; Γιατί πρέπει να δουλεύει για τόσο λίγα χρήματα; Πότε επιτέλους θα γίνει επανάσταση και τα μέσα παραγωγής θα περάσουν στο χειμαζόμενο προλεταριάτο; Πότε θα γίνει μάνα; Και γιατί αυτό το διήγημα είναι στο τρίτο πρόσωπο;

Σας παρακαλώ, είμαι αξιολάτρευτα αυτοαναφορική, και μόνο εγώ θα μιλάω για τον εαυτό μου. Τέλος πάντων, τι λέγαμε; Α ναι. Τι θα κάνω σε αυτήν τη ζωή; Θα δουλευώ 9-5 μέχρι να μην πάρω ποτέ σύνταξη, γράφοντας βιβλία που δε θα εκδωθούν ποτέ, ενώ παράλληλα, θα γράφω κριτικές για ατάλαντους συγγραφείς που πουλάνε εκατομμύρια, γιατί έχουν περισσότερους followers από μένα στα τρισκατάρατα social media;

Αξίζω πολλά περισσότερα από αυτήν την υποφερτή μετριότητα. Πού είναι ο άχρηστος; Πάλι ξέχασε τα σιφώνια ανοιχτά. Και δεν πέταξε την ανακύκλωση. Μα τι κάνω μαζί του; Είναι παχύσαρκος, τεμπέλης, ευθυνόφοβος και δε θέλει παιδιά. Και όλη μέρα βλέπει ταινίες. Κι ακούει κάτι  απαίσιους σατανιστές.

 

 

Μα γιατί δεν μπορεί να έχει τις ίδιες εμμονές με μένα, να διαβάζουμε τα ίδια βιβλία (και να γράφει εκείνος τις κριτικές, γιατί βαριέμαι), να συζητάμε  όλη μέρα για σημαντικά θέματα - δηλάδη εμένα-, ν' αποκτήσουμε ένα παιδί, να δουλεύει τρεις δουλειές για να μας συντηρεί, μέχρι που να τον βαρεθώ και να τον απατήσω μ' έναν εικοσιπεντάχρονο Αφρικανό πρίγκηπα;  Μα που πήγε τόσο νωρίς; Α ναι, είναι σε άλλο διήγημα. Κάπου στην έρημο με κάτι τσουλάρες. Τα καρβέλια πεινασμένες ονειρεύονται. Άντρες... Ελαττωματικά προϊόντα χωρίς εγγύηση και δυνατότητα επιστροφής, έστω ανταλλαγής.

Τι ώρα πήγε, αμάν, άργησα. Με το ζόρι βρήκα θέση στο μετρό. Ευτυχώς το αφεντικό δεν ήρθε ακόμα, ας κάνω μια βόλτα στα μαγαζιά. Τίποτα, ας επιστρέψω στη δουλειά. Λίγο πριν ανοίξω την πόρτα, ένας ηλικιωμένος πέφτει πάνω μου. Σηκώνομαι και παρατηρώ πως το πουκάμισο του είναι γεμάτο αίμα. Το αντιλαμβάνεται και σφίγγει πάνω του την καπαρτίνα.

"Είστε καλά;"

"Δεσποινίς, δεν έχουμε πολύ χρόνο, πάρτε αυτό αυτό και κρύψτε το. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, να μην πέσει στα λάθος χέρια!"

Μου δίνει ένα πακέτο και τρέχει μακριά, πριν προλάβω να ψελλίσω κουβέντα. Μπαίνω στο μαγαζί. Ανοίζω το κουτί, μέσα του ένα περιέργο μπιχλίμπίδι. Μια χρυσή σφαίρα, γύρω της ασημένιοι δαχτύλιοι, μοιάζει με πλανήτη. Από κάτω, μια ματωμένη σελίδα. Προσπαθώ να διαβάσω τα γράμματα.

"Αγαπητέ άγνωστε, κρατάς στα χέρια σου το πιο επικίνδυνο όπλο που δημιουργήθηκε ποτέ, τον Πολυδιαστατικό Υπερσυσσωρευτή Πυκνωτικής Αναίρεσης, το λέμε ΠΥΠΑ για συντομία. Για το καλό της ανθρωπότητας, πρέπει να τον καταστρέψεις, και ποτέ, μα ποτέ, μη μπεις στο πειρασμό να τον χρησιμοποιήσεις. Λειτουργεί με φωνητικές εντολές, κάποιες φορές διαβάζει και τη σκέψη. Τη στιγμή που διαβάζεις αυτές τις γραμμές, το πιο πιθανό να είμαι νεκρός, η τύχη του σύμπατος εξαρτάται από σένα. Καθηγητής Μ".

Έβαλα το γράμμα πίσω στο κουτί κι έκατσα στο γραφείο. Αυτό το πράμα είναι το πιο επικίνδυνο όπλο που φτιάχτηκε ποτέ; Μοιάζει με με φτηνό χριστουγεννιάτικο στολίδι. Πού έμπλεξα πάλι; Γιατί εγώ να παίζω σε δευτεροκλασάτο κατασκοπικό θρίλερ, ενώ ο άχρηστος να είναι διακοπές με τους φίλους του και δύο ενδεκάδες πορνοστάρ; Κομμένες οι διακρίσεις, στο επόμενο διήγημα, έγω θα διακοπάρω και αυτός θα σπάει πέτρες σε κάποιο γκούλαγκ στη Σοβιετικής  Ένωσ...

Ξαφνικά γλίστρησα στο σκοτάδι. Έκανα τσουλήθρα στα δαχτυλίδια του Κρόνου, περάσα μέσα από δεκάδες γαλαξίες.

Που βρίσκομαι; Γιατί φοράνε όλοι περίεργες στολές; Μισό λεπτό, σφυροδρέπανα είναι αυτά; Είμαι σε γύρισμα ταινίας εποχής;

"Συντρόφισσα, τι μπουρζουάδικα ρούχα είναι αυτά; Πήγαινε ν' αλλάξεις πριν σε δει ο συνταγματάρχης;"

"Δεν άκουσα, πώς είπατε, συγγνώμη, ορίστε, εσείς κύριε ποιος είστε;"

"Γυναίκα είμαι!"

Με τέτοιο μουστάκι αποκλείεται. Πριν προλάβω να φέρω αντιρρήσεις, η μυστακοφόρος συντρόφισσα με πάει σχεδόν σηκωτή στο διπλανό δωμάτιο. Αλλάζω όσο πιο γρήγορα μπορώ και βγαίνουμε έξω. Με κοιτάζει εξονυχιστικά. Με τα δάχτυλα της, μου βγάζει το λιγοστό makeup.

"Ωραία, τώρα είσαι ευπαρουσίαστη;"

"Τι συμβαίνει;"

"Σε λίγες ώρες, θα έρθει για επιθεώρηση ο μεγάλος ηγέτης. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι".

"Ποιος μεγάλος ηγέτης, που είμαι;"

"Αν σε άκουγε κανένας άλλος, τώρα θα ήσουν φυλακή! Αλλά είσαι τυχερή που έπεσες σε μένα, που πιστεύω στη γυναικεία αληλλεγγύη".

Βγαίνουμε έξω, καθόμαστε στη γραμμή, ενώ ένας μπάρμπας που φοράει πάνω του περισσότερο χρυσό κι από τσιγγάνικο γάμο, μας δίνει εντολές. Μισή ώρα μετά, βρισκόμαστε σε κάτι που μοιάζει με κουζίνα. Καθόμαστε να φάμε κάτι που μοιάζει με φαγητό.

"Τελικά θα μου πεις τι συμβαίνει;"

"Μα καλά, σε ποιο τμήμα είσαι και δεν ξέρεις τίποτα;"

"Δεν μπορώ να σου πω".

"Καταλαβαίνω. Μάλλον δε σας ενημέρωσαν. Σε μια ώρα θα είναι εδώ ο μεγάλος ηγέτης, να επιθεωρήσει τις εγκαταστάσεις".

"Συγγνώμη που θα κάνω την ίδια χαζή ερώτηση, αλλά για ποιον μιλάμε;"

"Σςςςςς, πιο σιγά, θέλεις να βρεθούμε στη Σιβηρία;"

Κοιτάζει γύρω της καχύποτα και στρέφεται προς εμένα.

"Αλήθεια δεν ξέρεις;"

"Να μη σώσω να πάρω το Νόμπελ".

"Μάλλον είσαι της Αντικατασκοπίας, γι' αυτό δεν ξέρεις τίποτα".

"Ναι ναι, αυτό. Θα μου πεις τώρα;"

"Σε μια ώρα θα είναι εδώ ο σύντροφος Στάλιν!"

 

II

Προσπαθώ να κοιμηθώ, αλλά η αγωνία δε με αφήνει. Οι πενήντα αποχρώσεις του άγχους έχουν πλημμυρίσει το πορτρέτο μου. Πώς βρέθηκα εδώ; Τι θα πω στο σύντροφο Ιωσήφ; Γιατί το κρεβάτι είναι τόσο άβολο;  Έκλεισα το θερμοσίφωνα; Δεν έχω και τίποτα να διαβάσω, όλα τα βιβλία είναι στα Ρωσικά.

Ακολουθώ τον κόσμο, φτάνουμε σε μια τεράστια αίθουσα. Κάθομαι δίπλα στη μυστακοφόρο συντρόφισσα. Στην κεφαλή του τραπεζιού, ο Στάλιν. Αυτός είναι ο Στάλιν;  Μοιάζει με Τούρκο χούλιγκαν της δεκαετίας του ’80, 1.12. Απογοήτευση…

Το φαγητό δεν είναι άσχημο, αλλά πεθύμησα γεμιστά, ένα σουβλάκι βρε αδερφέ. Ευτυχώς, το δείπνο δεν κράτησε πολύ. Λίγο πριν αποσυρθώ στο δωμάτιο μου, η μυστακοφόρος συντρόφισσα με πιάνει από το χέρι. Ω θέε μου, μη μου την πέσει τώρα, νυστάζω.

«Συντρόφισσα, είσαι πολύ τυχερή!»

«Τι συμβαίνει;»

«Ο σύντροφος Ιωσήφ θέλει να σε γνωρίσει!».

Αυτό μας έλειπε τώρα, ανθυπορομάντζα με μεγάλες προσωπικότητες της ιστορίας…  Η συντρόφισσα με οδηγεί σε μια άλλη αίθουσα. Ένα μικρό τραπέζι με κεριά. Κάθομαι απέναντι από τον Ιωσήφ. Στο κεχριμπαρένιο φως των κεριών, είναι ακόμα πιο άσχημος.

«Συντρόφισσα, δεν ξέρω καν το όνομα σας…»

«Είναι μέρος του μυστικού σχεδίου».

«Δηλαδή;»

«Εσείς το αποφασίσατε, είναι τόσο μυστικό, που ούτε εσείς δε γνωρίζετε τίποπτα».

Χαμογελάει αινιγματικά.

«Δεν μπορείτε να παραβείτε, έστω για λίγο το καθήκον σας;»

«Αδύνατον σύντροφε, πάνω από όλα τα ιδανικά!»

«Συντρόφισσα, θαυμάζω την αφοσίωση σας».

Το χέρι του πάνω στο γόνατο μου, δεν ξεκινάμε όμορφα.

«Πάνω από όλα σύντροφε».

«Αν το επιθμείτε, μπορώ να σας απαλλάξω από την αποστολή σας. Μια τόσο εύθραυστη ομορφιά δεν πρέπει να κινδυνεύει».

Το χέρι του προχωράει προς το μηρό μου. Άμα θα φας γονατιά, θα δούμε ποιος είναι εύθραυστος…

«Σύντροφε, η παρέα σας είναι υπέροχη, όμως πρέπει να αποσυρθώ. Η αποστολή που λέγαμε…»

Τραβάει το χέρι του και αδειάζει το ποτήρι με το κρασί.

«Μέχρι πριν λιγη ώρα, δε θα είχα αντίρρηση. Πλέον είναι αργά».

«Σύντροφε, είναι αργά. Ο πιστός προλετάριος κοιμάται νωρίς, ώστε να μπορεί να αποδώσει την επόμενη μέρα. Άλλωστε, δε σας περιμένει η σύζυγος σας;”

«Η σύγυζος μου είναι ύποπτη προδοσίας».

«Από πότε;».

«Πριν μισή ώρα».

«Τι συνέβη;»

«Παγιδεύτηκα στα μάτια σας».

Θέλω να κάνω εμετό πάνω του, μέχρι να λιώσει σαν βαμπίρ στην ανατολή του ήλιου.

«Με συγκινείτε, αλλά πρέπει να αποσυρθώ».

Μορφάζει με απογοήτευση. Ανάβει τσιγάρο και με κοιτάζει. Αχ, μη με στείλει σε γκούλαγκ, είμαι κρυουλιάρα…

«Συντρόφισσα, θαυμαζω την αίσθηση καθήκοντος σας. Ολοκληρώστε την αποστολή σας, και μετά θα σας περιμένω».

Μου κλείνει το μάτι και αποχωρεί.

Πέφτω στο κρεβάτι. Μα γιατί μου συμβαίνουν όλα αυτά; Εγώ είμαι του ρεαλισμού, αυτά με τα ταξίδια στο χρόνο είναι αηδίες. Τέλος πάντων. Δε ζητάω πολλά, ήθελα να είμαι σε μια ερημική παραλία, να πίνω μπύρες και ο Gerald Butler (όπως ήταν το 2007, όχι τώρα που μοιάζει με συνταξιούχο ταξιτζή) να μου διαβάζει Νερούδα. Τι ζήτησα πια η γυναίκα;

Κλείνω τα μάτια. Ας φανταστώ ήχους κυμάτων. Μα γιατί δεν είμαι ηρωίδα ροματικού μυθιστορήματος; Έστω νουβέλας…

 

ΙΙΙ

Τ' αγαπημένα μου μέρη, μοιάζουν ξεχασμένα από το χρόνο. Σκηνικά ταινίας, που τα παράτησαν μετά το γύρισμα. Η σκηνή που φιλοξένησαν, πάντα εκεί, σε αιώνια παύση.

Δεν έχει σημασία τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε, μπορείς να γίνεις μέρος της, έστω για λίγο. Να γευτείς το άρωμα της μαγείας της.

Μέρη σαν αυτό που κοιτάζω τώρα. Μια κιτρινισμένη φωτογραφία στο ψυγείο. Τα χρώματα ξεθώριασαν, μερικές φορές, αναρωτιέμαι αν αυτό το μέρος ήταν αληθινό. Όμως, όταν κοιτάζω αυτό το κομμάτι χαρτί, μετά από μερικά δευτερόλεπτα, οι ψίθυροι των κυμάτων χαϊδεύουν το πρόσωπο μου. Το φόρεμα της πλημμυρίδας μπερδεύεται στα πόδια μου. Η φθαρμένη Polaroid γίνεται ρωγμή στο τείχος της πραγματικότητας, τρυπώνω μέσα της και βρίσκομαι ξανά στην όαση της μνήμης.

Περπατάω στην άμμο, το μεταξένιο κουβάρι από φωνές, γέλια και την ηχώ των τραγουδιών, γαργαλάει το λαιμό μου. Μυρωδιά από τηγανιτές πατάτες αλώνει τον ουρανίσκο. Λίγα μέτρα πιο πέρα, την βλέπω να κολυμπάει. Με φωνάζει να μπω στο νερό. Είναι τόσο όμορφη με τα μαλλιά βρεγμένα. Λες και το έσκασε από φωτογράφιση μόδας, παράτησε τους πάντες για μια βουτιά, και για να την δω μόνο εγώ.

Βαδίζω αργά μέσα στη θάλασσα, είναι ρηχά, το νερό είναι δροσερό, γλυκά ρίγη ανθίζουν στο δέρμα. Με αγκαλιάζει, φιλιόμαστε αργά. Βουλιάζουμε μέσα στη παλίρροια. Αυτό το φιλί, ξεδίψασε τα δεκάδες καλοκαίρια που πέρασαν χωρίς να αφήσουν τίποτα, ούτε μια συλλαβή μέθης. Λευκές σελίδες που τις έλιωσε η πρώτη φθινοπωρινή βροχή.

Βγαίνουμε έξω, περπατάμε μέχρι το μικρό μαγαζί. Πίνει την μπύρα της σαν έφηβη, το χαμόγελο της με ταξιδεύει σε πιθανότητες που δε φαντάστηκα ποτέ. Φάγαμε την πρώτη μερίδα πατάτες, πριν το πιάτο ακουμπήσει στο τραπέζι. Μου περιγράφει τα βιβλία που θέλει να γράψει, τους αγαπημένους συγγραφείς της. Η τρυφερή φλυαρία της με σαγηνεύει, θέλω να γίνω χαρακτήρας στις ιστορίες της, λέξεις που θα ανήκουν μόνο σε εκείνη. Το μελάνι της φαντασίας της να με βαπτίσει αθάνατο, νέο από την αρχή. Να γίνει το αίμα μου.

Δεν κατάλαβα πώς πέρασαν οι ώρες. Το μαγαζί σε λίγο κλείνει. Τεντώνεται σαν νυσταγμένη γάτα, αλλά το βλέμμα της είναι πρελούδιο ηδονής. Θέλω να παρατείνω λίγο την αναμονή, την πυρακτωμένη τροχιά στα σύνορα της ανατομίας της. Πλησιάζω το πρόσωπο της, η μυρωδιά από το βρεγμένο δέρμα της με ζαλίζει. Τα χείλη μας χιλιοστά πριν ....

Όταν ξαφνικά, ένας περίεργος μουσάτος προσγειώνεται στο τραπέζι μας. Αφού το έσπασε, σηκώνεται σαν να μην τρέχει τίποτα, αρπάζει μια καρέκλα και κάθεται ανάμεσα μας. Κοιτάζει γύρω του έκπληκτος και ζαλισμενος. Θέλω να τον χτυπήσω, αλλά η αγαπημένη μου τον κοιτάζει με τρυφερή κατανόηση.

"Είστε καλά; Από πού πέσατε;"

"Δεν ξέρω πώς βρέθηκα εδώ".

"Μάλλον χάσατε τη μνήμη σας από την πτώση. Θέλετε να σας πάμε στο νοσοκομείο; Γιατί σκαρφαλώσατε στην σκεπή".

"Δεν υπάρχει σκέπη από πάνω μας".

Έχει δίκιο, μόνο ουρανός .

"Είστε σίγουρα καλά; Θέλετε να σας πάμε κάπου;" Η αγαπημένη μου παρά είναι καλή. Ο περίεργος μουσάτος παραγγέλνει κρασί. Φοράει μια μαύρη μπλούζα που γράφει Alice In Chains. Βγάζει ένα τσαλακωμένο πακέτο τσιγάρα από την τσέπη του, ανάβει ένα και με κοιτάζει. Μα γιατί δε φεύγει; Δεν καταλαβαίνει πως ενοχλεί.

"Το ξέρω πως ενοχλώ, αλλά πρέπει να σας εξηγήσω τι συμβαίνει".

Πώς διάβασε την σκέψη μου;

"Δεν τη διάβασα, αλλά αν σταματήσετε να με διακόπτετε, θα σας εξηγήσω".

Θέλω να τον θάψω στην άμμο.

"Ακούστε κύριε, είμαι θύμα μετωπικής διακειμενικότητας".

"Δηλαδή;"

"Είναι δύσκολο να το συνοψίσω. Είναι μια σπάνια περίπτωση αλυσιδωτής ενδόρρηξης σολιψισμών, μια ακραία εντροπία μυθοπλασίας, παράλληλες διαστάσεις αφηγήσεων που τράκαραν μεταξύ τους, σαν μεθυσμένοι φοιτητές Σάββατο βράδυ".

"Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω".

Ο παράξενος μουσάτος ρουθουνίζει τον καπνό με απογοήτευση. Ρίχνει μια κλέφτη μάτια όλο λαγνεία στην αγαπημένη μου.

"Ακούστε κύριε, δεν ξέρω το όνομα σας, αλλά διαβαζοντας τις παραγράφους που προηγήθηκαν, καταλαβαίνω πως είστε καλλιτέχνης. Μορφωμένος, με εκλεπτυσμένα γούστα, πολίτης του κόσμου, μετριοπαθής κεντρώος που πιστεύετε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα ιδανικά του δυτικού πολιτισμού, και ψηφίζετε υπεύθυνους πολιτικούς που θεωρούν πως με μεταρρυθμίσεις θα μετασχηματίσουν την πρώην Οθωμανική μπανανία σε σύγχρονο Ευρωπαϊκό κράτος".

Μα πώς ξέρει τόσα πολλά για μένα;

"Δεν ξέρω τίποτα για σας, και ούτε θέλω να μάθω. Από τις ενδυματολογικές επιλογές σας και το λουλουδάτο ύφος γραφής σας, κατάλαβα πως είστε ένας δειλός ημίβλακας, ένας μπαγιάτικος λαπάς, που δεν είναι αρκετά πλούσιος για να δηλώσει δεξιός, ούτε ήταν ποτέ έστω για λίγο επανάστατης, για να δηλώσει αριστερός. Πιο μέτριος κι από τον μέτριο καφέ της μετριότητας».

Ενισταμαι. Σηκώνομαι πάνω να τον χτυπήσω.

"Δε με νοιάζει από που ήρθες μαλακα, τραβά στο διήγημα σου, και άσε μας ήσυχους, πριν σε θάψω στην άμμο!"

Ο μουσάτος καπνίζει ατάραχος. Βάζει το δεξί του χέρι μέσα στο παντελόνι, τραβάει ένα περίστροφο. Με σημαδεύει. Η αγαπημένη μου δεν αντιδρά. Γυρίζει προς το μέρος της.

"Ρε μανάρι μου, τι δουλειά έχεις εσύ με αυτή τη ξεθυμασμένη γκαζόζα;"

" Εεε, κοίτα, δεν..."

"Νταξ, κατάλαβα, σε έφερε τσάμπα διακοπές. Δεκτό. Όμως, είναι κρίμα να χαραμίζεσαι με τον ψιψινοκεφτέ".

Ορμάω στον αναιδή μουσ...

Cut.

Σκηνή 4, λήψη 2, ήχος, κάμερα.

Η σφαίρα είναι ακλόνητο επιχείρημα. Οι τρεις κάτι περισσότερο. Αφού ο κατσίφλωρας έφυγε από τη μέση, βάζω το περίστροφο στη θέση του, εστιάζω αποκλειστικά στο μελαχρινό μωρό και αναλαμβάνω την αφήγηση του διηγήματος, πριν διολισθήσει σε αβυθομέτρητα ερέβη μεσήλικης νοσταλγίας που υποδύεται τη βαθυστόχαστη πεζογραφία.

"Πάμε;"

"Σκότωσες το συνοδό μου και θέλεις να έρθω μαζί σου;"

" Σιγά το συνοδό κορυφής! Τρεις μέρες είστε εδώ και δε σου έπιασε ούτε το χέρι!"

"Αφού φιλιόμασταν πριν λίγο στην θάλασσα!"

"Στο μυαλό του ήταν, ήταν σκηνή ονείρου, απλά  δε σου έδωσε το σενάριο".

"Γι' αυτό δεν ένιωσα τίποτα;"

"Ε τι να νιώσεις άμα σε φιλάει ο πρόεδρος του συλλόγου λογιστών Λειψίας. Μόνο στη σκέψη, θα έπρεπε να γίνεις λεσβία"

"Μπα, κι εσύ είσαι καλύτερος;"

"Μια δοκιμή θα σε πείσει".

"Δε θα πάρω, έχω δυσανεξία στους μαλάκες!"

"Και τότε τι έκανες με το καραφλό ταμπόν;"

"Επειδή με κέρασε δύο μπύρες, δε σημαίνει πως θα του καθόμουν. Δεν ξέρω τι φανταζόταν και τι σενάριο είχε στο μυαλό του, αλλά δε συνέβη τίποτα μεταξύ μας".

"Σώπα..."

"Μου άρεσε η αρχή του διηγήματος, ήταν ρομαντική. Μου λείπει από τη ζωή μου, το διακριτικό φλερτ, το ερεθιστικό παιχνίδι των φευγαλέων ερωτικών υπαινιγμών. Έχετε καταντήσει τόσο χυδαίοι εσείς οι άντρες..."

"Όχι θα γίνουμε φλώροι σαν χαρακτήρες της Τζέιν Όστιν".

"Που τέτοια τύχη..."

"Σιγά καλέ λιγώσαμε..."

"Έχεις διαβάσει εσύ Τζέιν Όστιν;."

"Όχι βέβαια, τις ταινίες είδα και σε όλες με πήρε ο ύπνος ".

"Ήμουν σίγουρη..."

"Αρκετά με τη φλυαρία, να προχωρήσει λίγο η πλοκή ".

"Με λες φλύαρη;"

"Δεν είσαι;"

"Τουλάχιστον ο πρόεδρος λογιστών Ηγουμενίτσας έβρισκε τη φλυαρία μου μεθυστική, πριν τον σκοτώσεις ".

"Δεν το σκότωσα εγώ ".

"Ποιος τον σκότωσε;"

"Οι σφαίρες και αυτός που γράφει αυτές τις γραμμές ".

"Είσαι ηλίθιος, αγενής, καπνιστής, αυνανιστής, αλαζ...".

Τη βουτάω και μετά από ένα XXXL βαθύ, υγρό φιλί, την τραβάω από το χέρι σε αχαρτογράφητα εδάφη περιπέτειας. Που αν είχα λεφτά, θα τα βλέπατε κινηματογραφικά, χωρίς βαρετές προτάσεις και περιττό exposition. Ο γραπτός λόγος είναι τόσο υπερεκτιμημένος...

 

IV

«Τι παράξενο όνειρο…».

Η ηρωίδα μας ξύπνησε στο αεροπλάνο.  Πετάει από τη Μόσχα στο Παρίσι, για να φέρεις εις πέρας τη μυστική αποστολή της. Τόσο μυστική, που κανείς δεν ξέρει περί τίνος πρόκειται. Δίπλα της κοιμάται ο περίεργος μουσάτος που είδε στο όνειρο. Έχει ανάμεικτα συναισθήματα γι’ αυτό. Από τη μια, χαίρεται που είναι μαζί της σε αυτήν την παράξενη περιπέτεια. Από την άλλη, γνωρίζοντας το ηλίθιο ταμπεραμέντο του, φοβόταν πως θα έκανε τα πράγματα χειρότερα.

Στο βάθος του ουρανού, παλλόταν το μπουμπούκι της αυγής. Τα άγονα σπλάχνα του Παρισιού φάνηκαν στο παράθυρο. Η αυλαία της συννεφιάς έκρυψε την άσχημη ανατομία της βομβαρδισμένης Γαλλικής πρωτεύουσας. Η ηρωίδα μας δεν ήθελε το βάρος της αποστολής της. Λαχταρούσε να γυρίσει στο δωμάτιο της, να γράψει, να ανταμώσει με τους χαρακτήρες του τελευταίου βιβλίου της.

Δεν επιθυμούσε να γίνει πρωταγωνίστρια στην αρένα της ιστορίας. Ήταν απλά μια παθιασμένη συγγραφέας, που πάλευε να δαμάσει τα θηρία της φαντασίας της. Όλα τα υπόλοιπα ήταν τόσο ανυπόφορα περιττά...

Ίσως το ταξίδι στο χρόνο να ήταν η έμπνευση που αναζητούσε. Η απόδραση από τον εικοστό πρώτο αιώνα θα την ανανέωνε. Μακρυά από την αισθητική ομογενοποίηση, τις προκρούστειες κλίνες των social media. Ένας γαλαξίας νέων εμπειριών, με διαφορετική βιωματική βαρύτητα. Κι επιτέλους, αυτό το διήγημα ήταν δικό της. Εκείνη είναι η πρωταγωνίστρια, γιατί η αφήγηση είναι σε τρίτο πρόσωπο; Πάλι;

Δε λέω, συμπαθητικό το μεταπολεμικό Παρίσι. Αν δεν είχε και τους Γάλλους… Τουλάχιστον τα κρουασάν βουτύρου είναι ωραία. Σεργιανίζουμε στα μπιστρό και τα βουλεβάρτα. Κάνουμε παρέα με τη Γαλλική διανόηση. Ο Σαρτρ είναι εκνευριστικός, ενώ η Μποβουάρ υπέροχη. Ο Καμύ δεν κάθεται ποτέ μαζί μας, συνεχώς μας αφήνει για να δει ποδόσφαιρο. Ο Αραγκόν με συναρπάζει, μου μιλάει για το επόμενο έργο του, το εξάτομο μυσθιστόρημα οι Κομμουνιστές. Ο Μωριάκ είναι σνομπ, ενώ ο Μαλρώ έχει πάντα συναρπαστικές ιστορίες.

Ο σύντροφός μου -ο περίεργος μουσάτος ντε- βαριέται τις συζητήσεις και κάνει παρέα με κάποιους σκηνοθέτες. Αν και πρέπει να τον μαζεύω, γιατί τσακώνεται συνέχεια. Τώρα, σε τι γλώσσα γίνονται όλα αυτά, μη ρωτάτε, μυθοπλασία είναι, ό,τι θέλουμε κάνουμε.  Μόνο με τον Μελβίλ τα βρίσκει. Σήμερα τον πήρα μαζί μου. Καθόμαστε με τον Σάρτρ, τη Μποβουάρ, τη Ντυράς, το Λάνθιμο…Μισό λεπτό, τι κάνει ο Λάνθιμος εδώ; Ωχ, μην τον δει ο ηλίθιος, θα πάθει Τσουκαλά και Στέφανο Χίο μαζί. Το κακό δε θα αργήσει να γίνει. Έκατσε δίπλα μου, γούρλωσε τα μάτια.

«Τι κάνεις εδώ ρε ανέπαφε; Δε φτάνει που έκλεψες τη μεξικάνικη ταινία (El castillo de la pureza, Το Κάστρο της Αγνότητας ), ήρθες κι εδώ; Αντι να το παραδεχθείς πως το έκλεψες, όπως έκανε ο Λεόνε με το Yozimbo, έκανες το κουνέλι;»

Όλοι μας κοιτάζουν έκπληκτοι. Ο σύντροφος μου εκτοξεύει ένα τασάκι στο κεφάλι του Λάνθιμου. Και εκεί αρχίζουν τα ωραία… Το κεφάλι του Λάνθιμου σπάει, είναι cyborg. Βγάζει περίεργους ήχους. Εμφανίζεται ένας στρατός από κλώνους της Emma Stone, καραφλής, όπως στο Bugonia. Μαλακία remake ήταν, μη το δείτε, προτιμήστε το κορεάτικο.

Οι αφιονισμένοι κλώνοι διψάνε για αίμα, καταστρέφουν τα πάντα γύρω τους. Μας κυνηγούν, μας επιτίθοντα με ακτίνες, λεπίδες και το χειρότερο, περίεργους διαλόγους.

«Καλά τα κατάφερες πάλι!»

«Εγώ φταίω;»

«Γιατί του πέταξες το τασάκι;»

«Δεν μπορούσα να συγκρατηθώ! Τι δουλειά έχει εδώ;»

«Τι δουλειά έχουμε εμείς;»

«Άλλο αυτό!»

«Καλά ήμουν σπίτι μου, έγραφα το βιβλίο μου, γιατί με έμπλεξες πάλι;»

«Μόνη σου έμπλεξες».

«Και στην τελική, είναι δικό μου το διηγήμα, εσύ ήσουν στο άλλο με τις τσουλάρες, τι κάνεις εδώ;»

«Ένα γαμάτο cameo».

«Μπαα, ήρθες να μας δεις στο ρεπό σου;»

«Ναι, δεν είχαμε γύρισμα».

«Γύρισμα το λέμε τώρα;»

«Δεν είναι ώρα για σκηνές ζηλοτυπίας, πρέπει να ξεφύγουμε από τις Έμμες Στόουν!».

Καταλήγουμε κοντά στη θάλασσα. Μας περικύκλωσαν. Τα μάτια τους καίνε, θα μας κάνουν φρυγανιά. Βουτάμε στο νερό, ριπές φωτιάς περνάνε δίπλα μας, νομίζω πως θα λιποθυμήσω. Mr. Stark? I don't feel so good…

 

V

Τα σήμαντρα της μνήμης σκίζουν το αστικό παλίμψηστο. Χανόμαστε στις ομιχλώδεις λεωφόρους. Πίσω στο 2026. Στο διαδικτυακό κιτς της ευτυχίας. Η μικροαστική οχλαγωγία  σιγοπάλλεται, η μικροπανίδα της πρωτεύουσας συνεχίζει να ομφαλοσκοπεί. Μάτια θαμπωμένα από την πίκρα και το scrolling, τα στενά ακόμα καπνίζουν από τις μάχες, κουρασμένα βλέμματα, άνθρωποι τσαλακωμένοι, κι όμως ευωδιάζουν ελπίδα.

Ίσως υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι να μετράς το χρόνο, την επιτυχία, τις απώλειες. Ένα άλλο αισθητικό λεξιλόγιο, οιστρηλατημένο από αμφίσημα μηνύματα. Η  ομορφιά είναι η καλύτερη συστατική επιστολή, για ένα νέο κόσμο. Μακρυά από τα κινητά, που μας έλυσαν τα χέρια, όμως μας φίμωσαν το στόμα και το μυαλό. Μακρυά από την εμπορευματοποίηση της νοσταλγίας, το μόνο προϊόν που έμεινε στις πολυεθνικές να μας σερβίρουν.

Πόσο δίκιο είχε ο Marshall McLuhan, όταν έγραψε «Πρέπει να σκεφτόμαστε τη σχέση μας με τις τεχνολογικές εξελίξεις, σαν την εμπειρία μας όταν οδηγούμε σε έναν μεγάλο πολυσύχναστο δρόμο με υψηλή ταχύτητα. Πολλές φορές χρειάζεται να κοιτάξουμε στον καθρέφτη οπισθοπορείας για να προσανατολιστούμε καλύτερα. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση των Μέσων. Κοιτάζουμε το παρόν μέσα από έναν καθρέφτη οπισθοπορείας, έτσι ώστε να βαδίζουμε στο μέλλον με την όπισθεν».

Οι άνθρωποι είναι ρούχα που χάνουν το χρώμα και τις υφές τους, μέσα στο πολιτισμικό πλυντήριο. Αναλώσιμα αντικείμενα, χωρίς συναισθηματική αντοχή.

«Αυτό το διήγημα αντιμετωπίζει κάποιες μικρές δραματουργικές δυσλειτουργίες…»

«Τι εννοείς;»

«Εσύ τι εννοείς; Τι βλακείες είναι αυτές στην αρχή του κεφαλαίου;»

«Δεν είναι βλακείες! Είναι απόσπασμα από το βιβλίο που γράφω, μια αστική τραγωδία, για τη μετάλλαξη της εργατικής τάξης , από τον μετασχηματισμό του καπιταλισμού σε ψηφιακή φεουδαρχία, μέσω της χρηματιστικοποίησης. Πώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα διέρρηξε την εξάρτησή του από το παραγωγικό κεφάλαιο. Πώς το υποκείμενο γίνεται εμπόρευμα, αλλοτριώνεται και δε φτάνει ποτέ στην αυτοπραγμάτωση, ενώ...»

«Boooooriiiing!»

«Σταμάτα να κάνεις σαν έφηβος!»

«Φεύγω, με κούρασε ο άγονος ρεαλισμός».

«Να πλύνεις τα πιάτα στο σπίτι!»

 

VI

Ταξιδεύω στην άκρη της Αρκτικής. Το παγοθραυστικό αφήνει πίσω μας τα φιόρδ. Ο Αρκτικός ωκεανός μας αγκαλιάζει. Ανάμεσα στο γαλάζιο και το μαύρο. Τεράστια κομμάτια πάγου, σμιλευμένα από εκατομμύρια κύματα και χειμώνες. Ένα κοπάδι φάλαινες ταράσει τη σιωπή της πολικής νύχτας. Στο πηδάλιο, ο καπετάνιος Όλαφ μας οδήγει ατάραχος.  Είναι νεότερος από την ηλικία του, αλλά τα ταξίδια έχουν λαξεύσει στο πρόσωπο του έναν ιστό από ρυτίδες, μια μόνιμη έκφραση αυπνίας.

Μαζί μου ταξιδεύει η Κλαούντια. Ιταλίδα influencer, δεν έχω καταλάβει για ποιον λόγο είναι εδώ. Μάλλον για να έχει διαφορετικό φόντο για τα stories και τα reels της. Ψηλή, καστανόξανθη, μια instagram mable Barbie, με μεγάλα γαλάζια μάτια, μόνιμο χαμόγελο, και δεκάδες μικρές πλαστικές επεμβάσεις. Κουραστικά εξωστρεφής. Λίγο πιο δίπλα της, ο Γιόζεφ, Σλοβάκος επιστήμονας. Ήρθε εδώ για να κάνει μια έρευνα, για την επίδραση του κλίματος στον ανθρώπινο οργανισμό. Συζητάει με τον Κλάους, Νορβηγό ωκεανολόγο.

Το παγοθραυστικό περνάει ξυστά από ένα τεράστιο βράχο πάγου. Μια πολική αρκούδα εμφανίζεται. Μας κόβεται η ανάσα. Μας κοιτάζει ακίνητη. Τα μεγάλα μαύρα μάτια της μοιάζουν με φακούς κάμερας. Την παρακολουθούμε σιωπηλοί, αμήχανοι, και με μια παράξενη αίσθηση ενοχής. Πως εισβάλλαμε στο σπίτι της, πως παραβιάζουμε την ιδιωτικότητα της. Εκτός από την Κλαούντια, που βγάζει δεκάδες selfies.

Καλώς ήρθατε στη Σπιτσβέργη, την πόλη με το πιο ηλίθιο όνομα στον πλανήτη, κέρδισε το Πικέρμι στα πέναλτι. Δεν είναι ακριβώς πόλη, μοιάζει με το σκελετό της φάλαινας που είδαμε λίγο πριν το πλοίο δέσει. Ένα σοβιετικό απολίθωμα, ένα φάντασμα πόλης, ένα ημιδιαφανές περίγραμμα που φωσφορίζει πίσω από το δέρμα του αρκτικού ψύχους.

Τρεις χιλιάδες άνθρωποι ζουν εδώ, διάφορες εθνικότητες. Η Σπιτσβέργη είναι κόμβος διέλευσης. Η ζωή εδώ είναι μια αίθουσα αναμονής. Δεν μπορείς  ούτε να πεθάνεις εδώ, ούτε να γεννηθείς. Αν πεθάνεις, σε μεταφέρουν αμέσως στη Νορβηγία, όπως και τις εγκύους. Φτάνουμε στο ξενοδοχείο. Τα δωμάτια είναι σαν μουσειακά εκθέματα. Πέφτω ξερή για ύπνο. Δεν κατάλαβα πότε πέρασαν τρεις μέρες. Η αρκτική νύχτα έχει βραχυκυκλώσει τις αισθήσεις μου.

Ξύπνησα πολύ νωρίς. Κατεβαίνω κάτω, με περιμένει ένας υποτυπώδης μπουφές. Ο καφές δεν έχει γεύση, οπώς και οτιδήποτε φαγώσιμο. Ακούγεται κραυγή, τρέχω στο διάδρομο. Μισάνοιχτη πόρτα. Μπαίνω μέσα προσεκτικά. Ο καπετάνιος είναι νεκρός. Ημίγυμνος στο πάτωμα, το πτώμα του μέσα σ’ έναν κύκλο αίματος. Παρατηρώ το χώρο, βγάζω μια φωτογραφία με το κινητό και βγαίνω από το δωμάτιο.

Οι αρχές απέκλεισαν το ξενοδοχείο. Μετά από ερκετές ώρες, επιστρέφουμε στα δωμάτια μας. Δεν μπορώ να κοιμηθώ, και όχι επειδή κρυώνω. Κοιτάζω τη φωτογράφια. Τα κομμάτια του παζλ επιπλέουν στο μυαλό μου, χρειάζεται απλά ένα αεράκι έμπνευσης για να τα ενώσει. Τόσα αστυνομικά έχω διαβάσει, δε μπορεί, θα τη λύσω την υπόθεση. Αποκοιμήθηκα με το κινητό στο χέρι. Ξύπνησα στις τέσσερις, ντύθηκα βιαστικά και μάζεψα τους συνταξιδιώτες  μου στο σαλόνι.

Μουρμούριζαν βρισιές στις γλώσσες τους. Τους άφησα να πιούν λίγο καφέ, πριν τους βομβαρδίσω με την αλήθεια.

«Καλημέρα. Το ξέρω πως σας ξύπνησα βάρβαρα, αλλά η αλήθεια δεν μπορεί να κρυφτεί. Ο δολοφόνος βρίσκεται ανάμεσα μας!».

Όλοι κοιτάζονται καχύποπτα μεταξύ τους, λες και κάποιος έκλασε στο ασανσέρ. Ακολουθούν διαμαρτυρίες, απειλές και γκρίνια.

«Σε πείραξε το κρύο, δεσποινίς;»

«Γιατί να τον σκοτώσει κάποιος από εμάς; Τον είχαμε ανάγκη! Ξεμείναμε εδώ, ο αντικαταστάτης του θα είναι εδώ σε μια εβδομάδα».

Τους αφήνω να εκτονώσουν το άγχος τους.

«Κύριοι και κυρία, είναι αληθή αυτά που λέτε. Όμως, η αλήθεια είναι σαν παγόβουνο, κάτω από την επιφάνεια κρύβονται πολλά περισσότερα από όσα φαίνονται. Βγάλτε τα κινητά σας, λάβατε όλοι τη φωτογραφία που σας έστειλα;»

«Μια με γάτες;»

«Ουπς, λάθος. Τώρα;»

«Ναι, βλέπουμε το πτώμα του καπετάνιου».

«Παρατηρήστε το δεξί του χέρι».

«Κρατάει κάτι πράσινο».

«Σωστά. Είναι περιτύλιγμα σοκολάτας».

«Και;»

«Μη βιάζεσαι Γιόζεφ. Ο καπετάνιος ήταν διαβητικός. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας, μου πρόσφερε κομμάτια από τη σοκολάτα του. Είχε απαίσια γεύση, τον ρώτησα τι ήταν. Ήταν ένα φυτικό υποκατάστατο».

«Ωραία όλα αυτά, όμως τι σχέση έχουν με εμάς;»

Η πονηρή Ιταλίδα νομίζει πως θα ξεφύγει.

«Αγαπητή Κλαούντια, θυμάσαι που βρεθήκαμε προχθές το βράδυ στο διάδρομο;»

«Ναι».

«Βγήκες από την τουαλέτα, κράταγες το νεσεσέρ σου και ένα σακουλάκι».

«Και τι μ’ αυτό;»

«Αν και  σκοτεινά, πρόσεξα τα μάτια σου, ήταν καστανά».

«Και;»

«Δεν είναι ποινικά κολάσιμο να φοράς χρωματιστούς φακούς επαφής, ίσως αισθητικά συζητήσιμο. Όμως, στη δική σου περίπτωση, εκτός από λόγους αισθητικής ή έλλειψης αυτής, φοράς φακούς γιατί έχεις μυωπία!»

Η Ιταλίδα ζαρώνει. Οι υπόλοιποι  την κοιτάζουν με μισό μάτι.

«Ισχύει. Αλλά τι σχέση έχει με το φόνο του καπετάνιου;»

«Αγαπητή μου Κλαούντια, έχεις μυωπία και μάλιστα πολλή. Στη βιασύνη σου να με καληνυχτίσεις, δεν πρόσεξες την εξής λεπτομέρεια. Μέσα στο σακουλάκι είχες τσαλακωμένα περιτυλίγματα σοκολάτας γάλακτος. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία. Μέχρι που είδα στο καλαθάκι της τουαλέτας, ένα σκισμένο πράσινο χαρτί. Είχε πάνω του έναν τάρανδο, όπως και η σοκολάτα που μου προσφερε ο καπετάνιος!.

Άλαλα τα χείλη του ποιμνοίου. Η Ιταλίδα βρίζει στη γλώσσα της, οι υπόλοιποι είναι όρθιοι γύρω της και της φωνάζουν.

«Λες ψέματα!»

«Αγαπητή Κλαούντια, είναι ψέματα πως τον φλέρταρες και σε απέρριψε;»

«Δε με απέρριψε!»

«Είναι ανώφελο να προσποιήσε. Όταν βγάλαμε μαζί selfie, είδα στην οθόνη του κινητού σου τη συνομιλία σας. Του έστειλες γυμνές φωτογραφίες και αυτός σε μπλόκαρε».

Η Κλαούντια βάζει τα κλάματα. 

«Ναι, είναι αλήθεια, αλλά γιατί να τον σκοτώσω;»

«Έχεις δύο εκατομμύρια λόγους για να το κάνεις».

«Τι εννοείς;»

«Είναι όρος στο προγαμιαιό συμβόλαιο σου. Αν απατήσεις τον άντρα σου, υπάρχει ρήτρα. Ο ηλικιωμένος μεγιστάνας σύζυγος σου είναι πολύ ζηλιάρης. Φοβήθηκες πως θα μάθαινε για το αποτυχημένο φλερτ σου, και αποφάσισες να εξαφανίσεις όλα τα ίχνη».

«Ωραία, βρήκαμε την ένοχη, μπορούμε να πάμε για ύπνο;»

«Κάτσε κάτω μωρή πεσκανδρίτσα από τη Σλοβακία!»

Έκατσαν όλοι κάτω σαν υπάκουοι μαθητές.

«Είσαι κι εσύ ένοχος!»

«Τι;»

Ακόμη και η Κλαούντια τον κοίταξε έκπληκτη.

«Μπορεί να σπούδασες Ανθρωπολογία, αλλά δεν πήρες ποτέ πτυχίο. Ήρθες εδώ σαν κατάσκοπος του συζύγου της Κλαούντια!».

Επιφωνήματα, μουρμουρητά, καχυποψία.

«Ναι, είναι αλήθεια, γιατί όμως να σκοτώσω τον καπετάνιο;»

«Γιατί είσαι ερωτευμένος με τον άντρα της!»

«Πώς;»

«Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, απέφευγες την Κλαούντια. Ένω όλοι οι άντρες στο πλοίο την κοίταζαν σαν ξελιγωμένοι χάνοι. Ενώ τρώγαμε μεσημεριανό, πρόσεξα πως όλες οι σημειώσεις σου ήταν στα Ιταλικά, ενώ στην οθόνη του λάπτοπ σου, η συνομιλία σου με κάποιον Ρομπέρτο δε σταματούσε ποτέ. Μια πρόχειρη μετάφραση και αναζήτηση του ονόματος Ρομπέρτο Πεσότο έλυσε τις απορίες μου».

Ο Γιόζεφ προσπαθεί να πνίξει το λυγμό του.

«Βρήκα αρκετές φωτογραφίες του, και στις περισσότερες, ήσουν κι εσύ μέσα. Πάντα λίγο πιο μακρυά από τον Πεσότο, πάντα με το ίδιο πληγωμένο βλέμμα. Προχθές, την ώρα που έδινες κατάθεση, ψαχούλευσα το λαπτοπ σου. Δουλεύεις εδώ και τρία χρόνια για τον Πεσότο. Σε σαγήνευσαν τα πλούτη και η ισχύς του. Ήξερες πως είναι αυστηρά straight. Και αν μάθαινε για τα φλερτ της Κλαούντια, δε θα σε χρειαζόταν πια. Οπότε, σκότωσες τον καπετάνιο, για να καλύψεις κάθε ίχνος. Για να συνεχίσεις να υπάρχεις στη ζωή του Πεσότο, σαν αναρριχητικό φυτό, γύρω του δίπλα του, αλλά ποτέ μαζί του. Θρέφεις την αυταπάτη που λέγεται ελπίδα. Και αυτή τη φορά, χρειάστηκε αίμα».

Ο Γιόζεφ καταρρέει. Η Κλαούντια λιποθυμάει. Ο Κλάους την προλαβαίνει πριν πέσει στο πατωμα. Ο Νορβηγός ωκεανολόγος με κοιτάζει με δέος.

«Μπράβο σας δεσποινίς, μα πώς τα καταλάβατε όλα αυτά;»

«Διαβάζω τρία βιβλία την εβδομάδα κύριε μου, τι νομίζετε πως κάνουμε; Ψάρια πουλάμε;»

«Θα ειδοποιήσω την αστυνομία του νησιού».

«Καθίστε κάτω κύριε Μπόργκενσεν!»

Ο Νορβηγός κάθεται αργά στην καρέκλα του. Η Κλαούντια και ο Γιόζεφ τον κοιτάζουν αμήχανα.

«Μα…»

«Μαρέγκα. Νόμιζες πως θα τη γλυτώσεις;»

«Εγώ…;»

«Άσε ρε πονηρέ. Σκόπευα να σε αφήσω, γιατί τα δικά σου κίνητρα είναι λιγότερο ιδιοτελή, μα η αλήθεια δεν κάνει διακρίσεις».

«Μη μου πεις πως είναι κι αυτός ερωτευμένος με τον άντρα μου;»

«Σιλάνς εσύ σουρτούκω!».

Γεμίζω ένα ποτήρι κρασί. Τους κοιτάζω με βελούδινη αταραξία και μεταξένια περιφρόνηση. Τύφλα να’χει ο Daniel Graig στο Knives Out.

«Κλαόυς Μπόργκενσεν, γνωστός οικολόγος ακτιβιστής, για κάποιους eco-terrorist.  Σκότωσες τον καπετάνιο λόγω του παρελθόντος του. Ήταν χρόνια πλοίαρχος σε φαλαινοθηρικά. Σε μια από τις αποστολές διαμαρτυρίας σε πλοίο του, σκοτώθηκε ο φίλος σου. Από τότε ορκίστηκες εκδίκηση. Έστησες καλά την σκηνή του εγκλήματος, όμως η αυταρέσκεια σου σε πρόδωσε».

«Τι εννοείς;»

«Μην κάνεις το μαλάκα. Ήξερες τα πάντα για τους συνταξιδιώτες σου. Χάκαρες τα κινητά τους. Θα τα είχες καταφέρει αν δεν έκανες το μοιραίο λάθος».

«Ποιο;»

«Έβαλες το πτώμα μέσα σε έναν κύκλο από αίμα. Δεν άντεξες, έπρεπε να υπογράψεις το αριστούργημα σου. Το πρόσεξα τυχαία. Όταν βγήκες από το τζακούζι, είδα το τατουάζ σου στο στήθος. Έναν κόκκινο κύκλο με ρούνους. Μια γρήγορη έρευνα μου αποκάλυψε τα πάντα. Είναι σύμβολα ένος αρχαίου τελετουργικού των Βίκινγκς. Το έκαναν στο χωρίο σου μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 70. Αποφάσισες να τιμωρήσεις τον καπετάνιο με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο. Ίσως και σαν προειδοποίηση».

Ο Κλάους αναστενάζει λυπημένος. Ανάβει τσιγάρο και με κοιτάζει με οίκτο.

«Σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό. Έπρεπε να γίνει».

«Ίσως, αλλά δεν είμαι εγώ αυτή που θα το κρίνει. Το δικό σου κίνητρο είναι απλά μια ακόμη στρώση στην τούρτα της απάτης και του ψεύδους».

Άλαλα τα χείλη των ασεβών ξανά.

«Είστε όλοι ένοχοι. Μαζί το οργανώσατε».

Φωνές, απειλές, εκτόξευση αντικειμένων.

«Μην τολμήσετε να κάνετε το παραμικρό. Όλη αυτή η στιχομυθία μεταδίδεται live στο διαδίκτυο. Ενημέρωσα τις αρχές, σε λίγο θα είναι εδώ. Απολαύστε τα τελευταία λεπτά ελευθερίας».

Τους αφήνω εμβρόντητους. Παίρνω μαζί μου το μπουκάλι με το κρασί. Ξαπλώνω με τη γλυκιά γεύση του θριάμβου να γαργαλάει τον ουρανίσκο και τα G-spots του εγωισμού μου. Το κερασάκι στην τόυρτα των plot twists; Εγώ σκότωσα τον καπετάνιο και τους φόρτωσα το φόνο, μπας και με αφήσουν ήσυχη, να γράψω επιτέλους το βιβλίο μου. Ήρθα στην άκρη της άκρης του κόσμου, και πάλι δε βρίσκω χρόνο να γράψω!

 

VII

Πέρασε μια εβδομάδα. Είμαι η μόνη που επέζησε. Την επόμενη μέρα του θριάμβου μου, ξύπνησα από ουρλιαχτά. Παντού πτώματα, κουρελιασμένες σάρκες, άνθρωποι αποφάγια. Βρήκα τον Κλάους μισοπεθαμένο. Μου περιέγραψε τι συνέβη. Ορδές τεράτων επιτέθηκαν στην πόλη. Σκότωσαν τους πάντες. Ξεψύχησε στα χέρια μου. Δε θα ξεχάσω ποτέ τον τρόμο που έκαιγε στο βάθος των ματιών του. Κρύβομαι συνεχώς. Ακούω τα τα τέρατα να κροταλίζουν μέσα στο πολικό έρεβος. Η γλώσσα τους είναι ανατριχιαστικά αηδιαστική. Σαν σάρκα που σκίζεται, από νύχια που χαράζουν πίνακα.

Πρέπει να φύγω από εδώ. Είναι έξω από το δωμάτιο. Η μορφή τους αχνοφαίνεται πίσω από το θαμπό τζάμι. Μια μουτζούρα από αίμα, γεμάτη δόντια και δεκάδες μάτια, που κυματίζουν, πράσινες φωτιές που ψιθυρίζουν φόβο. Πρέπει να φτάσω στο πλοίο, δεν υπάρχει άλλος τρόπος διαφυγής. Ανοίγω το γκάζι στο ξενοδοχείο. Η έκρηξη θα είναι αντιπερισπασμός.

Τρέχω, με όλη τη δύναμη της ύπαρξης μου. Είναι πίσω μου, το δηλητήριο της ανάσας τους μου καίει το δέρμα. Πέφτω κάτω. Το τελευταίο πράγμα που βλέπω πριν πεθάνω, είναι ένα σμήνος ανείπωτης φρίκης. Μια διασταύρωση σκορπιού, νυχτερίδας και σμέρνας, πλάσματα που δε χωράνε σε καμιά κόλαση και κανένα εφιάλτη, σκέπασαν τον ουρανό. Μια κορδέλα θολά αστέρια αναμέσα στα φτερά τους. Οι κραυγές τους καυτές βελόνες στο μυαλό μου. Κλείνω τα μάτια. Δεν πρόλαβα να γράψω το βιβλίο μου. Δεν πρόλαβα να κάνω τόσα πολλά. Δεν...

Ριπές πολυβόλου σκεπάζουν τα απόκοσμα ουρλιαχτα. Ανοίγω τα μάτια. Ένα ιπτάμενο έλκηθρο. Ο Άγιος Βασίλης σκοτώνει στα τέρατα. Κατεβαίνει από το έλκηθρο. Αδειάζει το πολυβόλο και μετά με το μαχαίρι του, κόβει τα τέρατα σαν μαρίδες. Αφού έκοψε και το τελευταίο σαν μπουγάτσα, με σηκώνει και με βάζει στο έλκηθρο. Πετάμε πάνω από τον αρκτικό ωκεανό. Φτάνουμε σε ένα κάστρο από πάγο. Μέσα, ένας λαβύρινθος από βιβλιοθήκες. Καταλήγουμε σ’ ένα δωμάτιο με τζάκι. Ο Άγιος Βασίλης  μου προσφέρει μπράντυ και φρούτα. Στέκεται μπροστά στη φωτιά. Βγάζει το πάνω μέρος  της στολής του.

Άγιε Βασίλη, τι κοιλιακοί είναι αυτοί… Καλέ, ανταριάστηκα. Μισό λεπτό. Έχει τατουάζ σφυροδρέπανο στο μπράτσο. Δεν είναι δυνατόν, δεν είναι ο Άγιος Βασίλης, είναι ο…

«Μαρξ. Καρλ Μαρξ. Shaken, but no stirred».

«Μα πώς;»

«Αγαπητή μου, ξεκουράσου, και θα σου εξηγήσω τα πάντα στο δείπνο.

Η τραπεζαρία είναι για Όσκαρ Art Direction. Το γεύμα υπέροχο. Ο Κάρολος, μεταξύ άλλων είναι τρομερός μάγειρας. Σερβίρει το σορμπέ καρύδα και μου εξηγεί τα πάντα. Ο Ένγκελς  ήταν ή μάλλον είναι ακόμα αλχημιστής. Βρήκε το μυστικό της αθανασίας και το πώς να δημιουργεί χρυσό. Σκηνοθέτησαν και οι δύο το θάνατο τους, κρύφτηκαν, οργανώθηκαν, και παρακολουθούν την πορεία της ανθρωπότητας από τις σκιές.

«Και πότε θα επέμβετε;»

«Όταν ωριμάσουν οι συνθήκες».

Κ.Κ.Ε. entered the chat. Αντιπαρέρχομαι το κλισέ και αντιστέκομαι στην παρόρμηση να τον μουτζώσω.

«Παρακολουθώ από το Φρούριο της Μοναξιάς μου την αργή κάθοδο του ανθρώπινου είδους στην άβυσσο της αυτοκαταστροφής».

«Είσαι κάτι σαν κομμουνιστής Batman;»

«Αγαπητή μου, σταμάτα να βλέπεις τον κόσμο μέσα από τα παραμορφωτικά γυαλιά του καπιταλιστικού μανιχαϊσμού. Επιπλέον, ο Batman είναι απλά ένας ασφαλίτης, ένας δισεκατομμυριούχος με αποικριάτικη στολή, που απλά εξουδετερώνει τον ανταγωνισμό».

«Ωραία όλα αυτά, όμως τι κάνω εδώ;»

«Θα είσαι ο Δούρειος ίππος του σχεδίου μου».

«Δηλαδή;»

«Αύριο θα πας στην καρδιά του ιμπεριαλιστικού κτήνους. Στο χριστουγεννιάτικο πάρτι ενός χρηματιστή στη Νέα Υόρκη».

«Και τι θα κάνω;»

«Θα τον γοητεύσεις. Τα υπόλοιπα μέρη του σχεδίου θα αποκαλυφθούν στη συνέχεια».

Την επόμενη μέρα, ξύπνησα σε σουίτα πολυτελούς ξενοδοχείου. Δίπλα μου ένα ντοσιέ. Μέσα του, φωτογραφίες του στόχου και πληροφορίες. Στη ντουλάπα, κρεμασμένο ένα εντυπωσιακό φόρεμα. Άραγε, μπορώ να το κρατήσω για το γάμο της ξαδέρφης μου;

Το μέρος είναι γεμάτο. Μόνο τα ορεκτικά, κοστίζουν το ΑΕΠ μικρής αφρικανικής χώρας. Ο στόχος παίζει με τα μάτια όλο το βράδυ. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Μελος του προσωπικού, μου δίνει έναν φάκελο. Ο στόχος με καλεί αύριο στο penthouse του.

Η θέα είναι εντυπωσιακή. Μου προσφέρει σαμπάνια. Καθόμαστε στο μπαλκόνι.

«Δεσποινίς, ξέρω γιατί είστε εδώ».

Απ’ ό,τι φαίνεται όλοι ξέρουν τα πάντα, εκτός από μένα…

«Και τι θα κάνετε γι’ αυτό;»

«Τίποτα».

«Γιατί;»

«Ήμουν κι εγώ ακόλουθος του Καρόλου».

«Ε;»

«Με έστειλε πριν χρόνια, να διεισδύσω στο σύστημα. Μέχρι που ανακάλυψα το εξής: Ήμουν καλός σε αυτό το παιχνίδι. Έκανα τις κατάλληλες γνωριμίες, και μέσα σε έξι μήνες, έγινα ζάμπλουτος. Το παιχνίδι πλούτου, ειδικά του χρηματιστηρίου και των επενδύσεων, είναι πιο στημένο κι από αγώνα Γ΄ Εθνικής».

«Δηλαδή, πρόδωσες τις ιδέες σου;»

«Όχι ακριβώς».

«Αλλά;»

«Τις έβαλα για λίγο στην κατάψυξη. Δεσποινίς, μου αρέσατε από την πρώτη στιγμή. Οπότε, θα σας πω όλη την αλήθεια. Ο τρυφηλός βίος μου αποκάλυψε πλευρές που δε γνώριζα. Ο άνθρωπος είναι μια ατελής και πεπερασμένη ύπαρξη. Ένα πιόνι δεν μπορεί να κερδίσει την παρτίδα. Οπότε, αποφάσισα να γευθώ το μεδούλι της ζωής».

«Είσαι προδότης!»

«Ίσως. Δεν έπαψα ποτέ να πιστεύω στις ιδέες του Καρόλου. Κι αν επιμένετε, θα σας βοηθήσω. Εκτός…»

«Εκτός;»

Με πλησιάζει, περνάει το χέρι του στα μαλλιά μου. Σεμναά!

«Αν μείνετε μαζί μου, θα πραγματοποιήσω όλα σας τα όνειρα».

«Θα μου πάρεις πλυντήριο πιάτων;»

«Αφήστε τα χωρατά, ξέρετε τι εννοώ. Διάβασα τα βιβλία σας, μου άρεσαν πολύ. Θα φροντίσω  να μεταφραστούν και να εκδωθούν στους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους. Θα είστε κάθε εβδομάδα στη λίστα των best sellers των Times. Δε θα χρειαστεί να ξαναδουλέψετε ποτέ στη ζωή σας. Θα είστε απόλυτα αφοσιωμένη στην τέχνη σας».

Δε λέω, δελεάστηκα.

«Με τι αντάλλαγμα;»

Μου φιλάει το χέρι.

«Λίγα ψίχουλα τρυφερότητας».

«Μόνο;»

Καγχάζει. Σηκώνεται και ανάβει τσιγάρο. Δε λέω, για χαρακτήρας σαπουνόπερας, δεν είναι άσχημος.

«Ακούστε δεσποινίς. Ίσως έχετε την εσφαλμένη εντύπωση πως έχω τα πάντα. Ναι, απολαμβάνω ό,τι πιο εκλεκτό υπάρχει από υλικά αγαθά. Με διεκδικούν γυναίκες που τις ποθεί όλος ο πλανήτης. Ηθοποιοί, μοντέλα, απαστράπτουσας ομορφιάς. Που κάνουν στοματικό έρωτα μέχρι να πέσεις σε κώμα, και μετά σου κάνουν κι άλλο μέχρι να ξυπνήσεις, που…»

«Έλα, φτάνει, καταλάβαμε».

«Έχετε δίκιο. Λοιπόν;»

«Δεν προδίδω τα ιδανικά μου για λίγη χλιδή. New York Times είπαμε;»

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Στις 23:59, ένα ντόμινο εκρήξεων θα γκρεμίσει τον κόσμο όπως τον ξέρουμε. Το χρηματιστήριο της Wall Street, τα γραφεία των μεγαλύτερων τραπεζών και επενδυτικών ομίλων θα γίνουν στάχτη. Η επανάσταση αρχίζει εδώ. Ο γόης κράτησε την υπόσχεση του. Μου παραχώρησε το penthouse για να απολαύσω το θέαμα. Μαζί με άλλοθι για παν ενδεχόμενο. Ο δειλός δεν έμεινε μαζί μου. Το έσκασε για Πουέρτο Ρίκο, μαζί με κάτι τσουλάρες. Χοιρινά όλοι τους.

Η πρώτη έκρηξη ανθίζει στον καμβά από ατσάλι, γυαλί και τσιμέντο. Δεύτερη, τρίτη, τέταρτη. Αδειάζω το ποτήρι με τη σαμπάνια. Στην υγειά σου Καρλ. Δευτερόλεπτα πριν αποκοιμηθώ, τα κτίρια επανέρχονται στην αρχική τους μορφή. Σαν βίντεο που κόλλησε. Τι σκατά…

Ένας τύπος μπαίνει στο σαλόνι. Φοράει κοστούμι, γυαλιά ηλίου και ακουστικό. Το γέλιο του με ανατριχιάζει.

«Δεσποινίς… Είστε τόσο αφελής όσο και ο κύριος Άντερσον».

«Ποιος;»

«Μα καλά, δεν έχετε δει το Matrix;»

«Ωω, μην αρχίζεις κι εσύ σαν τον άχρηστο, κάθε εβδομάδα μου πρήζει τους αδένες να το δω!»

«Ε πρέπει, πώς θα συνεχίσει η πλοκή του διηγήματος;»

«Με έχετε κουράσει όλοι εσείς, χαρακτήρες από ταινίες που δεν έχω δει και pop culture αναφορές που δεν τις καταλαβαίνω».

«Τέλος πάντων. Το σχέδιο σας απέτυχε».

«Και τι γίνεται τώρα; Θα πάω φυλακή; Μάλλον μόνο εκεί θα μπορέσω να γράψω με την ησυχία μου».

«Όχι!»

«Τότε;»

«Θα διαγραφείτε, όπως κάθε ξεπερασμένο πρόγραμμα».

«Πώς είπατε;»

«Θα σας το πω στη διάλεκτο και την ορολογία που καταλαβαίνετε εσείς τα πρωτόγονα θηλαστικά. Θα πάτε στην κόλαση, θα πεθάνετε. Ο καπιταλισμός είναι απλά άλλο ένα επίπεδο ελέγχου, μια στρώση στο πλέγμα. Ένα υποσύστημα ανάμεσα στα άλλα που δημιουργήσαμε, για να σας έχουμε σε καταστολή».

«Σε απλά Ελληνικά δελτίου ειδήσεων;»

«Όλα τα δίπολα του πολιτισμού σας, καλό-κακό, καπιταλισμός-κομμουνισμός, θεός-σατανάς, είναι απλά κομμάτια του κώδικα. Άπειρες παραλλαγές του δυαδικού συστήματος. Εσείς τώρα, είστε προ μιας απόφασης, πρέπει να διαλέξετε. Αν θα είστε με το 0 ή με το 1. Για την περιορισμένη σας αντίληψη, αυτό είναι η ψευδαίσθηση της επιλογής. Ενώ απλά είναι ένα πρωτόκολλο αφομοίωσης».

«Μπορώ να πάρω τη βοήθεια του τηλεφώνου;»

«Χιούμορ…  Αμυντικός μηχανισμός απέναντι στην απελπισία του αναπόφευκτου. Αποδεχθείτε το!»

Οι τοίχοι ξεφλουδίζουν, τα πάντα γύρω μου είναι πράσινα γράμματα. Τι συμβαίνει. Η σκιά του με πλησιάζει, οι παλμοί μου κοντεύουν να σπάσουν τα τύμπανα μου. Όχι...

Σπάει το τζάμι, ένα πορτοκαλί Zastava μπήκε στο σαλόνι. Τι συμβαίνει; Από μέσα βγαίνει ο άχρηστος. Κρατάει μια βαλίτσα. Ωραίο κοστούμι, γιατί δε φοράει τέτοια όταν βγαίνουμε. Αα καλά, κάτσε να γλυτώσω και θα σε περάσω δύο χέρια παντόφλα, τρωγλοδύτη!

«Ενδιαφέρον, τρυπήσατε τον κώδικα. Μα δεν θα αποφύγετε τη συντριβή».

«Θα κάνεις τίποτα ή απλά θα ποζάρεις σαν βίζιτα στο Instagram;»

«Νομίζεις πως μπορείς να με σταματήσεις;»

«Εγώ όχι, αλλά αυτός μπορεί».

Ο βλαμμένος σύντροφος μου ανοίγει την πίσω πόρτα του Zastava. Βγαίνει ο Keanu Reeves! O βλαμμένος ανοίγει τη βαλίτσα μπροστά στον Keanu.

«May I suggest, the Benelli M4A1. A new Italian classic…».

Ο John Wick κάνει κομφετί τον τύπο με το απόκοσμο γέλιο και κατεβαίνει για να θάψει την υπόλοιπο πληθυσμό της Νέας Υόρκης. Μπαίνουμε στο Zastava και πετάμε μακρυά.

«Μπορείς να μου πεις τι συμβαίνει;»

«Θυμάσαι που σου είπα να φας όποιο γλυκό θέλεις, εκτός από τα ροζ σοκολατάκια;»

«Ναι!»

«Γιατί έφαγες από αυτά;»

«Γιατί δε μου αρέσει να μου λες όχι. Μπορεί να σου συγχωρήσω μέχρι και απιστία, αλλά όχι το να μη μοιράζεσαι γλυκά μαζί μου!»

«Είχαν LSD μέσα…»

«Τι το θέλεις;»

«Θέλω να πειραματιστώ για να γράψω το νέο μου σενάριο».

«Πήγαινε με σπίτι μικρέ  Lynch από το Αιγάλεω, και θα σε δείρω μετά το φαγητό».

«Δεν προλαβαίνουμε».

«Να σε δείρω τώρα;»

«Σε λίγο θα ξυπνήσεις στο κρεβάτι σου και θα ετοιμαστείς για δουλειά».

Πριν προλάβω να τον χαστουκίσω, ξύπνησα στο σπίτι. Σέρνομαι μέχρι την κουζίνα. Ένα δώρο πάνω στο τραπέζι. Ο βλαμμένος μου πηρε το Κεφάλαιο του Μαρξ σε graphicnovel, χαριτωμένο! Ωραίο σκίτσο. Μισό λεπτό, ο Μαρξ χαμογελάει. Η επίδραση του LSD δεν έφυγε. Γελάει περισσότερο, λες και διαβάζει τις σκέψεις μου.

«Δεσποινίς, φτιάξτε καφέ και απολαύστε το πρωινό σας. Όσα ζήσατε, μπορεί να συνέβησαν, μπορεί και όχι. Να θυμάστε πάντα το εξής, τίποτα δεν είναι αληθινό, τα πάντα επιτρέπονται».

Ο Μαρξ μου κλείνει το μάτι. ΟΧΙ, ΟΧΙ ΠΑΛΙ ΤΑ ΙΔΙΑ, ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ!!

 

TO BE CONTINUED... 

 

Διαβάστε επίσης: