ΚΑΝΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ

 

 

 

 

Το παρόν μυθιστόρημα αποτελεί φανταστικό δημιούργημα. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα είναι τελείως συμπτωματική.

 

της Ιώβης Εαρινή

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

 

    Ήταν ένα σκάνδαλο αυτή η σχέση για όλους όσους την γνώριζαν, και δεν ήταν λίγοι. Αυτός είχε κλείσει τα σαράντα πέντε, χωρισμένος με δύο παιδιά, εκείνη δεκαπέντε ετών, η μικρή κόρη μιας πολύτεκνης οικογένειας. Όταν έγινε το φονικό ακουστήκαν πολλά κι από πολλούς, όλοι είχαν κι από κάτι να πουν σε εκείνα τα ορεινά χωριά των Ιωαννίνων, γνωστοί και άγνωστοι των τραγικών ηρώων της.

     Θα μπορούσε να είναι πατέρας της! Φυσικά και θα μπορούσε, άλλωστε είχε ένα γιο δεκαεφτά ετών και μια κόρη δεκαεννιά. Μεγαλύτερα σε ηλικία τα παιδιά του από τη νεαρή φιλεναδίτσα του. Θα μπορούσε να είναι πατέρας της λοιπόν! Ναι, αλλά δεν ήταν…

Πολλά είχαν γίνει τους τελευταίους μήνες και κάπου δεν άντεξε το ήδη ξεγελασμένο μυαλό του. Στην αρχή όλα ήταν όμορφα, τώρα τα θυμάται χαμογελαστός μέσα στο σκοτεινό κελί του, χωρίς να επιτρέπει στο μυαλό του να συνεχίσει τη ροή των αναμνήσεων και να φτάσει στο έγκλημα που τον είχε οδηγήσει το θύμα του και οι περιστάσεις, να κάνει.

    Το κοριτσάκι ήταν ξεπεταγμένο, περίεργο πράγμα κι αυτό, κάποτε τα κορίτσια ήταν ντροπαλά και σεμνά, τώρα λες και τα έχει καβαλήσει ο διάολος, με το που θα μπούνε στο γυμνάσιο από παιδιά γίνονται γυναίκες, ποθούνε χάδια, φιλιά και είναι πολλές από αυτές που δεν αρκούνται σε αυτά αλλά θέλουν περισσότερα. Η τηλεόραση φταίει για όλα, φωνάζουν οι γιαγιάδες, αλλά δεν την κλείνουν κιόλας τη ριμάδα .   

    Το κοριτσάκι, όπως ήδη έχω αναφέρει, ήταν ξεπεταγμένο, και δυστυχώς για το φουκαρά τον Αποστόλη έπεσε στον δρόμο του. Δεν πέρασε πολύς καιρός, ούτε βδομάδα και τα ταίριαξαν οι δυο τους. Εκείνος διψασμένος για γυναίκα, άλλωστε δεν ήτανε κανένας ψαγμένος, κι ούτε είχε τον τρόπο του με τις γυναίκες, θεώρησε ότι ερωτεύτηκε το μικρό του λαγουδάκι. Κι εκείνη τον ερωτεύτηκε; Αμφίβολο. Πολλοί λένε για τα λεφτά, είχε κάποιο κομπόδεμα, το οποίο το χαράμισε όλο για τα καπρίτσια της, άλλοι πάλι ότι η μικρή ήταν διεφθαρμένη, οπότε ποιος άλλος από έναν άντρα μεγάλο και διψασμένο, θα της μάθαινε και θα της πραγματοποιούσε όλες τις ερωτικές της φαντασιώσεις, τα βίτσια της.

    Έφευγε από το χωριό της και πήγαινε και τον έβρισκε με το αγροτικό του πατέρα της σε μια καλύβα έξω από το δικό του το χωριό, και έπαιρνε φωτιά η καλύβα όπως τα γυμνά κορμιά τους, και έπαιρνε φωτιά και η καρδιά του Αποστόλη και το μυαλό του ξέφευγε.

    Καθώς όμως τα καπρίτσια πολλαπλασιάζονταν τα χρήματα μειώνονταν. Και για δες τύχη, τότε ακριβώς έμαθε για την παράνομη σχέση της Πηνελόπης ο μεγα­λύ­τε­ρος αδερφός της, δεκαεφτά χρονών μόλις. Ίσως όμως την έμαθε λίγο παραλ­λα­γ­μέ­νη, ότι ο Αποστόλης δήθεν ριχνόταν στη μικρή μα εκείνη δεν τον ήθελε. Άλλωστε τι να τον κάνει τον γεροξεκούτη; Κι έτσι ξεκίνησαν και τα προβλήματα του Αποστόλη με το νεαρό. Η Πηνελόπη από τη μεριά της προσπαθούσε να πείσει τον αδερφό της ότι δεν την ενδιέφερε εκείνος ο ξεπεσμένος άντρας. Από την άλλη όμως είτε από  συνήθεια, είτε η ακόρεστη σεξουαλικότητα της, την έστελνε κάθε βράδυ στον εραστή της, προσπαθώντας  να τον καθησυχάσει και να τον πείσει για το ενδιαφέρον της.

    Όμως τα προβλήματα που δημιουργούσε ο αδερφός την στον Αποστόλη ήταν άπειρα. Στην αρχή για χάρη της μικρής του ερωμένης ανεχόταν τις προσβολές, αδερφός βλέπεις, είχε κάποιο δίκιο, δεν μπορούσε να ξέρει τα αισθήματα του για την Πηνελόπη. Κάποια στιγμή όμως η κατάσταση άρχισε να φτάνει στο απροχώρητο. Δεν ήταν οι βρισιές, οι αδικαιολόγητες συκοφαντίες που του έσερνε δεξιά και αριστερά, σε όλα τα χωριά. Ούτε ακόμα ότι τον είχε φτύσει στα μούτρα κάποια στιγμή  που είχαν συναντηθεί σε ένα καφενέ, μπροστά στους συγχωριανούς του… ακόμα και το ότι είχαν αραιώσει οι επισκέψεις της Λόπης στην καλύβα, αν κι αυτό ήταν κάτι που τον ενοχλούσε περισσότερο, να πηγαίνει κάθε βράδυ να την περιμένει κι εκείνη να μην έρχεται, κι εκείνος να αναγκάζετε να σβήνει την φλόγα, με τον τρόπο που το έκανε στην εφηβεία, όταν δεν είχε φράγκο να πληρώσει επαγγελματία. Και πόσο ντρεπόταν γι’ αυτό, σαράντα πέντε χρονών άντρας. Αλλά ακόμα κι αυτό το αγνοούσε. Θα ξαναρθεί, σκεφτόταν, να ηρεμίσει λίγο η κατάσταση και θα ξαναρθεί .

    Αλλά αυτό που δεν άντεξε και τον έφερε στα όρια του ήταν το εξής περιστατικό. Ήταν ξαπλωμένος στην καλύβα και περίμενε τη Λόπη, όταν ξαφνικά η καλύβα έπιασε φωτιά. Έτρεξε έξω τρομαγμένος  κι είδε τον αδερφό της καλής του να στέκετε πάνω σε ένα βράχο. Το βλέμμα του ειρωνικό. Ο Αποστόλης έχοντας τα χαμένα κοιτούσε μία την καλύβα που καιγόταν και μία τον Κυριάκο. Δεν τον πείραξε που κόντεψε να καεί, αλλά στενοχωρήθηκε που καταστρεφόταν η φωλίτσα του, το άσυλο του έρωτα του. Με βιαστικές κινήσεις ανέβηκε πάνω στον βράχο που βρισκόταν ο Κυριάκος, εκείνος δεν έκανε βήμα, αντιθέτως εξακολουθούσε να τον κοιτάει προκλητικά.

    Ο Αποστόλης τον άρπαξε από το γιακά, μα ο Κυριάκος δεν τραβήχτηκε, δεν τον φοβόταν, άλλωστε τι είχε να φοβηθεί από έναν χαμένο;

    «Αν μέχρι την επόμενη Δευτέρα η καλύβα δεν είναι στημένη σε αυτό ακριβώς το σημείο, θα είσαι νεκρός .»

    Ο Κυριάκος τράβηξε ήρεμα το χέρι του Αποστόλη από το γιακά του πουκαμίσου του και γελώντας μέσα στα μούτρα του κατευθύνθηκε προς τους φίλους του, που τον περιμένανε δύο βήματα πιο δίπλα .                  

        

    Κόντευε να φύγει η βδομάδα κι ο Αποστόλης δεν είχε περάσει από το σημείο που άλλοτε ήταν στυμμένη η καλύβα. Θα περνούσε μία και καλή τη Δευτέρα το βράδυ, μετά τη δουλειά, δεν ήθελε να προκαλέσει το παιδί με την παρουσία του. Γιατί έτσι ήθελε να πιστεύει, ότι ο Κυριάκος μετανιωμένος ή έστω φοβισμένος, έστηνε την καλύβα. Θα περίμενε τη Δευτέρα λοιπόν, και η Δευτέρα ήρθε, με μεγάλη αγωνία πήγε στο μέρος που βρισκόταν κάποτε η καλύβα. Από μακριά δε φαινόταν τίποτα, όμως εκείνος σα να ήθελε να βεβαιωθεί, για να μην πράξει κάποια αδικία πλησίασε, μα τίποτα δεν υπήρχε εκεί, μόνο στάχτες και κάποια δοκάρια, καρβουνιασμένα κι αυτά.

    Ο θυμός που είχε καταπέσει κάπως μέσα στην βδομάδα, ξαναφούντωσε. Εγκαταλείποντας τις στάχτες της καλύβας τους, πήγε σε ένα μπαρ στα Ιωάννινα, όλη τη νύχτα έπινε, στο αίμα του είχε αναμίξει πολλά είδη διαφορετικών ποτών, στο μυαλό του όλα είχαν μπερδευτεί, παρελθόν με παρόν, ο έρωτας, η Λόπη, οι ντροπές κι οι προσβολές του Κυριάκου, η καλύβα που καιγόταν, το προκλητικό γέλιο του. Η ώρα κόντευε εφτά το πρωί όταν ο Αποστόλης επέστρεψε στο σπίτι, χωρίς να ξυπνήσει τη μάνα του ή το γιο του, πήρε την καραμπίνα, και ανεβαίνοντας στο μηχανάκι του γιου του κατευθύνθηκε προς το χωριό της αγαπημένης του.    

    Το λεωφορείο με τους μαθητές και άλλους επιβάτες πλησίαζε στην στάση του σχολείου, από τον καθρέφτη του ο οδηγός είδε ένα μηχανάκι να πλησιάζει και να το προσπερνάει με κίνδυνο να ξεφύγει από τον δρόμο και να πέσει στον γκρεμό, όμως τελικά κατάφερε να κάνει την προσπέραση και να χαθεί στον ορίζοντα αφού έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα. Ανακουφισμένος ο οδηγός αφού είχε αποφευχθεί το ατύχημα σταμάτησε το πούλμαν στην στάση του σχολείου για να αφήσει τους μαθητές. Τα παιδιά βγήκαν και περίμεναν να περάσουν στην πλευρά που ήταν το σχολείο τους. Ό,τι ακολούθησε έγινε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Ο Αποστόλης που περίμενε έξω από το προαύλιο κατέβηκε από το μηχανάκι μόλις είδε τον Κυριάκο, βλαστημώντας πήρε την καραμπίνα και σημάδεψε το παιδί, το οποίο ούτε πρόλαβε να αντιδράσει. Δύο πυροβολισμοί κι ο Κυριάκος κειτόταν νεκρός, λίγα βήματα μόλις μακριά από το σχολείο του.

    Άναυδοι όλοι από το συμβάν δεν ενδιαφέρθηκαν να σταματήσουν το δολοφόνο. Ο Αποστόλης πέρασε σταυρωτά στο στήθος του την καραμπίνα, ανέβηκε ξανά στο μηχανάκι κι επέστρεψε στο σπίτι του, κανείς ποτέ δεν έμαθε αν μίλησε με τη μάνα ή με το γιο του, εκείνοι το αρνήθηκαν. Πέταξε τη καραμπίνα, άφησε τη μηχανή και χάθηκε μέσα στα βουνά των Ιωαννίνων, προς άγνωστη κατεύθυνση.

    Τη μεθεπόμενη ήταν η κηδεία του Κυριάκου, είχε μαζευτεί πολύς κόσμος από τα γύρω χωριά, ακόμα και μέσα από την πόλη των Ιωαννίνων, για να συμπαρασταθεί στην οικογένεια. Από το σπίτι του ξεκίνησε μια μεγάλη πομπή για να συνοδέψει το νεαρό στην τελευταία του κατοικία. Όλη αυτή την ιστορία την παρακολουθούσε κι ο δημιουργός της από έναν ψηλό λόφο, κοντά στο κοιμητήριο, σκυμμένος ανάμεσα σε κάτι θάμνους. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει φυσικά πρόσωπα, παρά μόνο τον παπά και το λευκό φέρετρο όταν έμπαινε μέσα στον τάφο. Ύστερα άρχισε να φεύγει ο κόσμος και να μένουν μόνο κάποιοι άντρες με φτυάρια στα χέρια να σκεπάζουν το φέρετρο με χώμα.

    Ο Αποστόλης έβγαλε το κινητό του, το τηλέφωνο στο σπίτι χτύπησε, η μεγάλη αδερφή έτρεξε και το σήκωσε.

     «Παρακαλώ;»

    «Ήθελα να σας δώσω τα θερμά μου συλλυπητήρια. Λυπάμαι πολύ που δεν κατάφερα να παραβρεθώ ανάμεσα σας .»

    «Ευχαριστώ αλλά ποιος είστε;»

    «Ένας καλός φίλος της οικογένειας, να σας αφήσω τώρα, και πάλι λυπάμαι πολύ.»

    Απενεργοποίησε το τηλέφωνο και συνέχισε τον δρόμο του.

 

    Είχαν περάσει τέσσερις μέρες από εκείνη του εγκλήματος, ο Αποστόλης περνώντας ανάμεσα από επικίνδυνους γκρεμούς και λαγκάδια συνέχιζε τη πορεία του, πεινασμένος και διψασμένος, μα δεν το έβαζε κάτω και σίγουρα θα έφτανε στον προορισμό του, αν δεν τον συλλαμβάνανε. Τον περάσανε το φουκαρά για αλλοδαπό που είχε περάσει παράνομα τα σύνορα, κι έτσι συλλάβανε το φονιά του Κυριάκου.

    Στον ανακριτή ο Αποστόλης παρουσιάστηκε αμετανόητος. «Αγαπούσα την αδερφή του και δεν είχα σκοπό να τον πειράξω, αυτός έβαζε εμπόδια στην σχέση μας, με πρόσβαλε και με συκοφαντούσε…» Είπε κι άλλα πολλά που επιβάρυναν τη θέση του. Ο ανόητος, θέλησε να είναι ειλικρινής χωρίς να δείξει το παραμικρό ίχνος μεταμέλειας για τη δολοφονία του δεκαεφτάχρονου. Το ίδιο και στο δικαστήριο.

    «Τρεις ισόβια .» ανήγγειλε ο πρόεδρος του δικαστηρίου. Κι έτσι τώρα λιώνει μέσα στη φυλακή. Έχοντας ξεχάσει την προηγούμενη ζωή του, τα παιδιά του. Το μόνο που τον κρατάει είναι η ανάμνηση της, η ιστορία τους, εκείνη η καλυβούλα, που αν δώσει ο Θεός να βγει από τη φυλακή ζωντανός, θα πάει να την ξαναστήσει. Όσο χρονών κι αν είναι, ακόμα κι αν την επόμενη μέρα, είναι να πεθάνει.

    Κι αν τον ρωτήσει κάποιος αν θα άλλαζε κάτι από αυτή την ιστορία που τον οδήγησε στη φυλακή, εκείνος θα απαντήσει ότι δε θα άλλαζε τίποτα. Είναι ευτυχισμένος που την έζησε. Ήταν όμορφα όταν μύριζε το ζεστό κορμί της, το γεμάτο ζωή.

    Είχε άσχημη κατάληξη, το ξέρει κι αυτός, άσχημη κατάληξη για πολλούς, όμως αυτός προτιμά που την έζησε, έστω κι έτσι, παρά να μην τη ζούσε καθόλου.         

 

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

       Όταν είμαι στην Αθήνα, είναι πολλές φορές που κλείνω τα μάτια, και φέρνω στο νου μου το χωριό μας, το σπίτι μας στο χτήμα του παππού πίσω από το πατρικό, τα ξαδέρφια μου και τα τρελά μας παιχνίδια, τους τσακωμούς μας και τα γέλια μας, ιστορίες που μας διηγούταν η γιαγιά μας τα βράδια για αερικά κι εμείς τρέμαμε από το φόβο μας όταν ύστερα πηγαίναμε να ξαπλώσουμε στα κρεβάτια μας. Το Νίκο, το μεγάλο μας ξάδερφο, να μας τρομάζει… και τα μικρότερα να ουρλιάζουν, κάνοντας τους γονείς τους να βρίζουν. Ο μόνος που δε μας μάλωνε ποτέ, αντιθέτως γελούσε μαζί μας, με τα καμώματα και τα παθήματα μας ήταν ο παππούς. Αλλά αυτόν τον χάσαμε νωρίς. Λίγοι από εμάς έχουμε την ανάμνηση του.

    Το χωριό μας είναι αραιοκατοικημένο, χωρίζεται από πολλούς συνοικισμούς, αλλά εγώ δεν ξέρω άλλον από τον δικό μας. Παιδί κλειστό και αδιάφορο για ό,τι επικρατούσε έξω από τον μικρόκοσμο μου. Λίγα μέτρα από το σπίτι μας περνάει το ποτάμι, το καλοκαίρι είναι σχεδόν στεγνό από νερό, αντιθέτως το χειμώνα ακούγονται ορμητικά τα νερά του, που κυλάνε και φεύγουνε για τη θάλασσα. Από το σπίτι μας βλέπουμε τις σειρές των βουνών, φαίνονται να είναι πιασμένα και να χορεύουν. Το καλοκαίρι είναι καταπράσινα, κανένα γυμνό. Όσο για το χειμώνα, τα φαντάζομαι ντυμένα στα λευκά, σα νύφες έτοιμες να πάνε στην εκκλησιά .   

 

    Στα τέλη του καλοκαιριού, στις 30 του Αυγούστου, στη γιορτή του Αγίου Αλεξάνδρου, το χωριό μας έχει πανηγύρι. Όλα τα μεγάλα ξαδέρφια όπου κι αν βρισκόμασταν, κανονίζαμε αυτή τη συγκεκριμένη ημερομηνία να βρισκόμαστε στο χωριό, ήταν ένα αντάμωμα, ένας τρόπος να αποχαιρετήσουμε το Καλοκαίρι, να ανανεώσουμε το ραντεβού μας για το επόμενο και να γεμίσουμε δύναμη για να αντέξουμε το χειμώνα. Τα πρώτα χρόνια τα καταφέρναμε πολύ καλά, αλλά πλέον χαμένοι μέσα στα μεγαλεπήβολα σχέδια μας, η ημέρα αυτή δεν είναι τίποτε άλλο από  ένα χαρτάκι στο ημερολόγιο, που την επόμενη διαβάζουμε το τετράστιχο του και το παραπετάμε.

    Θυμάμαι το καλοκαίρι που ο Νίκος είχε παρουσιαστεί στον στρατό. Καθόμασταν στην μπροστινή αυλή του σπιτιού, με τα γέλια μας και τα πειράγματα μας. Ο Νίκος δεν είχε φανεί, κανείς μας δεν ήλπιζε ότι θα κατάφερνε να πάρει άδεια, ήταν πολύ ‘‘φρέσκος’’… όμως όλοι μας ξεχνούσαμε ότι είχαμε να κάνουμε με το Νίκο, που είχε πάντα τον τρόπο του. Άνοιξε την ξύλινη αυλόπορτα και πέταξε με θόρυβο κάτω το στρατιωτικό του σάκο.

    «Για να σας μετρήσω, είσαστε όλοι εδώ!» είπε γελώντας .

    «Ούτε μία απουσία, νιώθω περήφανος για την ομάδα μου, και εφόσον ήρθε ο αρχηγός σας, το βράδυ είσαστε ελεύθεροι να το γιορτάσετε .»

    Τον αφήναμε να μιλάει χωρίς να διακόπτουμε, τα μάτια μας δεν μπορούσαν να τον χορτάσουν, με την στρατιωτική του στολή, ψηλός κι αδύνατος, καστανός και πεντάμορφος. Πάντα ένιωθα τυχερή, που ήμουν ξαδέλφη του, ένας λόγος ήταν ότι δε θα έπεφτα ερωτικό θύμα του. Ο Νίκος ήταν ο κρυφός έρωτας και πόθος όλων των κοριτσιών, που τον γνώριζαν, και αν δεν το είχε εκμεταλλευτεί κι εκείνος!!!...

 

    Με τρελό κέφι που μεγάλωσε μετά την απροσδόκητη άφιξη του Νίκου, αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για το πανηγύρι. Όταν φτάσαμε στο προαύλιο της εκκλησίας, οι άντρες ένωσαν πολλά τραπέζια για να καθίσει η μεγάλη οικογένεια, τρία αδέρφια και τρεις αδερφές είχε ο πατέρας μου. Δίπλα στο Νίκο, καθίσαμε η μεγάλη μας ξαδέλφη η Κατερίνα, κι εγώ. Η Κατερίνα ήταν ψηλόλιγνη, καστανή και πολύ όμορφη, πάντα ένιωθα σαν σκιά δίπλα της, αλλά δεν τη ζήλευα όσο την αγαπούσα. Μόλις είχε κλείσει τα εικοσιένα, ήταν τριτοετής της Ιατρικής στο πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων.

    Καθόμασταν δίπλα στο Νίκο, ακούγοντας τις ιστορίες του από τον στρατό, πάντα είχε τον τρόπο να διηγείται όμορφα .

    Κόντευαν μεσάνυχτα, όταν έκανε την είσοδο του, στο προαύλιο της εκκλησίας, που γινόταν το πανηγύρι, ένα ζευγάρι. Το κορίτσι περπατούσε κρατώντας το βλέμμα του χαμηλά, αντιθέτως το αγόρι, βάδιζε δίπλα της ήρεμα, με τα χέρια στις τσέπες, και κοιτώντας απευθείας στα μάτια, όποιον τύχαινε να τον κοιτάζει από τους παρευρισκόμενους.

     Ψηλός, αδύνατος, μελαχρινός, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του σχεδόν παιδικά, μα το ύφος του αρρενωπά σκληρό.              

     «Να κάτι ενδιαφέρον!» σκέφτηκα και κοίταξα την Κατερίνα, που με ιδιαίτερη δυσαρέσκεια αντιλήφθηκα, ότι είχε μαγνητιστεί από την παρουσία του. 

    Μουρμουρητά ακουστήκαν από τα γύρω τραπέζια, μα τα περισσότερα ακουστήκαν από το δικό μας. Το ζευγάρι κάθισε σε ένα τραπεζάκι απέναντί μας.

    -Μα ποιοι είναι αυτοί επιτέλους; ρώτησα ψιθυριστά τη θεία μου που καθόταν δίπλα μου.

    -Ο γιος και η κόρη του Αποστόλη.

    -Ποιος είναι πάλι ο Αποστόλης;

    -Ο τύπος που είχε σκοτώσει προ δύο ετών τον αδερφό της ανήλικης φιλενάδας του, από το διπλανό χωριό.

    -Μάλιστα, μάλιστα. μουρμούρισε ο Νίκος .

    Στράφηκα προς την Κατερίνα, μα η τρελή είχε κολλήσει το βλέμμα της πάνω του και δεν έλεγε να το τραβήξει. Γύρισα προς το μέρος του. Σα να ήθελε να την κατασπαράξει με τα μαύρα του μάτια, αλλά υποψιασμένος, μεγάλο το δικό μας το τραπέζι, και έχοντας ήδη τον τίτλο του γιου του φονιά -την επόμενη μέρα μάθαμε το δικό του βιογραφικό στις ‘‘παράνομες επιχειρήσεις’’- κοιτούσε συνέχεια γύρω του.        

    Κοίταξα τους δικούς μου στο τραπέζι, ευτυχώς κανείς δεν είχε αντιληφθεί τα αμοιβαία ερωτικά τους βλέμματα. Από την στιγμή που τα αδέρφια κάθισαν, έπαψαν να ενδιαφέρουν, όλοι είχαν επιστρέψει στις συζητήσεις τους και στους παραδοσιακούς ήχους  του πανηγυριού.

    Έστρεψα το βλέμμα μου ξανά προς την ξαδέλφη μου. Επιτέλους είχε τραβήξει το βλέμμα της από πάνω του, και κοίταζε το Νίκο, που γνωρίζοντας πολύ καλά αυτά τα παιχνίδια, είχε πάρει πρέφα τι συνέβαινε. Ο νεαρός αρκετά αλαζονικός άρχισε να αδιαφορεί για τους γύρω του και να ρίχνει όλη του την προσοχή στην ξαδέλφη μου, που η καημένη είχε αρχίσει να τα χάνει. Ευτυχώς οι μεγαλύτεροι που θα έβαζαν στη θέση του το νεαρό, έχοντας ήδη πιει αρκετά, δεν του έδιναν πια καμία σημασία, οι μόνοι που είχαμε απομείνει να τον ‘‘αντιμετωπίσουμε’’, ήμασταν η Κατερίνα, ο Νίκος κι εγώ. Ο Νίκος πολύ θα ήθελε να του σπάσει τα μούτρα, το ένιωθα όπως κουνούσε νευρικά το πόδι του κάτω από το τραπέζι. Εγώ κι η Κατερίνα προσπαθούσαμε να τον συγκρατήσουμε, γνωρίζαμε καλά ότι οποιαδήποτε κίνηση του Νίκου εναντίον του νεαρού απέναντι, θα ενεργοποιούσε κατευθείαν όλους τους υπόλοιπους, κάνοντας αξέχαστο το γλέντι, και προκαλώντας άπειρα κουτσομπολιά, αφού όλοι κάτι θα είχαν να πουν για το γεγονός.

    Κάποια στιγμή ο Νίκος, μην βρίσκοντας άλλο τρόπο να αντιδράσει, πέρασε το χέρι του στους ώμους της ξαδέλφης μας, αγκαλιάζοντας την. Ο νεαρός μιμήθηκε την κίνηση και ειρωνικά αγκάλιασε την αδερφή του, σίγουρα ήξερε την σχέση αίματος ανάμεσα στα ξαδέρφια μου. Ο Νίκος ετοιμάστηκε να σηκωθεί, το χέρι μου πίεσε το πόδι του σε μια ύστατη προσπάθεια να ηρεμίσει και να καθίσει ξανά στη θέση του. Η Κατερίνα τον κοίταξε παρακλητικά, ποτέ δεν της άρεσε να προκαλεί. Κοιτάχτηκαν στα μάτια κι ο Νίκος ξανακάθισε. «Φτηνά την γλιτώσαμε, για την ώρα τουλάχιστον.» σκέφτηκα. Η Κατερίνα έδωσε ένα φιλί στο Νίκο και έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του, κλείνοντας για λίγο τα μάτια της. Ήμουν σίγουρη, πως και με κλειστά τα μάτια, το γιο του φονιά έβλεπε.      

    Με πήρε το μεσημέρι μέχρι να σηκωθώ από το κρεβάτι μου,  το τραπέζι είχε ήδη στρωθεί, και τα παιδιά είχαν κρυφτεί στα δωμάτια, ωσότου να τελειώσουν το γεύμα και οι μεγάλοι, για να πάρουν τη θέση τους στα κρεβάτια, και τα παιδιά ελεύθερα πλέον από τον έλεγχο των γονιών και των θείων, να αρχίσουν να αλητεύουν δεξιά και αριστερά. Πάντα ήταν η καλύτερη ώρα να απολαύσουν την ανεξαρτησία τους .

    «Καλά ξυπνητούρια.» μου ευχήθηκε ο Νίκος, που πίνοντας τον καφέ του, συζητούσε με τους μεγάλους. Η Κατερίνα καθόταν απομακρυσμένη, έχοντας στραμμένη όλη της την προσοχή στο μωρό, που μέσα στην περπατούρα του έκανε βόλτες στην τσιμεντένια πλέον, αυλή. Πλησίασα το Νίκο και αγκαλιάζοντας τον του έδωσα ένα φιλί.       

    -Για τι μιλάτε;

    -Για το φίλο μας το Μήτσο.

    -Ποιο φίλο μας, Μήτσο;

    -Τον τύπο στο πανηγύρι χθες, δε τον θυμάσαι;

    -Α! μάλιστα. Και γιατί ρωτάς, σου άρεσε;

    -Από το βόρειο πόλο το παράγγειλες το χιούμορ σου;

    -Όχι, μου στείλανε από πιο κοντά, από εκεί που υπηρετείς εσύ φαντάρος. Και τι ακριβώς ξέρουμε για το φίλο μας το Μήτσο, μάλλον άσε με να μαντέψω, μήπως του καταλογίζουμε το έγκλημα του πατέρα;

    -Δεν χρειάζεται, είναι από μόνος του άνθος. Γαϊδουράγκαθο .

    -Μυρίζει υπέροχα, και έχει κάτι όμορφα μοβ άνθη.

    -Έχει ληστέψει τα μισά σπίτια του χωριού.

    -Ωραία, του μένουνε τα υπόλοιπα μισά, θα έχει δουλειά κι αυτό το χειμώνα.

    -Αστειεύεσαι εσύ, αλλά αν μπει στο σπίτι σας θα σου κοπεί η χαρά.

    -Δε θα βρει και τίποτα να κλέψει.

    -Είναι σκέτος βάνδαλος.

    -Δηλαδή;

    -Στο σπίτι της θείτσας της Γεωργίτσας, φαίνεται ο πιτσιρίκος την είχε μεγάλο άχτι, αφού της έκλεψε ό,τι βρήκε, της γέμισε το πάτωμα με λάδι, όσο για το θείο το Θωμά, σκόρπισε γύρω από το κρεβάτι του ακαθαρσίες σκύλων.

    -Και πότε συνέβησαν αυτά;

    -Κάνει διάφορα κατά καιρούς. απάντησε ο θείος μου.

    -Τουλάχιστον έχει φαντασία. απάντησα αδιάφορα.

    -Κατά μάνα κατά κύρη. Είπε ο Νίκος. Κάτι ξέρει ο λαός που το λέει.

    -Ο λαός λέει επίσης, από ρόδο βγαίνει αγκάθι κι από αγκάθι βγαίνει ρόδο, μίλησε για πρώτη φορά η Κατερίνα.

    -Πράγματι όλο αντιφάσεις είναι αυτός ο λαός. Συμπλήρωσα .

    -Μπορείς να το ισχυριστείς αυτό, ο πατέρας μπροστά στο γιο ήταν ρόδο. απάντησε ο Νίκος.

    - Δε νομίζω ότι μπορεί να συγκριθεί ο φόνος με τις διαρρήξεις.

    -Τώρα διαρρήξεις, αργότερα όμως;

    -Ας μην το προδικάζουμε, δεν ξέρουμε πως θα τα φέρει η ζωή, για κανέναν από μας.

    -Σε αυτό έχει δίκιο η Στέλλα. συμφώνησε μαζί μου ο πατέρας του.

    Ο Νίκος έκανε έναν ειρωνικό μορφασμό.

    -Όμως εγώ δεν ήξερα ούτε για την ύπαρξη του ίδιου ή της οικογένειας του, μετά το φονικό το έμαθα. Που μένει ;

    -Γιατί θα του κάνεις βίζιτα; Με ρώτησε ο Νίκος .

    -Γιατί όχι, εδώ πάμε σε άλλους κι άλλους άσχετους.

    -Στον καταρράκτη, με την αδερφή του, έμενε και η γιαγιά αλλά πέθανε από το μαράζι όταν έκλεισαν στην στενή το γιο της.

    Η Κατερίνα σηκώθηκε από τη θέση της, πήρε το μωρό στην αγκαλιά της και μας πλησίασε.

    -Και είναι σίγουρο ότι τα κάνει αυτός ή απλώς είναι το εξιλαστήριο θύμα και του τα έχουν καταλογίσει όλα.

    -Όχι, τα έκανε, και μάλιστα πριν μπει ο πατέρας του μέσα.

    -Και γιατί δεν τον καταγγέλλουν αν είναι έτσι;

    -Σε χωριό είμαστε, άλλοι το λυπούνται και άλλοι το φοβούνται, δεν έχει κλέψει και πράγματα ιδιαίτερης αξίας, που να βρεθούν άλλωστε, κυρίως τρόφιμα κάποιες φορές έχει πάρει και ρούχα.

    -Θα είναι σε απελπιστική κατάσταση. είπα συμπονετικά.

    -Ναι καλά, αν ήταν έτσι θα είχε πιάσει μια δουλειά στα Γιάννενα, και δε θα έκανε πλιάτσικο στα ξένα σπίτια.

    -Όποιος είναι έξω από το χορό πολλά τραγούδια ξέρει, είπε ο θείος μου και αλλάξαμε συζήτηση. 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

 

    Όταν μετά από καιρό το έμαθα μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Η Κατερίνα ήταν πάντα ένα κορίτσι συνεσταλμένο, ποτέ της δεν αφηνόταν να παρασύρεται από ενθουσιασμούς, ήταν το ακριβώς αντίθετο από το Νίκο κι από μένα, που και την παραμικρή σπίθα τη βαφτίζαμε έρωτα, σχεδόν μέρα παρά μέρα το αντικείμενο του έρωτα μας άλλαζε μορφή και όνομα, όμως εκείνη ήταν τόσο σοβαρή, σχεδόν ποτέ δε μιλούσε για τέτοια θέματα, αντιθέτως αστειευόταν και μας πείραζε για τα ανόητα, κατά την ίδια, γέλια και δάκρια μας, αν και ο Νίκος ποτέ δεν παραπονιόταν για τα κορίτσια που έμπλεκε, γρήγορα έβρισκε κάποιο καινούριο  για να αντικαταστήσει το προηγούμενο.

    Ήταν ένα μεσημέρι, όλοι είχαν ξαπλώσει, ο Νίκος είχε επιστρέψει στο στρατόπεδο, κι εγώ είχα βυθιστεί στο διάβασμα. Βαλαντωμένη από την ανάγνωση έκλεισα το βιβλίο και πήγα στην αυλή με την ελπίδα να βρω την Κατερίνα. Συνηθισμένη από τη φασαρία μου φάνηκε περίεργη η εικόνα μιας άδειας αυλής, κάθισα κάτω από την κληματαριά και φαντάστηκα το τοπίο χιονισμένο και έρημο, όταν όλοι εμείς, χαμένοι στις μεγαλουπόλεις και τις δουλειές μας, δεν έχουμε χρόνο να σκεφτούμε καν την εικόνα μιας άλλης Ελλάδας, ενός τόπου γόνιμου και συνάμα έρημου.

    Και ενώ είχα βυθιστεί στις σκέψεις μου, εμφανίστηκε στον φράχτη η Κατερίνα, αναψοκοκκινισμένη και κάπως τρομαγμένη, εξεπλάγην που με είδε καθισμένη μόνη μου στην αυλή, η τόση ησυχία πιθανόν της έδωσε την ελπίδα να πιστέψει ότι το πεδίο ήταν ελεύθερο και κανείς δε θα πρόσεχε την επιστροφή της, ένας Θεός ξέρει από πού. Τώρα θα έπρεπε να δώσει εξηγήσεις και ήξερε ότι πάντα έκανα πολλές ερωτήσεις και ποτέ δεν ησύχαζα, πόσο μάλλον τώρα που τόσο η ίδια όσο και τα ρούχα της ήταν σε κακά χάλια, κοντοστάθηκε στην ξύλινη αυλόπορτα, ύστερα χωρίς να μου δώσει καμιά προσοχή προχώρησε με τη σιγουριά ότι ήταν αόρατη, προς το σπίτι της, αφήνοντας αυτή τη φορά εμένα έκπληκτη να την κοιτάω.

    Από το βουνό έρχεται το νερό παγωμένο, κυλώντας ανάμεσα από τις πέτρες, και φτάνοντας στον μικρό καταρράκτη για να καταλήξει σε μια από τις τρεις πηγές του χωριού μας. Τα ψηλά δέντρα με την πυκνή και πράσινη φυλλωσιά τους, κρύβουν αυτόν το δροσερό και μικρό παράδεισο που αν δεν πλησιάσεις αρκετά δεν μπορείς να διακρίνεις. Δέκα βήματα μόλις από τον καταρράκτη βρίσκετε το σπίτι του Δημήτρη, εκεί έκανε τα πρώτα του μοναχικά παιχνίδια, εκεί είχε χρίσει τον εαυτό του βασιλιά, και σαν γνήσιος βασιλιάς δεν επέτρεπε σε κανέναν να τον σφετεριστεί. Το αγαπημένο του παιχνίδι ήταν να τρομάζει τους ‘‘υπηκόους του’’ δηλαδή τους διαβάτες. Σκαρφαλωμένος πάνω σε ένα πλάτανο περίμενε κάποιον περαστικό, που χάρη στην ομορφιά του τόπου θα ήθελε να καθίσει και να ξεκουραστεί απολαμβάνοντας τη δροσιά του μέρους, ο Δημήτρης παραφύλαγε και μόλις πλησίαζε το υποψήφιο θύμα άρχιζε πάνω από το δέντρο του να κάνει θορύβους ή να μιμείται κάποιο ζώο.    

    Μάλιστα μια φορά παραλίγο να πέσουμε θύματα του, εγώ με το Νίκο. Ήταν ένα μεσημέρι που βαριόμασταν αθεράπευτα, έτσι χωρίς να δώσουμε λογαριασμό σε κανέναν πήραμε απόφαση να  εξερευνήσουμε το χωριό. Φτάνοντας στον καταρράκτη σταθήκαμε λίγο για να γεμίσουμε τα μπουκάλια μας με νερό, ο Δημήτρης καλά κρυμμένος στο δέντρο του άρχισε να κάνει προσπάθειες να μας τρομάξει, ο Νίκος που δε φοβόταν ή που ήθελε να το παίξει τολμηρός, με συγκράτησε από το χέρι, ύστερα αφήνοντας με άρχισε να σκαρφαλώνει στο δέντρο, αναγκάζοντας το Δημήτρη να παρουσιαστεί. Είχαμε κάνει καλή παρέα εκείνο το απόγευμα οι τρεις μας, όμως από τότε δεν ξαναμάθαμε νέα του, για τον πατέρα του ενημερωθήκαμε από την τηλεόραση, ενώ τον ίδιο τον ξανασυναντήσαμε μετά από πέντε χρόνια από την γνωριμία μας και δύο χρόνια ύστερα από το φονικό.                       

    Στην αυλή βρισκόταν μόνο η γιαγιά με την Κατερίνα και τον μικρό μας ξάδερφο, που εκείνο το καλοκαίρι τον είχε ‘‘υιοθετήσει’’ η Κατερίνα, αφού ήταν το μόνο άτομο που ήθελε, εκτός από τους γονείς του. Λέγοντας στη γιαγιά ότι ήθελε να πάει μία βόλτα της άφησε το μικρό και έφυγε, αγνοώντας τα κλάματα του, μιας και ήθελε να την ακολουθήσει.

    Μετά από είκοσι λεπτά περπάτημα έφτασε στον καταρράκτη, ήπιε δροσερό νερό από το αυλάκι και κάθισε στο πεζούλι, ο ψηλός πλάτανος πρόσφερε τον ίσκιο του, ενώ το μέρος φαινόταν έρημο. Εκτός από το νερό που έτρεχε και το κελάηδισμα των πουλιών τίποτε άλλο δεν μαρτυρούσε ζωή. Το γάβγισμα από ένα κουταβάκι ακούστηκε, η Κατερίνα κοίταξε γύρω της παραξενεμένη, τίποτα δεν υπήρχε πουθενά, μόνο το παραπονιάρικο γάβγισμα ακουγόταν.

    Με ένα σάλτο ο Δημήτρης πήδηξε από το δέντρο. Η Κατερίνα τραβήχτηκε φοβισμένη.

    -Με τρόμαξες. του είπε

    -Καλά έκανες και τρόμαξες, της απάντησε, είμαι επικίνδυνος.

    Με κόπο συγκράτησε τα γέλια της .

    -Σωστά, έχεις δίκιο.

    -Οπότε έχεις ακούσει για μένα.

    -Τίποτα απολύτως, όμως αφού το λες εσύ έχω εγώ κανένα λόγο να μη σε πιστέψω;

    -Και τι γυρεύεις εδώ;

    -Περαστική είμαι.

    -Και που πας;

    -Απλά μια βόλτα.

    -Το μεσημέρι είναι επικίνδυνα, έχει φίδια ο δρόμος.

    -Έχεις δίκιο, ίσως να πρέπει να επιστρέψω στο σπίτι. είπε μα δε σηκώθηκε από το πεζούλι.

    -Θα έρχεσαι από μακριά, φαίνεσαι κουρασμένη! κάθισε να ξαποστάσεις, θα σε προσέχω κι από τα φίδια. Είπε και κάθισε δίπλα της.

    Κάτι πήγε να μουρμουρίσει η Κατερίνα μα το μετάνιωσε.

    -Δεν κάνεις λίγο πιο πέρα γιατί θα πιάσουμε κοριούς.

    Αντί να απομακρυνθεί όμως αυτός ακούμπησε το χέρι του στο πόδι της.

    -Τι νομίζεις ό,τι κάνεις;

    -Γιατί νομίζεις ότι ήρθες;

    Πριν προλάβει να μιλήσει ο Δημήτρης τη φίλησε στο στόμα και με μια του κίνηση την ξάπλωσε στο γρασίδι.

    -Σε περίμενα, ήξερα ότι θα έρθεις.

    -Βλάκα σήκω από πάνω μου.

    -Το είδα στο βλέμμα σου προχθές το βράδυ στο πανηγύρι, της έλεγε καθώς τη χάιδευε.

    -Σήκω από πάνω μου. Επέμενε κάπως αδύναμα η Κατερίνα.

    -Με θες όσο σε θέλω. της ψιθύρισε.

    Για λίγο αφέθηκε στη μοίρα της, στα χάδια του και στα φιλιά του, όμως κάτι αντέδρασε μέσα της. Σε στιγμή που εκείνος δεν το περίμενε, του έριξε μια κλωτσιά σε σίγουρο σημείο ώστε να νιώσει τον πόνο και να την αφήσει, ύστερα το έβαλε στα πόδια, δεν ήθελε να του δώσει χρόνο να συνέρθει.

    Η Κατερίνα επέστρεψε στην αυλή μετά από κάποια ώρα, έχοντας αλλάξει ρούχα. 

    -Τα ρούχα σου ήταν λερωμένα, γεμάτα χώματα που κυλιόσουν;

    -Δεν κυλιόμουν ανόητη, έπεσα, γι’ αυτό γύρισα νωρίς.

    -Είχες σκοπό να πας μακριά;

    -Μέχρι τον πέρα μαχαλά.

    -Μέσα στο μεσημέρι;

    -Παράτα με μικρή, με ζάλισες. Πρώτη της φορά μου μιλούσε απότομα.     

    Το επόμενο μεσημέρι η Κατερίνα είχε μια απρόσμενη επίσκεψη. Η ώρα κόντευε μία και εκείνη βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, ενώ σε έναν καναπέ είχα ξαπλώσει εγώ, που είχα πάει στης θείας μου, θέλοντας να συμφιλιωθώ με την ξαδέρφη μου. Όλη την προηγούμενη μέρα, μετά την επιστροφή της από τον περίπατο, ήταν περίεργη και ειδικά μαζί μου, θέλοντας να αποφύγει τις ερωτήσεις μου, δε μου έδινε καμία σημασία.        

    -Λοιπόν; τη ρώτησα.

    -Τι θες μικρή;

    -Έλα πάψε να με λες μικρή, με πειράζει. Κοίταξε πρώτα εμένα κι ύστερα το ταβάνι αλλά δε μίλησε.

    -Πέρασες κι από τον καταρράκτη χθες; συνέχισα με τρόπο την ανάκριση μου.

    -Γιατί ρωτάς συγκεκριμένα για τον καταρράκτη;

    Ευτυχώς εμφανίστηκε η θεία μου ώστε αποφύγαμε ένα πιθανό δεύτερο καυγά.

    -Ακόμα ξαπλωμένες είστε, Κατερίνα σήκω αμέσως να στρώσεις το κρεβάτι σου.

    -Αχ, άσε με βρε μαμά, δε νιώθω καλά.

    -Τα πράγματα σου τα έχεις ετοιμάσει; φεύγουμε το απόγευμα.

    -Το ξέρω, άσε με.

    -Καλά, εγώ πάω μπροστά. είπα κι έφυγα.

    Η Κατερίνα σηκώθηκε κι άνοιξε την πόρτα του δωματίου της. Κοίταξε πέρα κατά τα βουνά και τα μάτια της έλαμψαν. Έμεινε σε αυτή την στάση για λίγο μα ένα σφύριγμα της τράβηξε την προσοχή. Ο Δημήτρης ήταν κρυμμένος κάτω από το μπαλκόνι της και την κοίταζε σφυρίζοντας της.

    -Τελικά είσαι υπναρού!

    -Τι κάνεις εσύ εδώ;

    -Είμαι εδώ να σε περιμένω από τις δέκα και η ώρα κοντεύει μία. Τρεις ολόκληρες ώρες σας περιμένω κυρία μου!

    -Και γιατί με περιμένεις;

    -Θέλω να σου μιλήσω.

    -Γιατί;

    -Δεν μπορώ να σου πω τώρα, είμαι περικυκλωμένος, άμα με πιάσουν την έβαψα. Το απόγευμα θα σε περιμένω στον καταρράκτη. 

    -Α! τρελάθηκες αν νομίζεις ότι θα έρθω εκεί!

    -Γιατί φοβάσαι;

    -Εσένα;

    -Όχι εμένα, είπε πονηρά, μα βλέποντας την να αγριεύει άλλαξε ύφος. Λοιπόν στ’ ορκίζομαι σ’ ό,τι αγαπώ ότι δε θα σε πειράξω, να φιλάω και σταυρό. Είπε και ενώνοντας τα δυο του δάχτυλα, έτσι που να σχηματίζουν σταυρό, τα φίλησε.        

    -Και γιατί πρέπει να σε πιστέψω;

    -Δε λέω ψέματα, σου είπα ότι είμαι επικίνδυνος, και ήταν αλήθεια. Στο απέδειξα.

    -Και αυτό σημαίνει ότι δε λες ψέματα;

    -Ακριβώς.

    -Δεν μπορώ  να έρθω.

    -Μπα και γιατί;

    -Φεύγω το απόγευμα.

    -Αδύνατον, θέλω να σε δω.

    -Κατερίνα, τι κάνεις τόση ώρα στο μπαλκόνι παιδί μου;

    -Φύγε, θα με κάψεις.

    -Όχι, είπε κι ακούμπησε τα χέρια του στην αυλή. Πες μου πρώτα πότε θα σε δω;

    -Του χρόνου το καλοκαίρι!.

    -Του χρόνου το καλοκαίρι θα είμαι φαντάρος. Τώρα πρέπει να σε δω.

    -Κατερίνα.

    -Τώρα μαμά, έρχομαι.

    -Φύγε σε παρακαλώ.

    -Πότε;

    -Κοίτα, κατέβα εκεί κάτω και μόλις ντυθώ θα έρθω κι εγώ.

    -Στους γκρεμούς με στέλνεις, θέλεις να σκοτωθώ;

    -Θα ήταν μια κάποια λύση.

    -Ναι, αλλά δεν βλέπω το πρόβλημα, μήπως θέλεις να μου το πεις εσύ;

    -Τελείωνε.

    -Καλά, εγώ θα πάω, χειμώνα καλοκαίρι εδώ μένω, ξέρω τα κατατόπια, αλλά εσύ κορίτσι πράμα θα τα καταφέρεις ή θα μου σκοτωθείς;

    -Φύγε για το καλό σου.

    -Κατερίνα;

    -Ναι, μητέρα.

    Ο Δημήτρης πρόλαβε να σκύψει πριν τον δει η θεία μου.

    -Δε με ακούς που σε φωνάζω τόση ώρα; Τι κάνεις εδώ; ρώτησε υποψιασμένη.

    -Τίποτα, απλώς κοιτάζω το τοπίο και στενοχωριέμαι που φεύγουμε.

 

    Μισή ώρα μετά το Δημήτρη έφτασε η Κατερίνα στο καθορισμένο μέρος του ραντεβού. Πηδώντας τον φράχτη του κτήματος και περνώντας μια αρκετά δύσβατη περιοχή, και μάλιστα για κορίτσι μεγαλωμένο στην πόλη.

    Βρήκε το Δημήτρη να την περιμένει ξαπλωμένος κάτω από ένα δέντρο, έχοντας στα χείλη του ένα στάχυ. Μόλις την είδε, σηκώθηκε όρθιος, πέταξε το στάχυ και τίναξε το παντελόνι του.

    -Δεύτερη φορά το ίδιο λάθος;

    -Η πρώτη φορά ποια ήταν;

    -Στους καταρράκτες, και μην πεις ότι δεν ήρθες για μένα.

    -Δεν ήρθα για σένα.

    -Ναι, καλά.

    -Πίστευε ότι θες, δε θα κάνω τον κόπο να σε πείσω για το αντίθετο, δε με ενδιαφέρει τι σκέφτεσαι.

    -Κρίμα, πάντως χαίρομαι που αυτή τη φορά παραδέχεσαι ότι έρχεσαι για μένα.

    -Αυτό ήταν; Να φεύγω λοιπόν.

    -Μα δε σου είπα τι ήθελα.

    -Α! έχεις να μου πεις κάτι;

    -Ναι, ήθελα να σου ζητήσω συγνώμη για τις προάλλες και να σε διαβεβαιώσω ότι δεν είχα σκοπό να σε πειράξω.

    -Ω ναι , σίγουρα. συμφώνησε ειρωνικά η Κατερίνα.

    -Αλήθεια, στ’ ορκίζομαι, θα σε άφηνα αλλά με πρόλαβες. Παρεμπιπτόντως, έχεις πολύ δυνατό αριστερό.

    -Ορίστε;

    -Για την κλοτσιά μιλάω.

    -Με το δεξί σε κλότσησα. του απάντησε η Κατερίνα που είχε αρχίσει να το διασκεδάζει.

    -Με το αριστερό, επιμένω.

    -Δεν ξέρω με ποιο πόδι σε κλότσησα;

    -Δεν ξέρω με ποιο πόδι με πόνεσες;

    -Σε πόνεσα πολύ;

    -Άσε, έβαλα πάγο.

    -Εκεί πάγο; Ρώτησε η Κατερίνα

    -Γιατί δεν κάνει; Απόρησε ο Δημήτρης κάνοντας την Κατερίνα να βάλει τα γέλια.

    -Νομίζω ότι ξεκινήσαμε λάθος, ας το κάνουμε σωστά αυτή τη φορά,  Δημήτρης, είπε και της άπλωσε το χέρι.

    -Κατερίνα, απάντησε βάζοντας τα χέρια της στις τσέπες του παντελονιού της, και πρέπει να φύγω.

    -Όπως θες, είπε και κατέβασε το χέρι του, με συγχωρείς τουλάχιστον;

    -Μιας και σε πρόλαβα σε συγχωρώ! του απάντησε και ξεκίνησε, αφού απομακρύνθηκε λίγο γύρισε και τον κοίταξε, είχε καθίσει κάτω από το δέντρο και την έβλεπε να απομακρύνεται.

    -Δημήτρη. του φώναξε, εκείνος της έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι. Σου εύχομαι καλή τύχη στη ζωή σου.

    -Σ’ ευχαριστώ, αν και για να λέμε την αλήθεια δεν το πολυπιστεύω, ξεκίνησε να φύγει μα αυτή τη φορά της φώναξε ο Δημήτρης.

    -Θα σε θυμάμαι.

 

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

 

    Ο Δημήτρης ήταν πάντα του ατίθασο παιδί, είχε μεγαλώσει σχεδόν μόνος του. Ήταν πέντε ετών αυτός κι εφτά η αδερφή του, όταν η μητέρα του τους παράτησε. Λίγους μήνες αργότερα μετακόμισαν στο χωριό, κοντά στη γιαγιά, έτσι θεώρησε τότε ο πατέρας του σωστό, ότι ήταν αναγκαία η παρουσία μιας γυναίκας στο μεγάλωμα των παιδιών του, άλλωστε αν έμενε στην πόλη, ποιος θα τα πρόσεχε όταν εκείνος έλειπε στη δουλειά. Κι αφού η μάνα τους τα είχε αρνηθεί, η γιαγιά τους θα ήταν πάντα εκεί για εκείνα.

    Ο πατέρας τους ήταν αγαθός άνθρωπος, όλη του η ζωή ήταν η δουλειά του και το σωστό μεγάλωμα των παιδιών του. Στην αρχή πορευόταν αρκετά καλά η τετραμελής οικογένεια μέχρι που στη ζωή του Αποστόλη μπήκε η Λόπη και τα γκρέμισε όλα. 

    Το Δημήτρη δεν τον ενδιέφερε τόσο για τον πατέρα του, ποτέ του δεν τον είχε εκτιμήσει σαν άνθρωπο, ακόμα και τη μητέρα του δικαιολογούσε που τον είχε παρατήσει, αλλά το ότι το χαρτζιλίκι του είχε μειωθεί αισθητά τον προβλημάτιζε.

    Ναι, τη μητέρα του τη δικαιολογούσε που έτρεξε μακριά από τον πατέρα του, άχρηστος άνθρωπος, τι χαΐρι θα μπορούσε να βρει δίπλα του, σκεφτόταν μόνος του, όμως δεν της έδινε δίκιο για το ότι παράτησε και τα παιδιά της. Τόσες μανάδες γίνονται θυσία, αυτή όμως … Ποτέ δε μάθανε νέα της, ποτέ δεν πήγε να τα δει, ούτε ένα γράμμα, ούτε ένα τηλέφωνο, τίποτα, σα να είχε ανοίξει η γη και να την είχε καταπιεί. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να τους συναντήσει, να τους μιλήσει, να προσπαθήσει να τους εξηγήσει, έστω ας τους έλεγε ψέματα, εκείνος θα την πίστευε, ήθελε να την  πιστέ­ψει,  του είχε λείψει τόσο η παρουσία της από τη ζωή του. Εν αντιθέσει η Λίζα μισούσε τη μητέρα, σίγουρα είχε την ελπίδα μέσα της ότι ήταν νεκρή, ήταν η μόνη δικαιολογία που της έδινε για την αδιαφορία της.

    Όταν έγινε το κακό κι ο πατέρας σκότωσε τον αδερφό της μικρής του ερωμένης, ο Δημήτρης είχε την ελπίδα ότι ίσως τότε να παρουσιαζόταν η μητέρα του, ίσως και να ήθελε να μείνει μαζί της, όσο για τη Λίζα, ας έκανε όπως καταλάβαινε, αν δεν ήθελε να τους ακολουθήσει στα κομμάτια, εκείνος θα προσπαθούσε να ζήσει με τη μητέρα κι ίσως και να τα κατάφερναν μαζί καλύτερα απ’ ότι με τον πατέρα. Όμως τίποτα, πουθενά. Καθόταν μόνος του κάτω από τον πλάτανο που τον είχε συντροφέψει σε όλα τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια και περίμενε. Πέρασε ένας μήνας και εκείνη δεν είχε φανεί, οπότε ο Δημήτρης το πήρε απόφαση. «Μπορεί να έχει πεθάνει» σκέφτηκε, «Μακάρι να έχει πεθάνει.» είπε και σκαρφάλωσε στο δέντρο του, σαν αγρίμι.   

 

    Ο Δημήτρης έμοιαζε στη μητέρα του, ψηλός, καστανός, με δύο μαύρα μάτια ίδια κάρβουνα. Μεγαλομανής, όλα είχαν φτιαχτεί για να τα απολαύσει αυτός, και όσο η ζωή του αρνούταν τις απολαύσεις της τόσο εκείνος γινόταν εχθρικός, τίποτα δεν μπορούσε να τον μαλακώσει, να τον κυριεύσει. Πείραζε τους παππούδες, στρίμωχνε τα κορίτσια, δερνόταν με τα αγόρια.

    Από μικρός είχε καταλάβει το ταλέντο που είχε στις διαρρήξεις, στην αρχή έμπαινε μέσα στα ξένα σπίτια για γούστο, έσπαγε τις κλειδαριές έκανε μια βόλτα μέσα σαν οικοδεσπότης κι έφευγε χωρίς να πειράξει τίποτα. Φυσικά υπήρχαν κι οι εξαιρέσεις, όταν το σπίτι λόγου χάρη άνηκε σε κάποιον που αντιπαθούσε, και ο Δημήτρης όσους αντιπαθούσε τους θεωρούσε εχθρούς του, άρχιζε να κάνει ζημιές, ή μπέρδευε τις θέσεις των πραγμάτων, πολύ του άρεσε αυτό, να φαντάζεται τους ιδιοκτήτες να ψάχνουν τα πράγματα τους στην καθορισμένη τους θέση και να τα βρίσκουν ένας Θεός ξέρει που, ποτέ του όμως δεν είχε κλέψει, τουλάχιστον μέχρι να βρεθεί ο πατέρας του στην στενή. Η σύνταξη της γιαγιάς δεν έφτανε ούτε για τα βασικά, οπότε αναγκάστηκε να βγει στο επάγγελμα. Μάλιστα το χειμώνα που πολλά σπίτια ερήμωναν, κατοικούσε κιόλας μέσα σε αυτά, έτρωγε αν έβρισκε προμήθειες και ντυνόταν με τα ρούχα του ιδιοκτήτη, ή του γιου του. Πάντα υπήρχε ένα μαλακό κρεβάτι να ξαπλώσει, και το σπίτι αν και για αρκετό καιρό έρημο, ήταν πάντα πιο ζεστό από το δικό του, από εκείνη την σύγχρονη καλύβα, όπως ονόμαζε το σπίτι του παππού, που όμως ο πατέρας του εδώ κι αρκετά χρόνια είχε διαμορφώσει σε ένα μικρό, αλλά σύγχρονο σπιτάκι.

 

    Ο Σεπτέμβρης τελείωνε κι ο Δημήτρης θα έπρεπε να παρουσιαστεί στον στρατό, κοίταζε τον ουρανό, η νύχτα αυτή δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από τις νύχτες του Αυγούστου, φώναξε στη Λίζα ότι πάει μια βόλτα, και χωρίς να περιμένει να βγει από το σπίτι, για να μην τον ζαλίσει με τις ερωτήσεις της, ξεκίνησε. Τα βήματα του τον φέρανε στο σπίτι της, χαμογέλασε και σκαρφάλωσε στην αυλή. Με τα πόδια κρεμασμένα έξω από τα κάγκελα χάζευε γύρω του το χωράφι. Πόσο έρημο ήταν, ως και η γιαγιά έλειπε, το χειμώνα έμενε στην πρωτεύουσα, στα παιδιά της. Κι όμως ολόκληρο το καλοκαίρι είναι τόσο γεμάτος από ζωή αυτός ο τόπος.

    Ήταν πολλές οι νύχτες που παραφυλούσε αυτά τα σπίτια, από εκείνο το βράδυ του πανηγυριού, καθόταν σε έναν βράχο και τους χάζευε, και πόσο ζήλευε εκείνη την παρέα με τα γέλια της και τις φωνές της. Ήταν φορές που είχε τολμήσει να πλησιάσει περισσότερο από το συνηθισμένο μην τυχόν και τη δει. Δεν ήξερε γιατί μα την έφερνε συνέχεια στο μυαλό του. Και να, τώρα που βρισκόταν στο σπίτι της, αλλά εκείνο ήταν έρημο από το θορυβώδη κόσμο του.

    Είχε περάσει ένας μήνας που είχε φύγει η Κατερίνα κι όμως ο Δημήτρης εξακολουθούσε να την σκέφτεται έντονα, στην αρχή πίστευε ότι θα την ξεχνούσε εύκολα, ειδικά από την στιγμή που εκείνη επέστρεψε στα Ιωάννινα, οπότε δε θα είχε καμία ελπίδα να την ανταμώσει. Βέβαια θα σκεφτεί κανείς ότι το χωριό από τα Ιωάννινα δεν ήταν μακριά, μόλις μιάμιση ώρα με το αστικό. Αλήθεια τι εντύπωση θα της έκανε άμα τον έβλεπε μπροστά της ξαφνικά, μάλλον δε θα ήταν και πολύ ευχάριστη η έκπληξη. Οπότε καλύτερα να απέφευγε τους μπελάδες. Κι έτσι θα περνούσαν πολλά χρόνια μέχρι να ξαναβρεθούν, κι όταν θα την ξανασυναντούσε δε θα ήταν για εκείνον παρά μια όμορφη ανάμνηση. Κι όμως κάθε μέρα που περνούσε ένιωθε πιο έντονη την επιθυμία να τη συναντήσει.

    Γύρισε και κοίταξε πίσω του το κλειστό σπίτι, αλήθεια πώς να ήταν μέσα, εκείνο το μεσημέρι το μόνο που μπόρεσε να ξεχωρίσει ήταν η κεντρική πόρτα κι ένα βάζο γεμάτο λουλούδια πάνω σε ένα τραπεζάκι.

    Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την μπαλκονόπορτα, τη δοκίμασε, με τα κατάλληλα εργαλεία δε θα ήταν δύσκολο να υποχωρήσει. Αχ πόσο θα ήθελε να βρεθεί πίσω από αυτή την πόρτα, να δει το βασίλειο της. Όχι για να πειράξει κάτι, απλώς να ξέρει που περνάει τις ώρες της τα καλοκαίρια, έτσι περίπου θα φανταζόταν και το χώρο της, τη μόνιμη κατοικία της στα Ιωάννινα. Πήδηξε από το μπαλκόνι, έβαλε τα χέρια του στις τσέπες κι έφυγε χαμογελώντας. Σύντομα θα επέστρεφε με τα κατάλληλα εργαλεία. Δεν ανησυχούσε για τη ζημιά που θα έκανε στην πόρτα, το Σάββατο θα επισκεπτόταν το σπίτι ένας από τους θείους της, που έμενε στο διπλανό χωριό, θα διαπίστωνε τη ζημιά και θα τη διόρθωνε, κι αυτός δε θα έβρισκε το μπελά του, γιατί δε θα έλειπε τίποτα από το σπίτι, αλλά ακόμα κι αν ήθελε να τον μαλώσει, ως συνήθη ύποπτο, ας έψαχνε να τον βρει.                

         

    Εκείνο το βράδυ, που μπήκε στο σπίτι της Κατερίνας δεν είχε σκοπό να κλέψει τίποτα. Μπήκε μέσα κι έκανε ένα γύρω στο σπίτι, ήταν αρκετά μικρό, δύο δωμάτια και μία τουαλέτα, ένα οχυρό για να ηρεμεί το κεφάλι σου από τις φωνές των παιδιών. Υπήρχε ένα ντιβάνι, σίγουρα θα ήταν το κρεβάτι της, ήταν στρωμένο με μια κουβέρτα, πάνω ήταν καθισμένη μια κούκλα. Περνώντας χάιδεψε το στρώμα και προχώρησε στο διπλανό δωμάτιο, όπου υπήρχε, ένα διπλό κρεβάτι, αριστερά και δεξιά στην κεφαλή του κρεβατιού υπήρχαν σαν προέκταση του δυο μικρά ξύλινα κομοδίνα, ακόμη υπήρχαν ένας καλόγερος, μία μικρή πολυθρόνα, ένας καθρέφτης και μία τουαλέτα, τη φαντάστηκε γεμάτη μπουκαλάκια με αρώματα και καλλυντικά, άλλα της μητέρας της κι άλλα δικά της. Πάνω στην τουαλέτα υπήρχε μία φωτογραφία της Κατερίνας, αγκαλιά με την ξαδέλφη της, την πήρε στα χέρια του και κάθισε στο ντιβάνι, στο διπλανό δωμάτιο. Πήρε αγκαλιά την κούκλα και έμεινε να χαζεύει την φωτογραφία, τι όμορφο χαμόγελο, τι γλυκά μάτια, πόσο κομψή μύτη, το πρόσωπο της ήταν ένα αριστούργημα για το Δημήτρη, ακόμα και το σώμα της, αυτό δε φαινόταν στη φωτογραφία, αλλά ο Δημήτρης το έφερε στο νου του. Θυμήθηκε το απαλό της δέρμα και αναρρίγησε. Σίγουρα θα είχε πολλές κατακτήσεις στα Ιωάννινα, στην σχολή της. Έκλεισε τα μάτια του κι αποκοιμήθηκε με την ανάμνηση της.       

    Όταν ξύπνησε η ώρα κόντευε τρεις, πετάχτηκε τρομαγμένος, ήταν εκεί από τις δώδεκα παρά, ίσιωσε λίγο το σεντόνι, έβαλε την κούκλα στη θέση της και πήγε τη φωτογραφία στον καθρέφτη. Στάθηκε να την κοιτάξει άλλη μια φορά. Οι προηγούμενες  σκέψεις μαζί με τον θαυμασμό του επέστρεψαν, πήγε να ακουμπήσει την φωτογραφία μα ξάφνου το μετάνιωσε και την τράβηξε πίσω.

    Βγήκε από το σπίτι και τράβηξε την πόρτα, βάζοντας το στα πόδια μέσα στο φιλόξενο σκοτάδι για τους παράνομους της νύχτας, παίρνοντας μαζί του το λάφυρο του, άλλωστε το άξιζε για τον κόπο που έκανε μέχρι να σπάσει τον αφαλό της κλειδαριάς και να καταφέρει να μπει μέσα.

 

    Η πόρτα της κάμαρας έτριξε όταν ο Δημήτρης μπήκε, γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι, πριν προλάβει καλά καλά να κλείσει τα μάτια του, άναψε το φως.

    -Τι θες; είπε απότομα στην αδερφή του.

    -Που ήσουν;

    -Όπου ήθελα.

    -Έφερες τίποτα καλό;

    -Από πού;

    -Από κει που πήγες να κλέψεις.

    -Δεν πήγα να κλέψω.

    -Καλά σε πίστεψα τώρα.

    -Δε με νοιάζει, κλείσε μου το φως κι εξαφανίσου.

    Η Λίζα στάθηκε λίγο με τα χέρια στη μέση και τον κοίταξε θυμωμένη.

    -Στρίβε σου είπα! της φώναξε. Κάτι πήγε να του πει αλλά τελικά βγήκε βροντώντας πίσω της την πόρτα.

    -Μου φαίνεται πως πρέπει να της βρω έναν άντρα, να ηρεμίσει, να αφήσει κι εμένα το δόλιο ήσυχο! Γυναίκες!

    Με την τελευταία του λέξη, θυμήθηκε τη δική του ‘‘γυναίκα’’ έβγαλε τη φωτογραφία της από τον παλιό του σάκο και την κοίταξε. Έμεινε να την κοιτάζει χαμογελαστός, μα τι του συνέβαινε επιτέλους,  αυτό έμοιαζε με έρωτα. Θύμωσε και με μια κίνηση έχωσε την κορνίζα μέσα στην τσάντα και την πέταξε μακριά, ενώ γύρισε στο πλευρό να κοιμηθεί. Μα η εικόνα της είχε καρφωθεί στο μυαλό του, και έτσι εισχώρησε και στα όνειρα του.           

 

    -Σε περίμενα να φάμε, ήταν η πρώτη κουβέντα της Λίζας, το επόμενο μεσημέρι, που ο Δημήτρης σηκώθηκε από το κρεβάτι.

    -Δεν βλέπω φαΐ. μουρμούρισε  εκείνος κακόκεφα.

    -Δεν βλέπεις γιατί δεν υπάρχει.

    -Τίποτα;

    -Απολύτως.

    -Ε τότε τι μου λες; Ρώτησε ζαλισμένος.

    -Μιλάω για χθες που πήρες τους δρόμους.

    -Είχες μαγειρέψει;

    -Πατάτες τηγανιτές, μα το δικό σου το πιάτο το απόλαυσαν τα σκουπίδια.

    -Εσύ τουλάχιστον έφαγες;

    Η Λίζα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.

    -Εντάξει τότε.

    -Τι θα κάνουμε Δημήτρη;

    -Τι θες να κάνουμε;

    -Δεν ξέρω, κάτι.

    -Το βράδυ θα πάω στον απάνω μαχαλά, έχει αρκετά ευκατάστατα σπίτια, κάτι θα υπάρχει και για μας. Η Λίζα γύρισε να φύγει μα το μετάνιωσε.

    -Εσύ τουλάχιστον, έφαγες χθες καλύτερα; τον ρώτησε με αδερφικό ενδιαφέρον.

    -Τίποτα δεν έφαγα.

    -Που ήσουν;

    -Στο ποτάμι.

    -Μες’ τη νύχτα;

    -Ναι … της απάντησε απότομα για να κόψει την κουβέντα. Η Λίζα γύρισε να φύγει για δεύτερη φορά. 

    -Σε λίγες μέρες θα παρουσιαστώ στον στρατό, εσύ τι έχεις σκοπό να κάνεις; 

    -Δεν έχω ιδέα.

    -Άκου τότε, θα πας να μείνεις με τη θεία και την οικογένεια της στην Πρέβεζα, θα προσπαθήσεις να βρεις και μια δουλειά, οτιδήποτε, για να έχεις τα προσωπικά σου έξοδα και να μη σε θεωρούν βάρος. Ύστερα μόλις απολυθώ θα δούμε τι θα κάνουμε.

    -Ωραία μου το έφτιαξες το πρόγραμμα. είπε δυσαρεστημένη με την ιδέα ότι θα συγκατοικήσει με την οικογένεια της θείας τους.

    -Έχεις κάτι καλύτερο να προτείνεις;

    -Θα το σκεφτώ.

    -Για την ώρα θα πας να μείνεις με τη θεία. της είπε επιβλητικά, χωρίς να αφήσει περιθώρια δεύτερης κουβέντας.

 

 

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

 

    Η Κατερίνα ανέβηκε τρέχοντας την σκάλα για το διαμέρισμα της, το γράμμα που είχε στην τσέπη της, την έκαιγε. Έκλεισε βιαστικά την πόρτα και τράβηξε τον σύρτη, κάθισε στο κρεβάτι της και βγάζοντας το γράμμα από την τσέπη έμεινε να το κοιτάζει, δεν τολμούσε να το ανοίξει, πιο φρόνιμο θα ήταν να το στείλει πίσω χωρίς να το ανοίξει, ώστε να καταλάβει εκείνος ο ενοχλητικός τύπος ότι δεν ήθελε παρτίδες μαζί του… αλλά πάλι την έτρωγε η γυναικεία της περιέργεια. Τι της έγραφε και για ποιο λόγο; Κοίταξε το φάκελο και διάβασε το όνομα. Στρατιώτης Δημήτρης Σακκάς. Στο Μεσολόγγι ήταν λοιπόν. Προς δεσποινίδα Κατερίνα Παππά.  Της φάνηκε αστείο αυτό το δεσποινίδα και θέλησε να γελάσει μα αμέσως το μετάνιωσε, την ανησυχούσε αυτή του η πρωτοβουλία. Έκλεισε το γράμμα σε ένα βιβλίο για να μην το βλέπει και άνοιξε τη βιολογία, αφού πέρασε μισή ώρα προσπαθώντας να διαβάσει για το DNA παράτησε το βιβλίο και πήρε ξανά το γράμμα στα χέρια της. Ήθελε πολύ να το διαβάσει μα έπρεπε να το επιστρέψει άθικτο στον αποστολέα του. Πήγε στην κουζίνα, γέμισε μια κατσαρόλα με νερό και άναψε το μάτι, κρατώντας το φάκελο για αρκετή ώρα πάνω από τους ατμούς. Μόλις της φάνηκε ότι μπορούσε πλέον να ανοίξει τον φάκελο χωρίς να τον σκίσει, έκλεισε το μάτι της κουζίνας κι αφού πρώτα έχυσε το ζεστό νερό, γεμίζοντας την κατσαρόλα με κρύο και τοποθετώντας την ξανά πάνω στο μάτι της κουζίνας, έβγαλε δυο διπλωμένες σελίδες από το φάκελο.

 

Αγαπητή Κατερίνα,

ελπίζω το γράμμα μου να σε βρίσκει υγιή. Όπως ήδη θα έχεις καταλάβει από τα στοιχεία στο φάκελο έχω παρουσιαστεί στον στρατό, κάθε μέρα κάνουμε ατελείωτες σωματικές ασκήσεις. Δύσκολο το πρόγραμμα για μένα που είχα συνηθίσει στην τεμπελιά και στην αναρχία. Φυσικά δε θα σε νοιάζει καθόλου η ζωή μου εδώ, αντιθέτως θα απορείς για ποιο λόγο σου γράφω.  

Είναι κάπως πολύπλοκο, συναισθηματικά εννοώ, έχουν περάσει μόλις λίγες εβδομάδες όμως η κάθε μέρα μοιάζει με μήνα εδώ μέσα. Είναι καιρός τώρα που ήθελα να σου γράψω, μα φοβόμουν κι ακόμα φοβάμαι, πως θα το πάρεις. Δεν ξεκινήσαμε σωστά και γι’ αυτό φταίω εγώ, που θα μπορούσα να έχω μια καλή φίλη εκεί έξω κι όμως δεν έχω τίποτα. Μια μητέρα χαμένη, αν όχι πεθαμένη, ένας πατέρας στη φυλακή, χωρίς κανένα ελαφρυντικό, μια αδερφή χαμένη στον κόσμο της, και θείους, θείες και ξαδέρφια που δε δίνουν μία για μένα, με λίγα λόγια το ακριβώς αντίθετο από τη δική σου οικογένεια, που χαίρεστε ή πονάτε όλοι μαζί, πολλαπλασιάζοντας τη χαρά σας, μοιράζοντας τον πόνο σας. Φοβάμαι πως κι αυτό το γράμμα ακόμα, λάθος το ξεκίνησα.     

Σου γράφω από ανάγκη να επικοινωνήσω με έναν άνθρωπο. Γιατί εσύ; Γιατί τώρα; Πραγματικά δικούς μου ανθρώπους δεν έχω, και εσύ είσαι η μόνη που δε με κοίταξες με προκατάληψη. Ένα ολόκληρο χωριό με τη συμπεριφορά μου το έχω στρέψει εναντίον μου, σίγουρα θα έχεις ακούσει για τα κατορθώματα της νιότης μου, προσπάθησα να στρέψω κι εσένα εναντίον μου, μα το μετάνιωσα και σου ζήτησα συγνώμη, μπορεί ακόμα να με ειρωνεύτηκες σε εκείνη τη δεύτερη συνάντηση μας όμως το βλέμμα σου ήταν καθαρό, δεν έβλεπες τον πατέρα μου στο δικό μου πρόσωπο, δεν έκρινες εκείνον, σε εμένα, κι αυτό με κάνει να σε εμπιστεύομαι και να σε σκέφτομαι συχνά.

Δεν είναι το πρώτο γράμμα που επιχειρώ να σου γράψω, τα προηγούμενα τα έσκισα όλα. Φτάνεις όμως σε ένα σημείο που δεν αντέχεις άλλο, ψάχνεις ένα στήριγμα για να ακουμπήσεις, μα δεν βρίσκεις τίποτα… και εδώ όλα μοιάζουν με φυλακή, και το μυαλό μου πηγαίνει συνέχεια στον πατέρα μου. Σε δεκαοχτώ μήνες εγώ θα απολυθώ, εκείνος όμως; Ισόβια.

Ήταν λάθος του, δεν τον δικαιολογώ, όμως εδώ μέσα έχω αρχίσει να τον σκέφτομαι όπως ποτέ πριν στρατευθώ.

Αυτά είναι αρκετά που σου έγραψα, θα κλείσω το γράμμα χωρίς πρώτα να το διαβάσω, γιατί μόνο έτσι δε θα το σκίσω, ντροπιασμένος για τις ασυναρτησίες μου. Και αυτό το γράμμα είναι ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσω με τον έξω κόσμο. ΜΑΖΙ ΣΟΥ .

Σε φιλώ Δημήτρης

 

    Η Κατερίνα διάβασε αρκετές φορές το γράμμα μα μη βγάζοντας κανένα νόημα το παράτησε. Τράβηξε μπροστά της ξανά το βιβλίο της βιολογίας και ξεκίνησε το διάβασμα, είχαν περάσει τρία χρόνια στο πανεπιστήμιο με άριστους βαθμούς. Δε θα έπρεπε να αποσυντονίζετε από κάτι τέτοιους αστείους και πολύ πιθανόν, ψεύτικους συναισθηματισμούς.

    Σωστά μιλάει η λογική μα η Κατερίνα δεν μπορούσε να αγνοήσει έτσι εύκολα το γράμμα εκείνο του Δημήτρη. Πριν το ανοίξει είχε υποσχεθεί στον εαυτό της, ότι δε θα του απαντούσε, όμως τώρα δεν μπορούσε να το παραβλέψει, έτσι μια εβδομάδα αργότερα εκείνος έλαβε το δικό της γράμμα, αν και το βρήκε κάπως σκληρό.

 

Αγαπητέ μου φίλε,

Έχω την εντύπωση ότι όταν μου έγραφες ψηνόσουν στον πυρετό και παραμιλούσες. Εγώ, ως φοιτήτρια της ιατρικής, το μόνο που μπορώ να σου προτείνω, είναι ασπιρίνες, πολλά ζεστά και ξεκούραση. Δεν ξέρω πως λειτουργεί ο στρατός αλλά αν μπορούσες να αποσπάσεις καμιά αναρρωτική άδεια λίγων ημερών, καλό θα σου έκανε.

Σου εύχομαι γρήγορα περαστικά.

Κ. Π.

 

    Με αυτό πίστευε ότι θα του έβαζε φρένο και δε θα την ξαναενοχλούσε, όμως σχεδόν αμέσως έλαβε την απάντηση του.

 

 

Κατερίνα,

Ομολογώ ότι δεν περίμενα να λάβω μια τέτοια απάντηση από ένα τόσο γλυκό πλάσμα σαν κι εσένα, όπως και να ‘χει το προτιμώ από το τίποτα. Δε σου κρύβω πως στην αρχή θύμωσα κάπως, αλλά μετά σκέφτηκα την συμβουλή σου και την βρήκα σωστή αλλά δυστυχώς είχα ήδη αναρρώσει οπότε δε μου έδιναν άδεια ώστε να έρθω να επισκεφτώ τη γιατρό μου στα Ιωάννινα. Αλλά σου υπόσχομαι, ότι μόλις ανέβω στα Ιωάννινα θα έρθω να σε συναντήσω και να σε ευχαριστήσω για τις συμβουλές σου, μπορεί να μου χρειαστούν άλλη φορά.

Φαντάζομαι τώρα πια ότι τα βουνά μας θα έχουν ντυθεί στα λευκά Θα έχουν αρχίσει και οι προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα. Ιδανικές στιγμές για οικογένειες αγαπημένες. Αλήθεια πως είναι δυνατόν να αναπολείς κάτι που στην πραγματικότητα ποτέ δε σου έδινε ιδιαίτερη ευχαρίστηση και πάντα σου φαινόταν ανεπαρκής.      

Σε φιλώ γιατρέ μου , πρέπει να πάω να καθαρίσω τις τουαλέτες .

Τη γλυκιά, βρωμερή μου Καλλιόπη.

Με εκτίμηση

Δ. Σ.      

 

 

    «Δυστυχώς για σένα δεν έχω ειδικευτεί στην ψυχιατρική. Θα μπορούσα να κάνω διατριβή πάνω σου και να πάρω ως και βραβείο για τη μελέτη.» σκέφτηκε.

    Αν και είχε αποφασίσει να μην απαντήσει στο γράμμα, του έστειλε μια κάρτα με το χιονισμένο τοπίο των Ιωαννίνων. Στο πίσω μέρος της κάρτας του έγραψε ένα ξερό, «καλή θητεία» και του την έστειλε.

    Την προβλημάτιζε κάπως ότι είχε πάρει βαριά τη θητεία του, αντιθέτως με το Νίκο, που απολάμβανε τη ζωή όπου κι αν βρισκόταν. Φυσικά ο Νίκος είχε πάντα τον τρόπο του, αλλά ο Δημήτρης όχι. Κι αυτό το εξηγούσε κάπως έτσι, ο Δημήτρης ήταν ένα αγρίμι, είχε μεγαλώσει σχεδόν μόνος του, τα άλλα πρόσωπα γύρω του ήταν απλώς μπροστά, κι όχι ουσιαστικά παρόντες στη ζωή του. Όλα θα του φαινόταν περίεργα στον στρατό ακόμα κι ο θάλαμος που κοιμόταν με τόσους άλλους.

 

    Σε κάθε γράμμα που της έστελνε του απαντούσε με μια κάρτα, χωρίς όμως να του γράφει λέξη πάνω. Στο μεταξύ ο Δημήτρης πήρε μετάθεση για τον Έβρο. Ο καιρός τους περνούσε, με εκείνον στον στρατόπεδο να κάνει ασκήσεις, κι εκείνη στην σχολή της με πολύ διάβασμα. Όποτε ο Δημήτρης έβρισκε χρόνο έγραφε στην Κατερίνα κι εκείνη σχεδόν αμέσως του απαντούσε με μία κάρτα με διάφορα τοπία από τα Ιωάννινα, χωρίς να γράφει λέξη, μόνο στις γιορτές του ευχήθηκε.

    Διάβαζε με ευχαρίστηση τα γράμματα του κι είχε αρχίσει μάλιστα να τα περιμένει, αλλά δεν τολμούσε να του γράψει η ίδια. Ο Δημήτρης πάλι, από τη μεριά του, της έγραφε τα νέα του στρατού, πόσο ανυπομονούσε να βρεθεί στο χωριό τους και πόσο περίμενε να έρθει το καλοκαίρι. «Το χειμώνα άνθρωπος δεν μπορεί να ανεχτεί το κρύο στα σύνορα, είναι φορές που δεν μπορώ να κάνω τα δόντια μου να σταματήσουν να χτυπάνε, ακόμα και στον ύπνο μου.» της έγραφε.  

 

    Η μόνη του παρηγοριά ήταν οι κάρτες που του έστελνε, είχε ήδη μαζέψει εφτά, με τη λίμνη, το νησάκι, το κάστρο, τα γύρω βουνά, ένα τούρκικο τζαμί, την πόλη. Κοίταζε τις κάρτες και προσπαθούσε να φέρει ζωντανή την εικόνα της πόλης στα μάτια του, και τότε όλα γίνονταν πιο όμορφα, κατά τρόπο μαγικό. Και στον στρατό τα πράγματα πια δεν ήταν και τόσο άσχημα, είχε κάνει φίλους και όλα κυλούσαν πιο συμπαθητικά, άλλωστε ο Δημήτρης δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως απροσάρμοστος, είχε κι αυτός τον τρόπο του, απλός δεν τον είχε καλλιεργήσει, και ο στρατός ήταν το πιο κατάλληλο μέρος για να το κάνει .

    Μετά το Πάσχα έλαβε ένα χοντρό φάκελο, σίγουρα θα ήταν από την Κατερίνα, αφού εκείνη προτιμούσε να διατηρεί την ανωνυμία της στους φακέλους με τις κάρτες που του έστελνε. Μόλις τον άνοιξε βρήκε φωτογραφίες από το χωριό, τον καταρράκτη, τις πηγές και το σπιτάκι που έμενε τόσα χρόνια, πόσο εγκαταλελειμμένο έμοιαζε με  την πόρτα και τα παντζούρια του κλειστά. Πίσω από κάποια φωτογραφία η Κατερίνα του είχε γράψει λίγα λόγια.

 

«Ελπίζω να πέρασες όμορφα, έστω και μέσα στο στρατόπεδο αυτές τις μέρες, εύχομαι αυτές οι φωτογραφίες να σου φέρνουν μόνο όμορφες αναμνήσεις και να μειώνουν κάπως τη νοσταλγία σου.»

Φιλικά, Κατερίνα                      

 

    Η πράξη της μαρτύρησε αρκετά στο Δημήτρη,

    Τελικά κάτι ένοιωθε για εκείνον, μπορεί να ήταν μόνο φιλία, αλλά να ήταν μόνο αυτό; Από την άλλη τόσο καιρό που είχαν να ιδωθούν τι άλλο θα μπορούσε να  είναι; Μάτια που δεν βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται.

    Όπως και να είχε, ένα συναίσθημα χαράς και ελπίδας πλημμύρισε το Δημήτρη. Λίγες μέρες αργότερα συνέβη ένα δυσάρεστο περιστατικό στον στρατό που εμπόδισε το Δημήτρη να της γράψει ενώ έκανε την Κατερίνα να απορεί και να ανησυχεί μήπως εκείνος είχε πειραχτεί από την πρωτοβουλία της. Όμως είχε πέσει έξω.

 

    Το βάσανο του είχε ξεκινήσει ένα μήνα πριν λάβει το φάκελο με τις φωτογραφίες της Κατερίνας, όταν στο στρατόπεδο κατέφτασε η καινούργια φουρνιά των φαντάρων, ανάμεσα τους ήταν κι ο Παύλος, ένα φιλαράκι του Νίκου, από το χωριό τους. Από την πρώτη στιγμή που ειδωθήκανε στο Κα.Ψι.Μι. ο Δημήτρης κατάλαβε ότι θα έβρισκε το διάολο του.

   Ο Δημήτρης καθόλου περήφανος για την πράξη του πατέρα του, προσπάθησε να την κρατήσει κρυφή, όχι λέγοντας ψέματα, όπως οποιοσδήποτε άλλος θα μπορούσε να είχε κάνει, αλλά προσπαθώντας να αποφύγει το θέμα της οικογενειακής του κατάστασης. Μόλις εμφανίστηκε ο Παύλος, ό,τι όλο αυτό τον καιρό ο Δημήτρης προσπαθούσε να κρατήσει για τον εαυτό του, μαθεύτηκε από τη μια μεριά του στρατοπέδου στην άλλη. Κάποιοι στάθηκαν διακριτικοί, κάποιοι άλλοι άρχισαν να τον αποφεύγουν ενώ κάποιοι άλλοι, κυρίως φίλοι του Παύλου, άρχισαν τα υπονοούμενα. Ο Παύλος στην αρχή προσπάθησε να είναι διακριτικός, αλλά η φύση του τον πρόδωσε γρήγορα.

 

    «Το λάθος ξεκινάει από τον πατέρα μου, όπως και να έχει όμως είναι πατέρας μου, και δεν το ανέχομαι, όπως επίσης δεν ανέχομαι να κρίνομαι εγώ για τις πράξεις του.»

     Ένας λόγος του Παύλου στάθηκε αφορμή να λογοφέρουν, μα δε σταμάτησαν στα λόγια, επιτέθηκε ο ένας ενάντια στον άλλον. Αν δεν επεμβαίνανε κάποιοι συνάδερφοι τους, κανείς δεν ξέρει την κατάληξη.

           

    «Κι εγώ δεν ξέρω τι θα είχε γίνει, μπορεί και να τον είχα σκοτώσει, μόνο που το σκέφτομαι ανατριχιάζω, ο γιος του φονιά, δολοφόνος.»        

 

    Τους βάλανε στο πειθαρχείο, στο ίδιο κελί, θα μπορούσαν να είχαν αρπαχτεί για δεύτερη φορά, ευτυχώς όμως όταν άρχισε τη συζήτηση ο Παύλος, μία και μόνο κουβέντα του Δημήτρη ήταν αρκετή για να το βουλώσει, άλλωστε η σωματική του διάπλαση δεν του επέτρεπε καβγάδες, όταν δεν υπήρχε τρίτο άτομο μπροστά ώστε να συγκρατεί το Δημήτρη, ο οποίος όταν θύμωνε γινόταν θηρίο ανήμερο.

    Το κελί τους ήταν ολοσκότεινο, με ένα τετράγωνο παραθυράκι μόλις δέκα πόντους, για να εισχωρεί μέσα καθαρός αέρας ενώ είχε δυο κρεβάτια για να ξαποσταίνουν το κορμί τους. Το κρύο ήταν αβάσταχτο, ο Δημήτρης προσπαθούσε να παραμείνει ξύπνιος για να μην πεθάνει μέσα στον ύπνο του. Δυο νύχτες μείνανε  μέσα, αλλά κι αυτές ήταν αρκετές. Βγήκανε χάρη στον ψυχολόγο που τους είχε επισκεφτεί, και είχε απαιτήσει από το διοικητή, όσο μπορούσε κι αυτός, να τους βγάλουν, λόγω των συνθηκών.

 

«Οι φωτογραφίες που μου έστειλες είναι το ομορφότερο δώρο που μου έχουν κάνει ποτέ, και πρέπει να ομολογήσω ότι δεν έχω πάρει και πολλά δώρα στη ζωή μου.

Μου γράφεις πίσω από τη φωτογραφία ότι ελπίζεις να μου φέρουν όμορφες αναμνήσεις, και εγώ σου απαντάω ότι όμορφες ή άσχημες είναι η ζωή μου και θέλω να θυμάμαι το παρελθόν και να ζήσω το μέλλον μου, όσο κι όπως κι αν είναι αυτό.»

 

    Μαζί με την επόμενη κάρτα ο Δημήτρης έλαβε και μια διπλωμένη κόλα τετραδίου, με λίγες αράδες γραμμένες από την Κατερίνα.

 

«Χαίρομαι που θεωρείς τις φωτογραφίες μου ως ένα όμορφο δώρο, λυπάμαι όμως πολύ για ό,τι σου συνέβη και μπορεί να σου συμβαίνει. Όσον αφορά τον ενοχλητικό φίλο μας μόνο μια συμβουλή μπορώ να σου δώσω, ως γιατρός σου. Δεν πρέπει να δίνουμε σημασία σε ανθρώπους ανόητους οι οποίοι προσπαθώντας να καλύψουν τα προσωπικά τους ελαττώματα, και να χρίσουν τον εαυτό τους ως αλάνθαστο και τέλειο, φέρνουν στην επιφάνεια ξένα προβλήματα.

Νιώθω ότι έχεις αποστασιοποιηθεί από εκείνο το γεγονός που σημάδεψε τη ζωή σου,  κι εκείνος κατάφερε να το φέρει στο προσκήνιο.

Πρέπει όμως να σκεφτείς τι είσαι εσύ για σένα, να αποφασίσεις τι θέλεις να γίνεις για σένα. Οι άλλοι δεν έχουν τόση σημασία μόνο αν τους αγαπάμε αλλά κι εκείνοι ενδιαφέρονται για μας πραγματικά. Μην πέφτεις στην παγίδα ο κόσμος είναι μια εικόνα που δεν έχει βάθος, τον κόσμο σου προς πείσμα όλων, φτιάξ’ τον μόνος σου, δεν είναι απλό το ξέρω, αξίζει όμως μια προσπάθεια. 

Ο στρατός θα τελειώσει κάποτε, γιατί λοιπόν να τους δίνεις σημασία, μου μιλάς για ανθρώπους διακριτικούς. με αυτούς πρέπει να ταχθείς και να αγνοήσεις όλους τους υπόλοιπους.

Σε φιλώ Κ.»

 

    Και πως το ένιωσε ο Δημήτρης εκείνο το φιλί μόλις διάβασε το γράμμα της …

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ  

 

    Σε όλο τον δρόμο, από Σουφλί προς Θεσσαλονίκη, ο Δημήτρης προτίμησε να κοιμηθεί, το βράδυ φυλούσε σκοπιά δύο-τέσσερις, και όταν βρέθηκε στο θάλαμο δεν είχε καταφέρει να κλείσει μάτι από την αγωνία που θα έφευγε. Ήταν στο στρατόπεδο εφτά μήνες, και μετά την άδεια της ορκωμοσίας που την είχε περάσει στο σπίτι της θείας του, δεν είχε ζητήσει άλλη. Γι’ αυτό και την πήρε αμέσως μόλις τη ζήτησε από το διοικητή του.

    Ο διοικητής του είχε δώσει μία ολόκληρη εβδομάδα δική του, και πόσα είχε πραγματικά να κάνει μέσα σε αυτή την εβδομάδα, πρώτα θα περνούσε από την Πρέβεζα να δει την αδερφή του, η οποία είχε πιάσει δουλειά σαν πωλήτρια, όπως τόσα και τόσα κορίτσια. Μόλις μάζεψε λίγα χρήματα, έφυγε από το σπίτι της θείας της και πλέον έμενε μόνη της. Φυσικά ο λόγος που πήρε την άδεια δεν ήταν τόσο για τη Λίζα όσο για την Κατερίνα. Στην πρώτη του άδεια δεν είχε τολμήσει να την ενοχλήσει όμως μετά το γράμμα της είχε ξεσηκωθεί και επιθυμούσε πολύ να τη δει. Το  δίχως άλλο σε αυτή του την άδεια θα τη συναντούσε. Είχε σκοπό μετά από μια στάση στην Πρέβεζα να ανέβει αμέσως στα Ιωάννινα .

    Υπήρχε όμως ένα βασικό πρόβλημα, οι τσέπες του ήταν άδειες, αλλά θα το έλυνε μόλις έφτανε στη Θεσσαλονίκη. «Παλιά μου τέχνη…» δύο τρία πορτοφόλια και θα ήταν άνετος. Κι όπως ακριβώς σκέφτηκε έτσι και έπραξε. Φτάνοντας στην συμπρωτεύουσα, χώθηκε στην αγορά και βούτηξε τα πορτοφόλια μερικών ανυποψίαστων πολιτών, ανάμεσα στα τρία θύματα του ήταν κι ένας τουρίστας, από τον οποίο είχε και το μεγαλύτερο κέρδος, συνήθεια που την έχουν κι αυτοί όμως, να κυκλοφορούν με όλα τα λεφτά πάνω τους. Το ‘‘κέρδος του’’ ήταν αρκετά καλό, με λίγη καλή διαχείριση θα περνούσε μεγάλο διάστημα, ακόμα και μέσα στο στρατόπεδο.

    Στην αγορά μάλιστα πρόσεξε και κάτι κοριτσόπουλα, που τον κοίταζαν και του χαμογελούσαν όλο γλύκα. Στο πρώτο του έστειλε ένα απειλητικό βλέμμα, «να δεις που αυτή πρόσεξε ότι τσέπωσα το ξένο πορτοφόλι.», σκέφτηκε, στην επόμενη απόρησε, ενώ λίγο αργότερα, αφού είχε αρχίσει να μοιράζει κι αυτός χαμόγελα στα διάφορα κοριτσόπουλα, κατάλαβε τη δύναμη που έχει η στολή, πάνω στις ‘‘ανόητες,, και ‘‘αδύναμες,, γυναίκες.                       

    Φυσικά είχε και τα τυχερά του, κάποια δεν αρκέστηκε στο να του χαμογελάσει, αντιθέτως του έπιασε κουβέντα και στη συνέχεια τον κάλεσε στο σπίτι της. Γυναίκα πάνω από τριάντα ετών, έμπειρη. Αποφάσισε κι ο Δημήτρης να αφήσει κατά μέρους τους ρομαντισμούς, και να μείνει μια νύχτα στην συμπρωτεύουσα, μέρος να κοιμηθεί είχε βρει, αν και πάλι κοιμήθηκε μόλις λίγες ώρες το πρωί. Τον ξεζούμισε η Σαλονικιά, και το πρωί θέλησε να τον χαρτζιλικώσει κι από πάνω, με τα λεφτά όμως από τα τρία πορτοφόλια στο σάκο του, προτίμησε να μην ξεπέσει,  κι έφυγε χωρίς να δεχτεί όσο κι αν εκείνη επέμενε. Της φίλησε γλυκά το χέρι που κρατούσε τα χρήματα και της το έσπρωξε ήσυχα.

 

    Έφτασε στην Πρέβεζα, και πήγε κατευθείαν στο σπίτι που νοίκιαζε η αδερφή του, χτύπησε το κουδούνι επίμονα μα κανείς δεν του άνοιξε, έχει γούστο να έλειπε, μα κι αυτός να μην έχει ρωτήσει που δουλεύει, να περάσει να πάρει το κλειδί, κάθισε στο κεφαλόσκαλο κι άναψε ένα τσιγάρο, μετά από τόσους μήνες είχε δικό του πακέτο, στον στρατό κάπνιζε μόνο αν του πρόσφερε κάποιος συνάδελφος, κι αυτό για παρέα. Απολάμβανε το τσιγάρο έχοντας ακουμπήσει την πλάτη του στην πόρτα, ίσα που πρόλαβε να τραβηχτεί όταν η πόρτα άνοιξε προς τα μέσα. Γύρισε να δει την αδερφή του, μα αυτή δεν ήταν η Λίζα και γιατί του είχε παρουσιαστεί έτσι τσίτσιδη;

    -Ποια είσαι εσύ πάλι; τη ρώτησε με αγένεια.

    -Έρχεσαι στο σπίτι μου για να με ρωτήσεις ποια είμαι;

    -Η Λίζα είναι μέσα;

    -Είσαι σίγουρος ρε φίλε ότι μένει εδώ κάποια Λίζα;

    Ο Δημήτρης έμεινε σαστισμένος να κοιτάζει το κορίτσι που ήταν τυλιγμένο μέσα σε μια πετσέτα. Χίλια πράγματα πέρασαν από το μυαλό του μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

    -Τι την έχεις τη Λίζα; τον ρώτησε στο τέλος, αφού τον λυπήθηκε έτσι σαστισμένος που την κοίταζε.

    -Αδερφός της είμαι, ξέρεις που μένει;

    -Πέρνα μέσα, η Λίζα είναι στη δουλειά, δε μου είχε πει ότι θα έρθεις.

    -Δεν το ήξερε.

    -Έκπληξη;

    -Κάπως έτσι. Εσύ ποια είσαι;

    -Η συγκάτοικός της και φίλη της, πάω μέσα να ντυθώ.

    -Και καλά θα κάνεις. Του ξέφυγε αυθόρμητα.

    -Ενοχλείσαι μικρέ;

    -Λόγω της κατάστασης μου μπορώ να πω πως ναι, καταλαβαίνεις, στον στρατό μόνο άντρες, τόσο καιρό χωρίς γυναικεία παρουσία…

    -Καλά θα δω τι μπορώ να κάνω για σένα, άλλη μέρα όμως, τώρα βιάζομαι.

    -Και πως σε λένε;

    -Καίτη. 

    -Το Κατερίνα είναι πιο όμορφο.

    -Δε σε ρώτησα, εσένα ποιο είναι το ονοματάκι σου;

    -Δημήτρης.

    -Μήτσος το λοιπόν.

    -Δημήτρης, ολόκληρο και σωστό.

    -Το παθαίνετε όταν πηγαίνετε στον στρατό, νομίζετε ότι γίνεστε αυτόματα και άντρες.

    -Εγώ το είχα εκ γενετής.

    -Καλό για σένα. Λοιπόν, άνοιξε το θερμοσίφωνα να κάνεις ένα μπάνιο, για φαΐ, άνοιξε το ψυγείο, κάτι θα βρεις, και μην κάνεις ατσαλιές στο μπάνιο.

    -Μάλιστα. είπε χτυπώντας στρατιωτικά το πόδι του και ακουμπώντας το χέρι του στο κεφάλι.  

    -Ανάπαυση, του είπε πριν του γυρίσει την πλάτη να φύγει.       

    Η πόρτα έκλεισε κι έμεινε πάλι μόνος του, καλύτερα έτσι, δεν του άρεσε αυτή, ήταν πολύ ενοχλητική και το έπαιζε πολύ έξυπνη, ενώ δεν είχε ίχνος ντροπής. Πως μπορούσε να κάνει παρέα η Λίζα μαζί της άραγε!

    Έκανε ένα ζεστό μπάνιο και ξάπλωσε στον καναπέ, εκεί τον βρήκε μετά από αρκετές ώρες η Λίζα, μόλις επέστρεψε από τη δουλειά.

 

    Την επόμενη μέρα που η Λίζα είχε ρεπό, την πήρε ο Δημήτρης και πήγαν στα Ιωάννινα. Και εκείνης της είχε λείψει η πόλη της, δεν της είχε δοθεί καμία ευκαιρία όλο αυτό τον καιρό που είχε πιάσει δουλειά να πάει. Προχωρούσαν σε έναν από τους κεντρικότερους δρόμους των Ιωαννίνων, γεμάτο από τουριστικά μαγαζάκια, η Λίζα χάζευε τις βιτρίνες ενώ ο Δημήτρης κοίταζε γύρω του σα να έψαχνε κάτι. Και να το που εμφανίστηκε αυτό που έψαχνε. Στο ίδιο πεζοδρόμιο προχωρούσε η Κατερίνα με μια συμφοιτήτρια της, το βλέμμα της συνάντησε το Δημήτρη, εκείνος παρέμεινε ανέκφραστος ενώ η Κατερίνα κατέβαλε προσπάθεια για να μην δείξει την ταραχή της. Ώστε είχε έρθει και σίγουρα είχε έρθει για εκείνη.

    Η φίλη της σταμάτησε σε μία βιτρίνα με ασημικά, κάτι κοίταξε και αμέσως σχεδόν μπήκε στο μαγαζί τραβώντας μαζί της και την Κατερίνα. Η Λίζα στο μεταξύ είχε ήδη μπει σε ένα διπλανό κατάστημα με ρούχα, δίνοντας έτσι στο Δημήτρη την ευκαιρία να ακολουθήσει τις δύο κοπέλες. Η Όλγα ήταν απασχολημένη με την πωλήτρια, αφήνοντας στο Δημήτρη το πεδίο ελεύθερο να πλησιάσει και να σταθεί δίπλα στην Κατερίνα, που χωρίς να την κοιτάει άρχισε να της μιλάει σιγά ώστε να μην ακουστεί.

    -Πως είσαι;

    -Μια χαρά, εσύ;

    -Ας τα λέμε καλά.

    -Με τον στρατό;

    -Συμπαθητικά, ευχαριστώ για το γράμμα, μου έδωσε δύναμη.

    -Χαίρομαι που το ακούω.

    -Θέλω να σου ζητήσω μία χάρη.

    -Τι; ρώτησε χωρίς να μπορεί να κρύψει την ταραχή της.

    -Να σε δω… Μόνη σου.

    -Δεν ξέρω.

    -Για σένα ήρθα.

    -Πότε θα φύγεις;

    -Τη Δευτέρα.

    -Δεν ξέρω… πέρνα αύριο από το σπίτι. Είπε στο τέλος.

    -Να είσαι σίγουρη.

    -Θέλετε κάτι; διέκοψε η πωλήτρια.

    -Περιμένω τη φίλη μου, είπε και έδειξε την Όλγα.

    -Αυτό το καθρεφτάκι πόσο έχει;

    Η πωλήτρια του είπε το πόσο, εκείνος το πλήρωσε και μόλις η πωλήτρια απομακρύνθηκε για να εξυπηρετήσει άλλους πελάτες, ο Δημήτρης έριξε το καθρεφτάκι στην τσάντα της Κατερίνας.              

    -Για να κοιτάζεσαι και να ομορφαίνει ο κόσμος σου.

    Ήταν ένα μικρό στρογγυλό καθρεφτάκι, αρκετά βαρύ για το μέγεθός του, έμοιαζε για ασημένιο αλλά η τιμή του υποδήλωνε ότι δεν ήταν. Στην πίσω πλευρά του ήταν χαραγμένο το παλάτι του Αλή Πασά, ενώ στο χερούλι του έγραφε κάθετα ΙΩΑΝΝΙΝΑ.

    Θα σε δω αύριο το απόγευμα ψιθύρισε και έφυγε για να βρει τη Λίζα που τον έψαχνε απορριμμένη έξω από το διπλανό μαγαζί.  

       

    Η Κατερίνα γύρισε βιαστικά από την σχολή πίσω στο διαμέρισμά της. Την έκπληξη που της είχε προκαλέσει η απρόοπτη εμφάνιση του Δημήτρη στα Ιωάννινα, την είχαν διαδεχθεί, η αγωνία, η απελπισία ίσως, μα πίσω από αυτά τα φανερά αισθήματα κρυβόταν και μια μικρή ικανοποίηση, που όμως δεν τολμούσε να παραδεχτεί στον εαυτό της. Τι θα μπορούσε άλλωστε να περιμένει από έναν άνθρωπο σαν αυτόν. Βέβαια αν το καλοσκεφτείς ήταν κάπως νωρίς για να γνωρίζει κάποιος τι θα ακολουθήσει, «Πάντως όχι τον δρόμο της αρετής.» σκέφτηκε απογοητευμένη. Μα τέλος πάντων, τι την ένοιαζε εκείνη που θα κατέληγε ο Δημήτρης και πως; Ας έκανε ό,τι ήθελε,  στην τελική ας έκοβε και το λαιμό του.

    Μόλις που είχανε κυλήσει δέκα λεπτά που είχε μπει στο σπίτι της και το κουδούνι από την κεντρική είσοδο ήχησε, αφού ξεφύσησε πάτησε το κουμπί για να ανοίξει η πόρτα. Άκουσε τα βήματα του στην σκάλα, ύστερα τα βήματα σταμάτησαν μπροστά από την πόρτα της και το κουδούνι του διαμερίσματος της χτύπησε, στα χείλη της σχηματίστηκε μία γκριμάτσα που υποδήλωνε χαμόγελο, και σφίγγοντας το πόμολο της πόρτας, την άνοιξε απότομα. Ο Δημήτρης που περίμενε ότι θα καθυστερήσει η Κατερίνα να του ανοίξει, συνηθισμένος γυναικείος καλλωπισμός της τελευταίας στιγμής, την κοίταξε ξαφνιασμένος σαν να τον έπιασε επ’ αυτοφώρω να εγκληματεί, και μην βρίσκοντας κάτι άλλο να της πει .

    -Να ‘μαι λοιπόν.

    -Πέρασε .

    -Αυτά τα λουλούδια είναι για σένα, φυσικά.

    -Ευχαριστώ δεν έπρεπε.

    -Οι σοκολάτες πάλι είναι για μένα, αλλά αν θες μπορούμε να τις μοιραστούμε.

    -Δεν έχεις αλλάξει καθόλου, έτσι;

    -Κι όμως έχω αλλάξει.

    -Κάθισε μην στέκεσαι όρθιος.

    -Εδώ είναι το εξεταστήριο;

    -Δεν έχω άδεια γιατρού ακόμα. Τι θα πιεις;

    -Μια πορτοκαλάδα, χωρίς ανθρακικό αν έχεις, αποφεύγω τα ανθρακούχα, προκαλούν κυτταρίτιδα.

    -Δεν αποφεύγεις όμως και τις σοκολάτες.

    -Ό,τι μπορεί ο καθένας.

 

    Τα πρώτα λεπτά κύλησαν σιωπηλά και με μια μικρή αμηχανία, ύστερα άνοιξαν συζήτηση για τον στρατό, ο Δημήτρης άρχισε να διηγείται διάφορα περιστατικά, κάποια αστεία και κάποια που άφηναν μια πικρή γεύση, γρήγορα η Κατερίνα ξέχασε τις ανασφάλειες της, άκουγε με ευχαρίστηση το Δημήτρη και παρατηρούσε το πρόσωπο του, ήταν τόσο όμορφο, κάπως παιδικό ακόμα, μα συνάμα υπήρχε και μια ανδρική αποφασιστικότητα.

    Τον θυμήθηκε στο πανηγύρι κι ένιωσε την καρδιά της για άλλη μια φορά να χτυπά δυνατά και γρήγορα. Η μία σκέψη οδηγούσε στην άλλη, ώσπου έφτασε και στάθηκε στον αγαπημένο της ξάδερφο. Τι θα σκεφτόταν άραγε αν ήξερε ότι εκείνη την στιγμή η ξαδερφούλα του βρισκόταν μαζί με το απολωλός πρόβατο. Με την τελευταία αυτή σκέψη δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα γέλια της, ο Δημήτρης την κοίταξε παραξενεμένος, και χωρίς να ξέρει γιατί, έβαλε κι εκείνος τα γέλια.

    -Μπορείς να μου εξηγήσεις σε παρακαλώ γιατί γελάμε αυτή την στιγμή; κατάφερε να τη ρωτήσει με πολύ κόπο.

    -Συνέβη κάτι φοβερό, ξέρεις, στο χωριό. Είπε συνεχίζοντας εκείνη τα γέλια.

    -Ωραία, τι; είπε εκείνος προσπαθώντας να συγκρατηθεί .

    -Κάποιος διέρρηξε την πόρτα του σπιτιού μας! είπε σκουπίζοντας τα μάτια της από τα δάκρια που της είχαν προκαλέσει τα γέλια.

    Το γέλιο του Δημήτρη κόπηκε απότομα.

    -Πότε συνέβη αυτό;

    -Πολλούς μήνες πριν, τον Οκτώβρη πήγε ο θείος μου και βρήκε το σπίτι ανοιχτό.

    -Έλειπε τίποτα;

    -Όχι, απ’ ότι ξέρω όχι .

    -Ζημιές;

    -Όχι, ευτυχώς τίποτα, εκτός φυσικά από την πόρτα. Όλοι έχουν πάθει ένα σοκ πρέπει να ομολογήσω.

    -Κι εσύ;

    -Δεν μπορώ να πω ότι το χάρηκα… είπε αναστενάζοντας ακόμα από τα γέλια. Πρέπει να σου πω ακόμη κάτι.

    -Ναι.

    -Όλοι υποψιάζονται εσένα.

    -Εσύ;

    -Όχι, εγώ δε σε υποψιάζομαι … εγώ είμαι σίγουρη.

    -Μα όχι, είπε αδύναμα, δεν το έκανα εγώ, θέλω να με πιστέψεις.

    -Εντάξει σε πιστεύω. Έλα τώρα ας πιούμε, είπε και σήκωσε το ποτήρι της για να το τσουγκρίσει με το ποτήρι του Δημήτρη.

    -Στην υγειά μας, είπε εκείνος που τα είχε κάπως χαμένα

    -Στην υγειά του διαρρήκτη. Είπε η Κατερίνα ξεκινώντας πάλι τα γέλια παρασύροντας και το Δημήτρη.    

 

    Η ώρα κυλούσε μα εκείνοι δεν το είχαν καταλάβει, περνούσαν τόσο όμορφα μαζί, μιλούσαν για τις ζωές τους, χωρίς ντροπή και φόβο, ο Δημήτρης αρχικά είχε κάποιες αναστολές, αφού η ζωή του ως την ώρα εκείνη ήταν βίος και πολιτεία, αλλά οι ερωτήσεις της Κατερίνας και ότι την έβλεπε να το διασκεδάζει, τον γέμισαν με θάρρος και συνέχισε να μιλάει για τα κατορθώματα του. Αποκάλυψαν τα όνειρα τους, μίλησαν για τα καλοκαίρια τους.

    -Σου λείπουν οι δικοί σου;

    -Φυσικά και μου λείπουν. Ήταν όμως επιλογή μου να σπουδάσω στα Ιωάννινα, μακριά από την πόλη που γεννήθηκα. Είσαι ο δεύτερος άνθρωπος που στο αποκαλύπτω, οι γονείς μου δεν το ξέρουν, αν και μπορεί να το φαντάζονται. Πρώτη πόλη που είχα δηλώσει για να σπουδάσω στο μηχανογραφικό μου ήταν τα Ιωάννινα. Με τους βαθμούς μου θα περνούσα Θεσσαλονίκη, αλλά κι από την Αθήνα τα Ιωάννινα προτιμούσα, την πόλη που αγαπώ, να γυρνάω ελεύθερη και ανέμελη στα μέρη που λατρεύω και φυσικά «ζήτω η ανεξαρτησία», σε μια πόλη που δεν είναι ξένη σε εμένα, που δε θα μου φαίνονταν όλα βουνό.

    -Θα μάθαινες.

    -Ναι, αλλά εδώ είναι καλύτερα.

 

    Το ρολόι του τοίχου έδειχνε δύο, ξαφνιάστηκαν όταν το πρόσεξαν.

    -Δυστυχώς πρέπει να φύγω.

    -Στην αδερφή σου θα πας;

    -Ναι.

    -Σε ποιο δρόμο μένει;

    -Αχ, δε θυμάμαι το όνομα. Της απάντησε αποκρύπτοντας το γεγονός ότι η Λίζα έμενε σε άλλη πόλη.

    -Θες να έρθω μαζί σου;

    -Να με προσέχεις; Δεν είναι κακή ιδέα. και μόλις φτάσουμε θα σε φέρω πίσω.

    Γελάσανε και χωριστήκανε ανταλλάσσοντας από ένα φιλί στο μάγουλο.

 

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

 

            Έβαλε τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του, με γρήγορα βήματα έφτασε στο πρώτο στενό, έστριψε, έκανε ακόμα λίγα βιαστικά βήματα πριν σταματήσει απότομα. Αναρωτήθηκε για ποιο λόγο βιαζόταν, ήταν περασμένες δύο, λεωφορείο δεν υπήρχε για Πρέβεζα τέτοια ώρα, όσο για ταξί, θα του ζητούσαν ολόκληρη περιουσία. Υπήρχε βέβαια η λύση του ξενοδοχείου, αλλά κι αυτό κόστιζε. Ήταν προτιμότερο να κρατήσει τα λεφτά στις τσέπες του, παρά να αρχίσει να τα σκορπάει σε πολυτέλειες δεξιά και αριστερά.

            Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να είχε πει στην Κατερίνα ότι η αδερφή του δε ζούσε στα Ιωάννινα, αλλά στην Πρέβεζα, ίσως να τον είχε κρατήσει σπίτι της, αλλά έτσι θα ήταν σαν να ήθελε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση. Όχι, καλύτερα που δεν της το είχε πει, επιδοκίμασε τέλος τον εαυτό του. Άλλωστε δεν ήταν και τόσο άσχημα, δεν είχε ιδιαίτερα κρύο και ο καιρός δεν απειλούσε με βροχή. Με αυτές τις σκέψεις έφτασε στη λίμνη, κάθισε σε ένα παγκάκι και άρχισε να χαζεύει τα ήσυχα νερά της. Δεν είχαν περάσει δέκα λεπτά και χρειάστηκε να μοιραστεί το παγκάκι του με έναν περίεργο τύπο που φορούσε ένα τζόκεϊ καπέλο, κρύβοντας με αυτό ως και τα μάτια του.

            -Καλώς δεχτήκαμε το συνάδερφο! Μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του μιας και υποψιάστηκε ότι πρόκειται για κάποιο αλάνι που τον είχε βάλει στόχο για να τον σουφρώσει.

            -Ωραία βραδιά! του είπε ο άλλος.

            Ο Δημήτρης δεν απάντησε, μόνο χαμογέλασε στο άκουσμα της δικής της φωνής.

            -Το φεγγάρι γεμάτο, ο ουρανός πλημμυρισμένος με αστέρια, ενώ η λίμνη προσφέρετε ολόδροση. Συνέχισε η Κατερίνα.

            -Ιδανική εικόνα για ερωτευμένους.

            -Πράγματι, κρίμα μόνο που οι ερωτευμένοι δεν έχουν μάτια παρά μόνο για το αντικείμενο του έρωτα τους.

            -Για να το λες κάτι θα ξέρεις καλύτερα, φιλαράκο!

            -Γιατί μου είπες ψέματα;

            -Εγώ σε σένα ψέματα; Πως σου πέρασε από το μυαλό;

            -Η αδερφή σου μένει στην  Πρέβεζα, όχι στα Ιωάννινα.

            -Ήθελα απλώς να κάνω μια βόλτα στην πόλη μου.

            -Μόνος;

            -Έτσι υπολόγιζα.

            -Δε θα μεγαλώσεις ποτέ;

            -Δεν ήμουν και ποτέ μικρός, γι’ αυτό όταν βρίσκω ευκαιρία παιδιαρίζω!

            -Ώστε γεννήθηκες με μιας μεγάλος; Θέλησε να αστειευτεί το κορίτσι. 

            -Αναλόγως πως εννοεί κάποιος το μεγάλος!

            -Εσύ, πως το εννοείς;

            Σκέφτηκε για λίγο πριν δώσει την απάντηση του.

            -Μόνος, ίσως να μην είναι η σωστή έννοια, αλλά ναι, πάντα ήμουν μόνος, δεν υπήρξε ποτέ κανείς να με προστατέψει, να με συμβουλέψει και να με πείσει ότι λέει το σωστό και το συμφέρον. Η μάνα μου με παράτησε, τον πατέρα μου δεν τον έβλεπα, πέθαινε στη δουλειά,  στην αρχή τουλάχιστον, γιατί μετά έκανε υπερωρίες πάνω στη Λόπη. Τη γιαγιά μου την αγνοούσα και την αδερφή μου δεν την υπολόγιζα, σιγά μη με κάνανε καλά οι γυναίκες, εγώ ήμουν ο άνδρας στο σπίτι. Αποτέλεσμα  ο πατέρας μου να είναι στη φυλακή, η γιαγιά μου να πεθάνει και εγώ να μην μπορώ να κάνω τίποτε άλλο από το να μισώ. Κι αν λίγο πριν από τα είκοσι κάνω απολογισμό στη ζωή μου, τι πραγματικά έχω καταφέρει; Εχθρούς. Εχθρούς από τον πατέρα μου κι εχθρούς από μένα.

        -Έχεις και φίλους.

        -Πού;  

        -Στο στρατό;

        -Στο στρατό. Επανέλαβε ο Δημήτρης, ειρωνικά.

        -Ε δεν μπορεί, κάποιον θα έχεις.

        -Ναι έχω, έχω εσένα, και πρέπει να σε κρύψω για να μη σε χάσω.

        -Τι είμαι να με κρύψεις; απάντησε η Κατερίνα προσπαθώντας να δώσει ένα χαρούμενο τόνο.

        -Ό,τι καλύτερο γνώρισα στη ζωή μου. Κατερίνα, δίστασε λίγο να συνεχίσει, ξέρεις τι θα συμβεί αν μάθουν ότι είμαστε φίλοι, και μη βιαστείς να πεις ότι δε σε νοιάζει, οι δικοί σου θα απογοητευτούν. Δε θέλω να έχεις γκρίνιες εξαιτίας μου. Είχες ό,τι δεν είχα, ό,τι επιθυμούσα, ό,τι ζήλευα, δε θέλω να στο καταστρέψω, ξέρω καλύτερα από όλους τι είναι να μην έχεις στηρίγματα.

        -Για άλλη μια φορά παραληρείς, για να δω αν έχεις πυρετό. Είπε κι ακούμπησε το χέρι της στο μέτωπο του. Σήκω, πάμε στο σπίτι, είσαι κουρασμένος πρέπει να κοιμηθείς.

        -Όχι, Κατερίνα, προτιμώ να μείνω εδώ, φύγε εσύ.

        -Θα μείνω κι εγώ τότε. είπε και ξανακάθισε.

 

        Γύρισαν στο σπίτι, η Κατερίνα του έστρωσε να κοιμηθεί κι εκείνη πήγε να ξαπλώσει στο κρεβάτι της. Κανέναν όμως από τους δύο δεν αγκάλιαζε ο ύπνος. Η πόρτα από το δωμάτιο της Κατερίνας έτριξε καθώς την άνοιγε ο Δημήτρης. Η Κατερίνα δεν τόλμησε να κουνηθεί, περίμενε φοβισμένη και ακίνητη ό,τι ήταν να γίνει, βρίζοντας σιωπηλά τον εαυτό της για την εμπιστοσύνη που του είχε δείξει. Ο Δημήτρης πλησίασε το κρεβάτι, σήκωσε το σεντόνι και ξάπλωσε δίπλα της, πέρασε τα χέρια του γύρω από το κορμί της αγκαλιάζοντας την. Μετά έκλεισε τα μάτια του και παραδόθηκε στον ύπνο αφήνοντας την Κατερίνα ξάγρυπνη.

 

    Τον ξύπνησε ο ήλιος που έμπαινε από τα μισάνοιχτα στόρια. Κοίταξε δίπλα του κι είδε την Κατερίνα, και για πρώτη φορά στη ζωή του ένοιωσε κάτι που έμοιαζε με ευτυχία. Μα ξάφνου θυμήθηκε την πρωτοβουλία του, τράβηξε ήσυχα το χέρι του και σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα όσο πιο σιγά γινόταν, η οποία παρά τη φιλότιμη προσπάθεια του έτριξε, και τι πιο φυσικό από το να της δώσει ο Δημήτρης ένα φάσκελο. Η Κατερίνα με κόπο κατάφερε να συγκρατήσει τα γέλια της, καθώς τον παρακολουθούσε με μισάνοιχτα μάτια. Αφού κατάφερε να βγει ξεφύσησε  ανακουφισμένος κι έπεσε στον καναπέ του για να συνεχίσει τον ύπνο του.

    Η Κατερίνα κι αυτή ευτυχισμένη για όσα της μαρτυρούσαν οι πράξεις του, γύρισε πλευρό κι αποκοιμήθηκε, αφού όλη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι από την αγωνία.  

 

    -Καλημέρα μουρμούρισε η Κατερίνα τσαντισμένη από το λίγο βραδινό ύπνο που της είχε επιτρέψει ο φόβος της.

    -Καλημέρα Κατερίνα, της απάντησε γλυκά ο Δημήτρης.

    -Πως κοιμήθηκες, ήταν άνετος ο καναπές;

    -Ναι, πάρα πολύ, ευχαριστώ,  είπε και χαμογέλασε πονηρά εκείνος.

    -Μάλιστα, μάλιστα. Και τι σκέφτεσαι να κάνεις σήμερα; Φαντάζομαι θα μείνεις άλλη μια μέρα στην πόλη μας.

    -Θέλεις να μείνω;

    -Γιατί όχι;

    Και έμεινε. Το βράδυ ξάπλωσε στον καναπέ, αλλά αφού πέρασε αρκετή ώρα και θεώρησε ότι η Κατερίνα είχε αποκοιμηθεί, καλομαθημένος από την προηγούμενη νύχτα, πήγε στην κρεβατοκάμαρα της και κοιμήθηκε μαζί της. Η Κατερίνα εκείνη την βραδιά τον περίμενε, κι αντιθέτως από την προηγούμενη νύχτα κοιμήθηκε κι αυτή, χαρούμενη μέσα στην αγκαλιά του.

    Κάποια στιγμή όμως ξύπνησαν σχεδόν ταυτόχρονα, κοιτάχτηκαν, ο Δημήτρης μην έχοντας δικαιολογία της έκανε νόημα να σωπάσει, η Κατερίνα δεν του έδωσε καμία απολύτως σημασία και βυθίσθηκε πάλι στον ύπνο, αφήνοντας αυτή τη νύχτα ξάγρυπνο τον Δημήτρη.

 

    Το επόμενο πρωί τον βρήκε ξαπλωμένο στον καναπέ του, τον κοίταξε μα αντί για καλημέρα γέλασε, ο Δημήτρης την κοίταξε ξαφνιασμένος, και όταν έμεινε μόνος του δάγκωσε τα χείλη του. Να τον είχε καταλάβει;

    Η μέρα κύλησε ήρεμα κι ο Δημήτρης ξέχασε το συμβάν. Ήταν το τελευταίο βράδυ που θα έμενε στα Ιωάννινα. Την επόμενη έπρεπε να ξεκινήσει για να επιστρέψει στο στρατόπεδο, αν πρώτα ήθελε να κάνει μια στάση στη Θεσσαλονίκη.  Η Κατερίνα πριν ξαπλώσουν του πρότεινε .

    -Επειδή η πόρτα του δωματίου μου τρίζει και είναι κουραστικό να ξυπνάω κάθε βράδυ, οπότε αν είναι να έρθεις μέσα, έλα από τώρα, και να είσαι φρόνιμος όπως και τις προηγούμενες νύχτες. Ο Δημήτρης δεν ήξερε τι έπρεπε να απαντήσει, θα ήταν περιττό να το αρνηθεί, έτσι προτίμησε να μην πει τίποτα και να την ακολουθήσει. Ξάπλωσε δίπλα της και την αγκάλιασε, κοιτάχτηκαν στα μάτια αρκετή ώρα χωρίς να πουν τίποτα, ο Δημήτρης πλησίασε τα χείλη του προς τα δικά της, εκείνη όμως έκλεισε τα μάτια της σφίγγοντας παιδιακίστικα τα χείλη της, έτσι ο Δημήτρης αρκέστηκε να δώσει ένα φιλί στα μαλλιά της, ύστερα άφησε έναν αναστεναγμό να του ξεφύγει και έκλεισε τα μάτια του.

 

    Το επόμενο μεσημέρι κάθισαν σιωπηλοί στο τραπέζι, ο Δημήτρης αν και προσπαθούσε να το κρύψει, ήταν απαρηγόρητος που θα επέστρεφε στο στρατόπεδο, μα κι η Κατερίνα δεν ένιωθε καμία ευχαρίστηση που θα απαλλασσόταν από την παρουσία του. Τα αισθήματα μέσα της είχαν αντιστραφεί, κι αντί να νιώθει ανακούφιση που θα της άδειαζε τη γωνιά σε λίγο ο Δημήτρης, εκείνη ένιωθε ένα βάρος στο στομάχι που δεν της επέτρεπε να βάλει μπουκιά στο στόμα.  Η ώρα είχε περάσει και τα δύο παιδιά σηκώθηκαν από το τραπέζι, το φαΐ τους σχεδόν δεν το είχαν ακουμπήσει. Ο Δημήτρης άπλωσε το χέρι του στην Κατερίνα, αφήνοντας έναν μικρό αναστεναγμό.

    -Θα τα πούμε στο χωριό.

    -Ναι, καλό ταξίδι και υπομονή.

    Η πόρτα έκλεισε πίσω του, επιστροφή στο στρατόπεδο, επιστροφή στη δική του φυλακή, κι όμως ένιωθε καλύτερα από την πρώτη φορά που έφευγε, ίσως επειδή ήξερε που πήγαινε, ίσως πάλι επειδή ήλπιζε ότι υπήρχε κάποιος που τον νοιαζόταν. Η Κατερίνα πήρε ένα βιβλίο το άνοιξε και ξεκίνησε να το διαβάζει, μα οι λυγμοί της έφραζαν το λαιμό και τα δάκρυα της θόλωναν τα μάτια.

    «Γαμώ το, τι μου συμβαίνει;» είπε κι έπεσε στο κρεβάτι της παραδομένη πλέον στο κλάμα της.

 

    Ο Δημήτρης χτυπούσε επίμονα το κουδούνι της αδερφής του, η Λίζα του άνοιξε μα αντί για καλωσόρισμα, ξεκίνησε την ανάκριση.

    -Ζεις;

    -Καλώς το φαντάρο, άκουσε τη φωνή της Καίτης.

    -Γεια σας. Μουρμούρισε με κλειστά τα χείλη εκείνος.

    -Που εξαφανίστηκες τόσες μέρες; τον ρώτησε η Λίζα.

    -Με κάτι φίλους στα Ιωάννινα.

    -Και δεν μπορούσες να ενημερώσεις; έφυγες για ένα απόγευμα και επιστρέφεις μετά από τρεις μέρες.

    -Λίζα, να χαρείς βιάζομαι. Θα χάσω το λεωφορείο για τη Θεσσαλονίκη. Μπήκε στο δωμάτιο, μα η Λίζα τον ακολούθησε.

    -Με ποιους ήσουν;

    -Βιάζομαι. Πήρε το σάκο του και έσκυψε και τη φίλησε, φτάνοντας στην πόρτα, κάτι θυμήθηκε και επέστρεψε. Μόλις τελειώσω με τον στρατό θα νοικιάσουμε ένα σπίτι και θα μείνουμε μαζί. Της είπε σιγά.

    -Εξαφανίζεσαι πρώτα και ύστερα μου δίνεις και διαταγές;

    -Ακριβώς. Και αυτή να την προσέχεις.

    -Ποια;

    -Τη φίλη σου. Μη μάθω τίποτα, σε έσφαξα.

    -Σαν τι δηλαδή;

    -Γεια σου Δημητράκη, του πέταξε η Καίτη φεύγοντας.

    -Γεια σου και σένα.

    -Να μου τηλεφωνήσεις μόλις φτάσεις. του φώναξε η Λίζα.   

 

    Αργά το απόγευμα ο Δημήτρης έφτασε στη Θεσσαλονίκη, χωρίς να χάσει καιρό πήρε τον δρόμο για το σπίτι της Σαλονικιάς φίλης του, ας ήταν να την έβρισκε μόνη της. Χτύπησε το κουδούνι της και προς μεγάλη του χαρά του άνοιξε η ίδια.

    -Έχεις χώρο γι’ αυτό το βράδυ; Τον άρπαξε από το χέρι και τον τράβηξε μέσα. Πέρασαν άλλη μια θυελλώδη βραδιά μαζί. Τελικά οι γυναίκες στη Θεσσαλονίκη έχουν τον τρόπο τους, καμιά σχέση με τα συνεσταλμένα κορίτσια της Ηπείρου, βέβαια αυτός είχε στο μυαλό του την Κατερίνα, που ούτε να τη φιλήσει δεν του είχε επιτρέψει, όμως υπήρχε και η άλλη πλευρά του νομίσματος, βλέπε Καίτη ή Λόπη. Ίσως η Κατερίνα να ήταν η εξαίρεση μέσα στο πλήθος των γυναικών, το ότι τον είχε αφήσει να ξαπλώσει δίπλα της, ήταν μια μεγάλη παραχώρηση. Τρεις νύχτες δίπλα στο ζεστό κορμί της άναβε κι έσβηνε. Ένας λόγος ήταν κι αυτός που δεν άφησε την ευκαιρία και πέρασε πρώτα από τη Θεσσαλονίκη, ώστε να ζήσει άλλη μια βραδιά με αυτή τη γλυκιά μάγισσα. Μια βραδιά άγρια, που η μέρα δεν έλεγε να έρθει να τη διαδεχτεί, τον γέμισε σημάδια σε όλο του το κορμί, σημάδια τα οποία άφηνε να φαίνονται στο στρατόπεδο, αποκαλύπτοντας στους συναδέλφους του, πόσο θερμές νύχτες είχε περάσει κατά την διάρκεια της άδειας του. Γνήσιο αρσενικό ο Δημήτρης, δεν κατάφερε να ξεφύγει από τη μοίρα των αντρών, οι οποίοι θέλουν να καυχιούνται για το κάθε τι, μικρό ή μεγάλο.

    Κοίταζε το πρόσωπο της κι έβλεπε χίλια άλλα γυναικεία πρόσωπα, της Κατερίνας, της αντιπαθητικής συγκατοίκου της αδερφής του, μα το πιο περίεργο το πρόσωπο της Λόπης, της ερωμένης του πατέρα του. Του άρεσε εκείνο το κορίτσι μα συγχρόνως τον αηδίαζε, όπως ακριβώς και η Καίτη. Όμως το μυαλό του επέστρεφε πάντα στο πρόσωπο της Κατερίνας, κάνοντας τον πιο γλυκό με εκείνη την άγρια γυναίκα, κάτι που κι η ίδια φυσικά το πρόσεξε .

    Μόλις τελείωσαν ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του και παρατήρησε.

    -Ήσουν πιο γλυκός από την προηγούμενη φορά .

    -Ναι;

    -Ναι, τότε ήσουν αλλιώτικος, δεν άγγιζες, άρπαζες, δε φίλαγες, δάγκωνες.

    -Εφτά μήνες κλεισμένος στον στρατό δεν το βρίσκεις λογικό;

    -Μάλλον, έτσι θα είναι, ίσως να ξέδωσες και στην πατρίδα σου. 

    -Ποιος ξέρει, μπορεί.

    -Τι ώρα θα φύγεις; άλλαξε θέμα νιώθοντας μια μικρή ζήλια να τη τσιμπάει στο στήθος.

    -Στις οχτώ έχει λεωφορείο.

    -Πότε θα ξαναπεράσεις;

    -Μέχρι την επόμενη άδεια μου, θα με έχεις ξεχάσει .

    -Δεν το πιστεύω, είπε αναζητώντας τα χείλη του, άντε κοιμήσου τώρα να ξεκουραστείς, επιστρέφεις στα βασανιστήρια σου από αύριο.

    -Όνειρα γλυκά.

    -Ξύπνα με το πρωί πριν φύγεις, θέλω να σε αποχαιρετήσω.

    -Εντάξει, κοιμήσου τώρα.

 

 

 

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

 

    Αναπνέω κι ο αέρας κατεβαίνει λυτρωτικά στον οργανισμό μου. Το χωριό είναι γεμάτο από δέντρα, οξυγόνο, κι η γη παρθένα κόρη. Κοιτάω γύρω μου και τα μάτια μου δε χορταίνουν από την ομορφιά του τόπου. Καμιά φορά αναρωτιέμαι με τι μάτια βλέπω εγώ  και με τι μάτια ο άλλος κόσμος. Αυτοί που τρέχουν στις μεγάλες πρωτεύουσες του κόσμου κι όμως δεν τους είναι αρκετό να χορτάσουν ομορφιά, κι όλη τους η ζωή είναι ταξίδια. Είναι τόσο μεγάλοι άραγε που η γη ολόκληρη δεν τους χωράει; Ή μήπως εγώ τόσο μικρή που με χωράει τούτο εδώ το μικρό χωριουδάκι, το περικυκλωμένο από δέντρα, βουνά και ποτάμια. Το χρώμα των ματιών μου είναι καστανό, όπως και του Νίκου, όπως και της Κατερίνας, δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με την όραση, βεβαιώνουν οι γιατροί,  κομπογιαννίτες όλοι τους. Έχω ταξιδέψει σε τόσα μέρη στον κόσμο, με το σώμα και με το μυαλό, κι όμως επιστρέφω πάντα εδώ, ίσως το χώμα με το οποίο πλάστηκα από τα σπλάχνα της μάνας μου να είναι από αυτόν εδώ τον τόπο, γι’ αυτό επιστρέφω πάντα πίσω, για να ενωθώ με αυτό το χώμα. Εμένα που με χωράει τούτο εδώ το χωριό, δε με χωράει ολόκληρη Αθήνα, ολόκληρη πρωτεύουσα της ελληνικής δημοκρατίας, ίσως να φταίει ότι δεν υπάρχει χώμα, παρά μόνο μέσα σε γλάστρες. Το χώμα έχει κρυφτεί κάτω από την άσφαλτο, το τσιμέντο και τα μπάζα, κι έτσι όταν χώμα πέφτει πάνω στην άσφαλτο, μια σκούπα μαζί με ένα φαράσι το μαζεύουν. Δεν υπάρχει οπότε ελπίδα ένωσης με τίποτα το αληθινό, το φυσικό, μόνο αν ανέβω στον Παρθενώνα ίσως βρω αυτό που ζητάω, αλλά τόσα χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο μου, ούτε ο ίδιος ο Θεός δε θα το θέλει .

 

    Βρέχει και γίνομαι λάσπη, μια λάσπη που μοσχοβολάει σαν αγιασμός, όταν μυρίζω το κορμί μου, βρεγμένο ή στεγνό μου θυμίζει περισσότερο η οσμή του  από ότι κάθε άλλου ανθρώπου, εραστή, φίλου ή συγγενή, χώμα. Λατρεύω αυτή τη μυρωδιά, κάποιοι κατεβάζουν τα μούτρα τους και για να την καλύψουν, βάζουν ένα σωρό αρώματα. Η μυρωδιά του χώματος, στο οποίο ανήκουμε και θα επιστρέψουμε μόλις κάνουμε τον κύκλο μας σε τούτο τον πλανήτη, στο τέλος νικάει και τα πιο ακριβά αρώματα ή τα φτηνά και βαριά.

 

    Καθόμουν στην άκρη του φράχτη και κοίταζα τον πλάτανο στο διπλανό  χτήμα, εκεί όπου καθόμασταν όταν ήμασταν παιδιά με την Κατερίνα και το Νίκο, όλα τα παιχνίδια μας σε εκείνο το δέντρο τα είχαμε κάνει, εκεί είχα διηγηθεί στους δύο έμπιστους μου τις πρώτες ιστορίες μου και με είχαν ενθαρρύνει, εκεί αποκαλύπταμε τα όνειρα μας, εκεί παίζαμε τους μεγάλους και κουτσομπολεύαμε τους θείους και τους γονείς μας καθώς κι ολόκληρο το χωριό. Η Κατερίνα πάντα ήθελε να γίνει γιατρός, κι εγώ συγγραφέας, όσο για το Νίκο, πότε το ένα πότε το άλλο, ανάλογα με τα κέφια του.

    Ένιωσα το χέρι του να με αγγίζει στον ώμο.

    -Τι κάνεις εδώ μικρή μου;

    -Μετράω τα χρόνια που φύγανε.

    -Δε θα σου πήρε και πολύ χρόνο, θα σου έπαιρνε τουλάχιστον τον τετραπλάσιο αν μέτραγες τα χρόνια που θα έρθουν.

    -Ώστε πιστεύεις ότι θα κλείσω έναν αιώνα ζωής.

    -Εμένα είχα στο μυαλό μου.

    -Ευχάριστο, ώστε σκοπεύεις λοιπόν να γίνεις αιωνόβιος;

    -Φυσικά, το ίδιο περιμένω και από σένα.

    -Αν είναι στο χέρι μου, κι η Κατερίνα φαντάζομαι.

    -Φυσικά ό,τι εμείς κι εκείνη.

    -Ποιος μας το εγγυάται αυτό Νίκο;

    -Τι σε έχει πιάσει σήμερα μικρή μου;

    -Δεν ξέρω. Νιώθω ένα φόβο εδώ. Είπα δείχνοντας του το μέρος όπου κρύβεται η καρδιά μου.

    -Λοιπόν στο εγγυώμαι εγώ, μην ξεχνάς έχουμε το κοκαλάκι της νυχτερίδας.

    -Όπως και να έχει  αν είναι να πεθάνουμε σε εκατό χρόνια…

    -Μην υπερβάλεις, σε ογδόντα .

    -Έστω, ή σε πενήντα, σε είκοσι ή σε ένα μήνα, προτιμώ να φύγω πρώτη, δε θέλω να ζήσω τη δική σας απώλεια.

    -Αδύνατο, είσαι η πιο μικρή οπότε θα πεθάνεις τελευταία.

    -Είσαι πολύ αφελής Νίκο.

    -Γι’ αυτό θα ζήσω περισσότερο, άντε πήγαινε να ετοιμαστείς τώρα, το βράδυ είναι το πανηγύρι κι εσείς τα κορίτσια θέλετε πολύ ώρα προετοιμασίας.

    -Στενοχωριέμαι που ένα ακόμη καλοκαίρι έφτασε στο τέλος του.

    -Κορίτσι μου έχουμε σχεδόν ένα μήνα μέχρι τις 21 Σεπτεμβρίου.

    -Ναι, ξέχασα, το καλοκαίρι ξεκινάει πρώτη Ιουνίου και τελειώνει στις είκοσι μία του Σεπτέμβρη. Μα μπροστά μας βρίσκεται ολόκληρος χειμώνας με  βροχές. 

    -Ξέρεις κάτι, δεν έπρεπε να είχες γεννηθεί καλλιτέχνης, είσαι πολύ ρομαντική και απαισιόδοξη. Μα τέλος πάντων, ζήσε την στιγμή. Δεν μπορείς να περνάς εννιά μήνες περιμένοντας τρεις, και τον έναν από αυτούς να νοσταλγείς ό,τι πέρασε και να μελαγχολείς για τους εννιά που έρχονται.

    -Με χαλάει η αλλαγή σκηνικού.

    -Κι εσύ χαλάς εμένα, πήγαινε γρήγορα να ετοιμαστείς, μου είπε ρίχνοντας μου ένα χαστούκι χάδι στο μάγουλο.

 

    Όπως κάθε χρόνο είχαμε φτάσει στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Αλεξάνδρου και είχαμε παραταχθεί στα τραπέζια μας. Η βραδιά κυλούσε ευχάριστα, χορός, τραγούδια, γέλια, πειράγματα. Στόχος της Κατερίνας και δικός μου ήταν ο Νίκος που είχε καταφέρει αν και φαντάρος, και τις δύο χρονιές να είναι παρόν στο πανηγύρι του Αγίου Αλεξάνδρου.  

    -Βαράω και προσοχή στο μεγαλείο του Αγίου και προστάτη του χωριού μας.

    -Βρε βλάστημε, θα σου έρθει το καμπαναριό στο κεφάλι.

    -Γιατί ψέματα λέω;  κι ύστερα κοιτάζοντας το καμπαναριό, λες να είναι βαρύ;

    -Μπα !

    Είχαμε κάνει το δικό μας πηγαδάκι για άλλη μια φορά και τα λέγαμε μόνοι μας. Καθώς μιλούσαμε με το Νίκο που πάντα τον είχαμε στη μέση, πρόσεξα την Κατερίνα να κοκκινίζει ελαφρά ενώ με κόπο προσπαθούσε να κρατήσει το βλέμμα της πάνω στον ξάδερφο μας, τι ήταν αυτό όμως που της μαγνήτιζε το βλέμμα, ακολούθησα τη βιαστική ματιά της. «Φυσικά, είχε έρθει ο Δημήτρης με τη συνοδεία πάντα της αδερφής του.» Τον πρόσεξε κι ο Νίκος, βλέποντας όμως ότι αντιθέτως με την περσινή χρονιά, δεν ήταν καθόλου προκλητικός, και δε σαΐτευε με ματιές την ξαδέλφη μας, δεν του έδωσε σημασία.

    Ο Δημήτρης ήταν πράγματι πολύ μετρημένος, κοίταζε τους συγχωριανούς του ευθεία στα μάτια, χωρίς να ντρέπεται, περήφανα χωρίς όμως κανένα ίχνος ειρωνείας ή κακίας, ίσος απέναντι σε ίσους.

    -Θα τον έστρωσε ο στρατός, σχολίασε κάποια στιγμή ο Νίκος, τελικά η αδερφούλα του δεν είναι άσχημο κορίτσι, αντιθέτως είναι αρκετά γοητευτική.

    -Κι ο Δημήτρης καλός είναι. Του πέταξα εγώ.

    -Στέλλα συμμορφώσου, με μάλωσε ο Νίκος.

    -Όταν μου δώσεις το παράδειγμα σα μεγάλος ξάδερφος, θα το κάνω.

    -Πάω τουαλέτα. είπε η Κατερίνα,  και σηκώθηκε.

    -Περίμενε με θα έρθω κι εγώ.

    -Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί εσείς τα κορίτσια πάτε δυο δυο στην τουαλέτα.

    -Άσε Στελλίτσα, κάτσε με τον ξάδερφο σου, πάω μόνη μου.

    Μόλις η Κατερίνα έφυγε, άρχισα διακριτικά να ρίχνω ματιές στο απέναντι τραπέζι μέχρι που μου τράβηξε την προσοχή η κουβέντα των μεγάλων.

    -Μα που πήγε επιτέλους αυτό το κορίτσι; αναρωτήθηκε ο Νίκος μετά από λίγα λεπτά. 

    Έστρεψα το βλέμμα στο τραπέζι του Δημήτρη, η καρέκλα του ήταν άδεια μα η Λίζα στη θέση της.

    -Θα ‘χει πιάσει το κουτσομπολιό με καμιά φίλη της. Πάω να την βρω. είπα και σηκώθηκα.

 

    Όπως το είχα φανταστεί, τους βρήκα μαζί κρυμμένους πίσω από την εκκλησία, μη θέλοντας να χαλάσω αυτό το τρυφερό τετ α τετ, τραβήχτηκα για να μη με προσέξουν και από μια, όχι και τόσο μικρή απόσταση προσπαθούσα να ακούσω τι λέγανε. Λες και τα πάντα ευνοούσαν το Δημήτρη, οι προβολείς ξαφνικά έσβησαν, και το προαύλιο βυθίστηκε στο σκοτάδι, η Κατερίνα φοβισμένη έπεσε στην αγκαλιά του Δημήτρη, κι εκείνος χωρίς να το σκεφτεί και πολύ της έδωσε το πρώτο τους φιλί στο στόμα. Έτσι τους είδα, αγκαλιασμένους να φιλιούνται, όταν μετά από λίγα δευτερόλεπτα οι προβολείς άναψαν και πάλι. Μια μεγάλη απογοήτευση με πλημμύρισε, δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό μου, φυσικά δεν ήξερα τι είχε προηγηθεί. Πως ένα χρόνο τώρα της έστελνε γράμματα, εκείνη φυσικά επέμενε να του απαντάει με κάρτες, αλλά έστω και με αυτό τον τρόπο δεν αγνοούσε την αλληλογραφία τους. Δεν ήξερα ακόμα ότι είχαν μοιραστεί τόσες εξομολογήσεις και το σημαντικότερο δεν ήξερα ότι είχανε μοιραστεί το ίδιο κρεβάτι τρεις νύχτες, τι σημασία έχει αν δεν είχε συμβεί τίποτα περισσότερο από όνειρα. Τα συναισθήματα ήταν κι από τις δύο πλευρές έντονα, ένα χρόνο τώρα προσπαθούσαν να τα πνίξουν αλλά μάταια, εκείνα προς πείσμα τους μεγάλωναν.

    Τον είχε ερωτευτεί με την πρώτη ματιά, όταν εκείνος απλώς την είχε ποθήσει, την ερωτεύτηκε μόλις εκείνη του αντιστάθηκε, και μέρα με τη μέρα την ερωτευόταν περισσότερο, αλλά κι εκείνη, όταν  προσπαθούσε να διαβάσει, έχανε ολόκληρες σειρές, ακόμα κι ολόκληρες παραγράφους, κι άντε πάλι από την αρχή. Ξύπναγε και κοιμόταν με την ανάμνηση του και κάθε βράδυ ένιωθε ότι μοιραζόταν το κρεβάτι της μαζί του, αλλά το ίδιο συνέβαινε περίπου και στο Δημήτρη. Ξαφνικά ένιωσα μεγάλο μίσος για εκείνον, μου έκλεβε κάτι που μου άνηκε, την καλύτερη μου φίλη, την έμπιστή μου, που είχε ξεμυαλιστεί και είχε πάψει να με εμπιστεύεται. Μα ξαφνικά μίσησα και την Κατερίνα, αλλά εκείνη για ποιο λόγο, τι μου είχε κλέψει; Εκείνη την στιγμή δεν ήξερα γιατί, αλλά ίσως απλά να μην ήθελα να ομολογήσω το λόγο στον εαυτό μου.     

 

    Κοριτσίστικα γέλια ακούστηκαν, η Κατερίνα βιάστηκε να απομακρυνθεί από τη αγκαλιά του, μα πρόλαβε να τη συγκρατήσει από το μπράτσο.

    -Θέλω να σε δω, μόνη, χωρίς το φόβο να μας δούνε οι άλλοι μαζί.

    -Δεν ξέρω Δημήτρη.

    -Γιατί, τι φοβάσαι;

    -Δε φοβάμαι τίποτα.

    -Εγώ πάλι φοβάμαι.

    -Τι; τον ρώτησε κοιτώντας τον σοβαρά στα μάτια.

    -Εσένα, εμένα.

    Τον χάιδεψε στο πρόσωπο τρυφερά.

    -Θέλω να έρθεις στον καταρράκτη.

    -Θα προσπαθήσω, μα δεν στο υπόσχομαι.

    -Εγώ εκεί θα είμαι και θα σε περιμένω.

    Κόλλησα το κεφάλι μου πάνω στον τοίχο της εκκλησίας, προσπαθώντας να μην τους ακούω, κάτι συμφώνησαν ακόμα και η Κατερίνα ξεκίνησε για το τραπέζι μας. Την άφησα να πάει πρώτη.

    -Που είναι η Στέλλα; τη ρώτησε ο Νίκος.

    -Εμένα ρωτάς;

    -Την έστειλα να σε βρει.

    -Δεν ξέρω, δεν βρεθήκαμε. Απάντησε έχοντας τα κάπως χαμένα. Άφησα και το Δημήτρη να επιστρέψει στο τραπέζι του και τελευταία έφτασα εγώ. Με κόπο προσπάθησα να κρύψω κάθε ίχνος ειρωνείας που μπορεί να είχε το βλέμμα μου, δεν ήθελα να καταλάβει ότι γνώριζα το μυστικό της.

    -Που ήσουν εσύ; άρχισε την ανάκριση ο Νίκος.

    -Έψαχνα την Κατερίνα, μα συνάντησα δυο φίλες μου και την ξέχασα, συγνώμη ξαδερφούλα μου.

    -Δεν πειράζει. απάντησε κάπως μουδιασμένη η Κατερίνα.

    -Αλήθεια, όταν έσβησαν οι προβολείς είχες επιστρέψει;

    -Όχι.

    -Αχ κακομοίρα μου, ήσουν μοναχούλα και φοβάσαι τόσο το σκοτάδι. Της είπα και την αγκάλιασα από τους ώμους. Καθώς στεκόμουν από πάνω της.

    -Ευτυχώς δεν κράτησε πολύ η συσκότιση.

    -Για να το λες εσύ, κάτι θα ξέρεις. Άντε ας πιούμε τώρα στην υγειά μας, είπα και σήκωσα το ποτήρι μου τσουγκρίζοντας το με τα ποτήρια του Νίκου και της Κατερίνας, μα το κράτησα λίγο περισσότερο στον αέρα, προς τη μεριά του Δημήτρη, πριν κατεβάσω το περιεχόμενο του με μιας στον οργανισμό μου, αγνοώντας τα βλέμματα των δύο παιδικών μου φίλων, που με κοίταζαν ο ένας παραξενεμένος και η άλλη αμήχανα χωρίς όμως να λέει κανείς τους τίποτα.            

 

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

           

            Το επόμενο μεσημέρι μόλις η Κατερίνα βρήκε την ευκαιρία έφυγε από το σπίτι, αφού την άφησα να απομακρυνθεί λίγα βήματα ώστε να μη γίνω αντιληπτή, ξεκίνησα κι εγώ από πίσω της.  Πρέπει να παραδεχτώ ότι φοβόμουν πολύ εκείνον το βραχώδη τόπο, τον ιδιαίτερα γλιστερό, που έπρεπε σχεδόν να σκαρφαλώσω πριν βγω στη δημοσιά, η περιέργεια μου όμως με έσπρωχνε να συνεχίσω την πορεία μου. Την ακολουθούσα με χίλιες προφυλάξεις ώστε να μη με δει, περπατώντας σχεδόν στα τέσσερα, αφού κάθε λίγο και λιγάκι γυρνούσε και κοιτούσε πίσω της. Από μακριά είχα διακρίνει τον πλάτανο και τον καταρράκτη, φυσικά από την αρχή γνώριζα που πηγαίναμε, όλες αυτές οι προφυλάξεις της, η ώρα που έφυγε και οι κουβέντες που είχα ακούσει το βράδυ στο πανηγύρι, όλα αυτά ήταν αρκετά ώστε να με κατατοπίσουν πλήρως.

            Ο Δημήτρης ήταν καθισμένος κάτω από τον πλάτανο, σφυρίζοντας αδιάφορα  και σκαλίζοντας με το σουγιά του τη φλούδα του δέντρου. Η Κατερίνα στάθηκε μπροστά του λαχανιασμένη, εκείνος την κοίταξε και χαμογελώντας την τράβηξε από το χέρι και την έβαλε να καθίσει στην αγκαλιά του.

            -Ήρθες επιτέλους, είπε και τη φίλησε στο λαιμό.

            «Θα κάνω εμετό.» σκέφτηκα άρρωστη από ζήλια.

            Το πρώτο εκείνο μεσημέρι αρκέστηκαν σε λίγα φιλιά και λίγα χάδια, η Κατερίνα ήταν πολύ φοβισμένη μην τύχει και περάσει κάποιος διαβάτης, τους δει μαζί, και τα προλάβει όλα στους δικούς μας, από τέτοιους καλοθελητές είναι γεμάτος ο κόσμος. Επίσης ανησυχούσε μην τυχόν και στο σπίτι συνειδητοποιήσουν την απουσία της, όχι ότι δεν είχε το ελεύθερο να φεύγει, αλλά αν την ρωτούσε ή γιαγιά ή  κάποιος θείος μας από περιέργεια που βόλταρε, εκείνη τι θα απαντούσε, και ήταν τόσο κακή στα ψέματα, Θεέ μου. Φυσικά δεν γνώριζε ότι είχε άλλοθι, λείπαμε την ίδια ώρα, και έτσι όλοι θα υποθέτανε, και κατά κάποιο τρόπο σωστά, ότι ήμασταν μαζί. Όσο για το  Νίκο είχε αποχωριστεί από καιρό την παρέα μας, προτιμούσε να ξοδεύει τον χρόνο του με φίλους και με κορίτσια εκτός οικογενείας. 

            Βλέποντας την Κατερίνα να σηκώνετε από την αγκαλιά του Δημήτρη και μη θέλοντας να με δει, ξεκίνησα πρώτη. Για να μη γίνει αντιληπτή η ξεχωριστή απουσία μας την περίμενα στο σπίτι ενός οικογενειακού μας φίλου. Καθόμουν στην πίσω αυλή μόνη μου και κοίταγα το ρολόι μου μετρώντας την καθυστέρηση της ανυπόμονα. Και να τη που στρίβει από τη γωνία και περπατάει χαμογελαστή κρατώντας στα χέρια της  ένα λουλούδι, ανά διαστήματα το πλησιάζει στο πρόσωπό της και το μυρίζει. Βλέποντας με μου χαμογελάει και προχωράει προς το μέρος μου. Εγώ την κοιτάω πάντα με το ίδιο ειρωνικό βλέμμα ενώ τα χείλη μου μόλις που σχηματίζουν ένα σβησμένο χαμόγελο.

            -Που ήσουν; τη ρωτάω δήθεν αδιάφορα.

            -Βολτούλα.

            -Πήρες τα όρη και τα βουνά;

            -Βαρέθηκα στο σπίτι, και τα μικρά κάνανε τόση φασαρία.

            -Πράγματι, μου πήραν το κεφάλι, σε έψαχνα να πάμε καμιά βόλτα, αλλά δε σε έβρισκα, έτσι ήρθα εδώ και ηρέμησα κάπως.

            -Ήσουν με το Γιάννη;

            -Μπα, δεν τον είδα καθόλου, κάθισα μόνη μου εδώ…

            -Άντε πάμε σπίτι, λέει και με σηκώνει από την καρέκλα.  

            Κάθε μεσημέρι η Κατερίνα έφευγε από το σπίτι, από πίσω της κι εγώ. Τις πρώτες μέρες απλώς αντάλλαξαν μερικά φιλιά και χάδια ενώ την περισσότερη ώρα φλυαρούσαν. Δυστυχώς δεν μπορούσα να τους πλησιάσω περισσότερο ώστε να ακούσω τις συζητήσεις τους, αφού φοβόμουν ότι θα γινόμουν αντιληπτή. Κάποια όμως μέρα ήταν διαφορετική από όλες τις άλλες, ακόμα κι ο αέρας είχε άλλη υφή, άλλο άρωμα.

            Ο Δημήτρης είχε διάθεση παιχνιδιάρικη, μόλις έφτασε η Κατερίνα την άρπαξε και την έβαλε στην αγκαλιά του γεμίζοντας τη φιλιά. Με χίλιους κόπους η Κατερίνα κατάφερε να ξεφύγει από τα χέρια του. Εγώ καθισμένη στο χώμα τους κοίταζα και αναρωτιόμουν πότε ο Δημήτρης θα επέστρεφε πάλι πίσω στο στρατόπεδο, ώστε να βρούμε κι εμείς επιτέλους ξανά τη γαλήνη μας.

            Με τρελή διάθεση εκείνος έβαζε συνέχεια τρικλοποδιές στην Κατερίνα, μα πριν προλάβει εκείνη να πέσει τη συγκρατούσε ανάμεσα στα χέρια του. Κάποια στιγμή όμως δεν την πρόλαβε και η Κατερίνα έπεσε, ο καημένος θέλησε να τη σηκώσει μα εκείνη τον έσπρωξε και σηκώθηκε μόνη της. Ξεσκονίζοντας από τα χώματα τα ρούχα της μονολόγησε δυνατά.

           «Θεέ  μου, γιατί έπρεπε να αγαπήσω αυτό το τρελόπαιδο;»

            Ο Δημήτρης ασυνήθιστος από τέτοιου είδους εξομολογήσεις για το πρόσωπο   του την κοίταξε παραξενεμένος.

            -Τι είπες;

            -Τι είπα;

            -Είπες ότι με αγαπάς, δεν άκουσα λάθος… έτσι ;

            -Α! το είπα;

            Την πλησίασε και τη σήκωσε στα χέρια του στριφογυρνώντας την στον αέρα.

            -Θα με ξαναρίξεις κάτω. Κλαψούρισε δήθεν η Κατερίνα. Εκείνος τη φίλησε τρυφερά στα χείλη και κρατώντας την πάντα στην αγκαλιά του κατευθύνθηκε προς το σπίτι του. Φυσικά ήξερα πολύ καλά τι θα ακολουθούσε μέσα σε εκείνο το μικρό σπίτι που έδινε την εικόνα καλύβας, δεν ήθελε και πολύ φαντασία.

            Λυγμοί με έπνιξαν και ξέσπασα σε ένα αδικαιολόγητο κλάμα, δεν ήξερα το γιατί, ή μάλλον ήθελα να το κρατήσω κρυφό κι από τον ίδιο τον εαυτό μου. Ο Δημήτρης ήταν ο παιδικός μου έρωτας, τον είχα ερωτευτεί όταν τον είχα πρωτοσυναντήσει, στο ίδιο εκείνο μέρος που τώρα έχυνα τα ερωτικά μου δάκρυα. Πριν από κάποια χρόνια ένα ολόκληρο απόγευμα είχαμε καθίσει κάτω από εκείνο το δέντρο ο Δημήτρης,  ο Νίκος κι εγώ. Τότε ήταν ένα άγουρο πλάσμα, τα χαρακτηρι­στι­κά του ήταν άγρια, και έμοιαζε πεισμωμένος ακόμα κι όταν γελούσε, φυσικά από τότε είχαν περάσει αρκετά χρόνια, ήταν ένας παιδικός έρωτας που τις πρώτες νύχτες με είχε αφήσει άγρυπνη, ενώ αργότερα τον αναπολούσα με νοσταλγία.

          Κάποια χρόνια αργότερα τον ξαναείδα στο πανηγύρι, πρέπει να είχαν περάσει δύο χρόνια από το φονικό του πατέρα του, η καρδιά μου είχε φτερουγίσει μέσα στο στήθος μου κι ο παιδικός έρωτας ξαναζωντάνεψε, είχαμε μεγαλώσει κι οι δύο αρκετά όμως το φονικό θα ήταν ένα αξεπέραστο εμπόδιο ανάμεσα μας, έτσι πίστευα.

            Ήταν τόσο όμορφος, με κόπο μπορούσα να κρατήσω το βλέμμα μου μακριά του, άλλωστε την προσοχή του είχε τραβήξει η ξαδέλφη μου. Κάποια στιγμή όμως βρεθήκαμε οι δυο μας, με κοίταξε και μου χαμογέλασε χαιρετώντας με μάλιστα με το όνομα μου «Γεια σου Στέλλα.» ώστε με θυμόνταν, παρά την ευχάριστη έκπληξη, του απάντησα ένα ξερό «γεια» και τον προσπέρασα. Πόσο διαφορετική θα μπορούσε να είναι η ιστορία αν είχα φερθεί πιο φιλικά, βάσει των συναισθημάτων μου και όχι του τι θα πει ο κόσμος. Όμως πάντα έβαζα τα λόγια του κόσμου πάνω από τα θέλω μου και άργησα πολύ να απεξαρτηθώ από αυτό που πάντα με έκανε δυστυχισμένη.

            Ήταν λογικό λοιπόν η ζήλια να με βασανίζει και να μην μπορώ να συγκρατήσω το κλάμα μου, ήθελα να χτυπηθώ, να κυλιστώ πάνω στο χώμα να ματώσω και να τιμωρήσω τον εαυτό μου, όσο εκείνοι οι δύο γεύονταν τον έρωτα  τους.

            Μετά από αρκετή ώρα σηκώθηκα και τίναξα τα ρούχα μου από τα χώματα, δειλά βγήκα από την κρυψώνα μου και πλησίασα προς ένα αυλάκι που κυλούσε παγωμένο νερό, έριξα τρεις γερές δόσεις στο πρόσωπο μου, στηρίχτηκα στον πλάτανο και διάβασα τα αρχικά τους πάνω στον κορμό του.

 

            Πήρα τον δρόμο της επιστροφής, κάποιες στιγμές πείσμωνα και δάγκωνα τα χείλη μου όμως όλη την υπόλοιπη ώρα τα μάτια μου ήταν πλημμυρισμένα από δάκρια. Σε μαύρα χάλια έφτασα στο σπίτι του Γιάννη, εκείνη την ώρα βρισκόταν μόνος του στην πίσω αυλή και πότιζε τα λουλούδια, φιλότιμος όπως ήταν πάντα, τον φόρτωναν με κάθε λογής αγγαρείες. Πριν ακόμα πλησιάσω αρκετά ο Γιάννης με χαιρέτησε, φτάνοντας όμως κοντά του και βλέποντας τα μάτια μου κατακόκκινα από το κλάμα και το πρόσωπο μου γεμάτο γρατσουνιές παράτησε το λάστιχο και έτρεξε προς το μέρος μου.

            Με το Γιάννη υπήρχε πάντα μια αμοιβαία συμπάθια, πρέπει να παραδεχτώ ότι ήταν ο μόνος που συμπαθούσα από την οικογένεια του, αίσθημα που δεν ξεπέρασα ούτε όταν έγινα μέλος της.

            -Τι σου συμβαίνει καλή μου; με ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον, δεν του απάντησα και για πρώτη φορά στη ζωή μου τόλμησα να κάνω κάτι χωρίς να το έχω σκεφτεί καθόλου πριν. Ζαλισμένη από τα φιλιά του Δημήτρη με την Κατερίνα, τράβηξα το Γιάννη προς το μέρος μου και τον φίλησα, στην αρχή ξαφνιάστηκε μα σαν συνήρθε από το απροσδόκητο, ανταποκρίθηκε. Όταν ξεχωρίσαμε και μόλις έχοντας συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχα κάνει, χωρίς να του πω λέξη το έβαλα στα πόδια. Τις μέρες που ακολούθησαν ο Γιάννης έκανε συχνές επισκέψεις στο σπίτι της γιαγιάς, αλλά δεν κατάφερε να με δει ούτε μια φορά, μιας που εγώ τον απέφευγα ντροπιασμένη.

            Κλείστηκα στο σπίτι γιατί κανείς δεν ήθελα να δει τα χάλια μου, άλλωστε πως θα μπορούσα να δικαιολογήσω τα πρησμένα μου μάτια και τις γρατσουνιές στα χέρια και στο πρόσωπο μου. Και δεύτερον είχα βυθιστεί στα τόσο έντονα για μένα γεγονότα που είχαν συμβεί εκείνη τη μέρα, με αποκορύφωμα ίσως το φιλί που είχα τολμήσει να δώσω στο Γιάννη. Ένα φιλί που το είχα δώσει καθαρά από εκδίκηση για το Δημήτρη και την Κατερίνα. Για το Δημήτρη που είχε προτιμήσει την ξαδέλφη μου, και για την Κατερίνα που πλέον δε με εμπιστευόταν μα κυρίως που είχε κλέψει τον πρώτο μου έρωτα, τι σημασία είχε που δεν τους  επηρέαζε, τι σημασία είχε που δεν το γνώριζαν… εγώ τους μισούσα, και τους δύο.

           Έκλαιγα βυθισμένη στο σκοτάδι του σπιτιού μου, με τα παντζούρια και τα φώτα όλα κλειστά, και από τον πόνο μου κανείς δε με τάραζε με την παρουσία του. Ήταν στιγμές που σταματούσα κουρασμένη, τότε τους σκεφτόμουν αγκαλια­σμέ­νους και γυμνούς, και πόσο θύμωνα μαζί τους αλλά και μαζί μου.

 

           Η Κατερίνα τυλίχτηκε στο σεντόνι και σηκώθηκε από το κρεβάτι, το δωμάτιο του Δημήτρη ήταν μικρό και σχεδόν άδειο, ένα μόνο κρεβάτι και ένα κομοδίνο με ένα πορτατίφ επάνω και με την κορνίζα με τη φωτογραφία της Κατερίνας. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν την είχε προσέξει, μεθυσμένη από τα φιλιά και τα χάδια του. Ο Δημήτρης ήταν ξαπλωμένος με κλειστά τα μάτια, είχε ξεχάσει εκείνη την στιγμή τη φωτογραφία της που κάθε βράδυ χάζευε πριν κοιμηθεί, ήταν τόσο ρομαντικός τότε, όσο άρμοζε στην ηλικία του. Η Κατερίνα την πήρε στα χέρια της και χαμογέλασε, ήξερε ότι το μόνο που έλειπε από τη διάρρηξη στο σπίτι ήταν η κορνίζα με τη φωτογραφία της. Ήταν σίγουρη ότι την είχε πάρει αυτός που τόσο επίμονα προσπαθούσε να την πλησιάσει, κι ας της είχε ορκιστεί τότε στα Ιωάννινα, ότι δεν ήταν αυτός που είχε μπει λαθραία στο σπίτι της στο χωριό.

        -Δημήτρη.

        -Ναι  αγάπη μου.                                      

        -Αυτή η κοπέλα στη φωτογραφία ποια είναι;

        -Ε; είπε κι άνοιξε τα μάτια του.

         -Πρέπει να παραδεχτώ ότι είναι πολύ όμορφη.

         -Η αλήθεια είναι ότι έχω γούστο.

         -Ρε ψεύτη εσύ δε μου είχες ορκιστεί…  είπε με ψεύτικο θυμό.

         -Δεν πείραξα τίποτα στο ορκίζομαι, μόνο τη φωτογραφία σου πήρα κι αυτό το έκανα αυθόρμητα. Απάντησε τρομοκρατημένα.

        -Γιατί μπήκες, τι έψαχνες;

        -Δεν έψαχνα κάτι, ήθελα απλώς να δω το χώρο σου, να μπω στο άβατο, ξάπλωσα μάλιστα και στο κρεβάτι σου, ήταν ο πιο ωραίος ύπνος που έχω κάνει στη ζωή μου.

        -Δε με ρίχνεις με αυτά.

        -Συγνώμη, πάντως για να είμαι ειλικρινής δε το μετάνιωσα, αν γυρνούσε ο χρόνος πίσω θα το επαναλάμβανα, ήταν τόσο όμορφα εκεί μέσα, τόσο ήσυχα.

        -Ήτανε ήσυχα αγάπη μου γιατί λείπαμε όλοι.

        -Σε αυτό μάλλον έχεις δίκιο.

        -Και δεν σκέφτηκες ότι κάποιος άλλος θα μπορούσε να έρθει μετά από σένα και να μην αφήσει τίποτα όρθιο;

        -Ήξερα ότι κάθε σαββατοκύριακο έρχεται ο θείος σου, οπότε θα προλάβαινε τυχόν βανδαλισμούς.

        -Ώστε είχες κάνει έρευνα.!

        -Σαν σωστός επαγγελματίας…

        -Το ξέρεις ότι με έβαλες σε μπελάδες με τη φωτογραφία; Αναγκάστηκα να σε καλύψω λέγοντας ότι την έχω εγώ στα Ιωάννινα.

        -Με κάλυψες; ενθουσιάστηκε ο Δημήτρης.

        -Φυσικά.

        -Και ήσουν σίγουρη ότι ήμουν εγώ…

        -Στο είχα πει και τότε στα Ιωάννινα, άλλωστε ποιος άλλος θα έμπαινε μέσα σε ένα σπίτι και θα έπαιρνε μόνο μια φωτογραφία.

        -Έλα ντε;

        -Και έτσι για την ιστορία, τι την ήθελες τη φωτογραφία μου;

       -Βασικά την κορνίζα ζήλεψα, ήθελα να βάλω μια δική μου.

        -Ναι αλλά από ότι βλέπω έχει ακόμα τη δικιά μου.

        -Ο στρατός φταίει, δεν πρόλαβα. Αλήθεια, πότε θα βγάλουμε μια μαζί;

        -Θα βγάλουμε, αλλά δε μου λες, σε αυτή τη φωτογραφία δεν είμαι μόνη, είμαι με τη Στέλλα.

        -Γεγονός.

        -Βρε αλήτη,

        -Όχι κι αλήτης! Είπε πειραγμένα.

        -Δεν πιστεύω να την ήθελες για την Στέλλα.

        -Κοίτα που πήγε το μυαλό της. Είπε και τραβώντας της την κορνίζα από τα χέρια, την άνοιξε, έσκισε τη μισή φωτογραφία και την παρέδωσε στην Κατερίνα. Εμένα μου αρκεί το κορίτσι της κορνίζας. Το άλλο στο χαρίζω.

        -Τι να την κάνω τώρα αυτή μισή;

        -Δε μου λες μωρό μου, όταν εσύ κάνεις έρωτα ύστερα αρχίζεις την γκρίνια! Είπε και τη φίλησε στο στόμα,  ώστε να μην προλάβει να του απαντήσει.  

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ

         

    Είχα γεμίσει τη μπανιέρα με νερό και είχα βυθιστεί μέσα. Σα να μπορούσε το νερό να με εξαγνίσει από τα αισθήματα που έκρυβα για εκείνον τον άνθρωπο, απαγορευμένο καρπό, τόσο για τη κακή φήμη του ίδιου και της οικογένειας του, αλλά πλέον και για την σχέση του με την ξαδέλφη μου. Τι θα μπορούσα να κάνω άλλωστε, να μπω ανάμεσα τους, να χάσω και την παραμικρή αξιοπρέπεια. Σίγουρα δεν ήθελα κάτι τέτοιο, δεν το άξιζε κανένας μας, και κυρίως δεν το άξιζα εγώ.

    Οι γρατσουνιές στα χέρια μου τσούζανε, μα αδιαφορούσα, αυτές θα κλείνανε γρήγορα, με τις άλλες τι θα έκανα. Μετά από αρκετή ώρα μέσα στην μπανιέρα κατέληξα ότι ίσως τα πράγματα να ήταν καλύτερα για μένα έτσι όπως είχαν συμβεί, θα ήταν πιο εύκολο να τον βγάλω από το μυαλό μου τώρα που ήταν μαζί με κάποια που νοιαζόμουνα, δε θα τολμούσα να κάνω καμιά απόπειρα για να τον πλησιάσω. Ναι, τα πράγματα ήταν καλύτερα για μένα έτσι, παρά αν ήμουν στη θέση της Κατερίνας, συμβιβάστηκα με την ιδέα ότι δεν ήταν να γίνει και ανακουφίστηκα κάπως. Όσον αφορά την ξαδέλφη μου ας τα έβγαζε πέρα μόνη της… δε με ενδιέφερε πια, αν ήθελε ας με είχε εμπιστευτεί, αρκετές μέρες είχα καλύψει την απουσία της.

    Αυτά σκεφτόμουν όταν άκουσα έξω από το παράθυρο του μπάνιου σφύριγμα, «Ποιο από τα τρελά ξαδερφάκια μου σφύριζε τέτοια ώρα;» χαμογέλασα στην ανάμνηση των όσων μας έλεγε η γιαγιά αλλά και κάποιοι θείοι ακόμα, «μη σφυρίζετε τη νύχτα ακούν τα κακά πνεύματα κι έρχονται». Το σφύριγμα απομακρύνθηκε αλλά μετά από λίγο επέστρεψε. Μια φωνή γνώριμη ψιθύρισε έξω από το παράθυρο το όνομα μου. Όχι δεν ήταν κανένα από τα ξαδέρφια μου, ήταν η φωνή του Γιάννη, ταράχτηκα μόλις το συνειδητοποίησα και προτίμησα να μη μιλήσω. Επέμεινε λίγο αλλά καθώς δεν είχε ανταπόκριση ντράπηκε κι έφυγε. Έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να μάθω ότι είχε καθίσει στο μπαλκονάκι και περίμενε ένα σημάδι που άργησε όμως αρκετό καιρό να το λάβει.

    Ο Γιάννης κατάφερε να μου τραβήξει λίγο την σκέψη από το παράνομο ζευγάρι αλλά γρήγορα ο νους μου επέστρεψε στην Κατερίνας. Αφού έκανα μια αναδρομή σε όλα αυτά τα χρόνια και την στενή σχέση με την ξαδέλφη μου, που μια αγάπη αδερφική μας έδενε, αποφάσισα ότι έπρεπε να της μιλήσω και να της εξηγήσω πως έχουν τα πράγματα. Εκείνη ήταν ερωτευμένη και σίγουρα δεν έβλεπε τις δυσκολίες, ακόμα κι αν πάλευαν την προκατάληψη τι μέλλον θα μπορούσαν να έχουν μαζί, μόνο προβλήματα θα μπορούσε να της δημιουργήσει αυτή η σχέση. «Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια.» ειρωνεύτηκα τον εαυτό μου και βγήκα από το μπάνιο.

    Από την επόμενη μέρα έπαψα να ακολουθώ την Κατερίνα, ήξερα πολύ καλά που πήγαινε και τι έκανε, έτσι αποφάσισα να αδιαφορήσω και να περάσω όμορφα όσες μέρες μου είχαν απομείνει στο χωριό. Ξεκίνησα λοιπόν να πηγαίνω μαζί με το Νίκο και τις αντροπαρέες του. Φυσικά δεν πέρασα ονειρεμένα όλες εκείνες τις μέρες, αφού ο Καζανόβας όταν υπήρχαν υποθέσεις που αφορούσαν κορίτσια  με παρατούσε. Οι φίλοι του ήταν παιδάκια ακριβώς σαν τον ξάδερφο μου, που το μόνο τους ενδιαφέρον ήταν να κατακτήσουν όσα περισσότερα κορίτσια μπορούσαν, ώστε να κερδίσουν το στοίχημα που ανανέωναν κάθε χρόνο, φυσικά κάθε καλοκαίρι πρώτος τερμάτιζε ο ξάδερφος. Δεν ήταν λίγες οι φορές μάλιστα που κάποιοι από την παρέα προσπάθησαν να φλερτάρουν μαζί μου, θα ήταν ένας άθλος εναντίον του αρχηγού τους αν με κατάφερναν, ο Νίκος όμως που φοβόταν, τόσο για μένα όσο και για να μη γίνει περίγελος στην παρέα του εξαιτίας μου, μου είχε εξηγήσει τον σκοπό τους, οπότε κάθε απόπειρα ήταν μάταιη, αφού άρχιζα τις ειρωνείες. Είχαν γίνει διάφορα ευτράπελα θυμάμαι, μια φορά μάλιστα ο Νίκος νομίζοντας ότι φλέρταρα με κάποιον, παράτησε το κορίτσι που κουβέντιαζε, ήρθε προς το μέρος μας, με άρπαξε από το μπράτσο και φύγαμε. Δεν έχω παράπονο, ο ξάδερφός μου ήταν αρκετά προστατευτικός, αν και για λόγους μάλλον εγωιστικούς. Μια άλλη φορά, έχοντας βαρεθεί από τις σαχλαμάρες τους, βλέποντας το Γιάννη να περνάει από την πλατεία, τους παράτησα και έτρεξα κοντά του, γυρίζοντας μαζί του σπίτι. Ο καημένος, πρέπει να ένιωσε μεγάλη ανακούφιση που παράτησα εκείνη την παρέα που αποτελούταν από τόσα αγόρια. Παρά ταύτα σε όλη τη διαδρομή, θέλησε να το παίξει αδιάφορος για ό,τι είχε συμβεί μεταξύ μας λίγες μέρες νωρίτερα, και ας είχε, όπως αποδείχτηκε αργότερα, πολλές απορίες και με το δίκιο του, για την ασυνήθιστη συμπεριφορά μου εκείνο το απόγευμα που τον φίλησα, δε ρώτησε τίποτα.

    Άλλες φορές πάλι, πήγαινα και ‘‘άραζα’’ μόνη μου στο καφενείο ενός δεύτερου ξάδερφου του πατέρα μου, ακούγοντας τις κουβέντες των μεγάλων και παρακολουθώντας τα χαρτοπαίγνια τους. Καθόμουν μόνη μου σε ένα τραπέζι και έπινα μια πορτοκαλάδα, μόλις ο Νίκος τελείωνε τις ‘‘δουλειές’’ του και θεωρούσε απαραίτητο, ερχόταν και με έπαιρνε να επιστρέψουμε σπίτι. Δεν ήταν λίγες οι φορές εκείνη την περίοδο που είχαμε τσακω­θεί. Με κατηγορούσε ότι φερόμουν σαν πεντάχρονο και δεν μπορούσε να με κουβαλάει μαζί του παντού και πάντα, και ότι το καλύτερο που θα μπορούσα να κάνω ήταν να μένω στο σπίτι, και να μην παρατάω την Κατερίνα μόνη της… φυσικά δεν ήξερε γιατί θα είχε σηκώσει τον κόσμο στο πόδι. Άλλες φορές αρπαζόμουν και του απαντούσα ενώ άλλες δεν του έδινα καν σημασία, αφού το θεωρούσα περιττό. Αργότερα τον άφηνα να φεύγει πρώτος από το σπίτι και ύστερα ανέβαινα κι εγώ, πηγαίνοντας στο καφενείο του θείου μας. Δεν ξέρω αλήθεια τι έψαχνα εκεί, ήμουν απογοητευμένη εκείνη την χρονιά από το καλοκαίρι και τους δυο πιο κοντινούς μου ανθρώπους, ξαφνικά τα αισθήματα είχαν αντιστραφεί και ανυπόμονα περίμενα το χειμώνα, που ταίριαζε περισσότερο πλέον με τη διάθεση μου.              

 

    Ήμουν σκυμμένη πίσω από τον πάγκο και έψαχνα για καμία σοκολάτα, όταν οι συζητήσεις σταμάτησαν απότομα, αυτή η σιωπή δεν κράτησε παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα. Αφού ξετρύπωσα μια σοκολάτα, σηκώθηκα και βρέθηκα απέναντι από το Δημήτρη, ο οποίος μου χαμογέλασε και μου ζήτησε ένα πακέτο τσιγάρα. Του το έδωσα κοιτώντας τον στα μάτια, εκείνος τα χαμήλωσε στο πορτοφόλι του ψάχνοντας για ψιλά.

    -Τι κάνεις; με ρώτησε.

    -Μια χαρά. Εσύ, όλα καλά;

    -Το κατά δύναμιν. μου πλήρωσε τα τσιγάρα και παίρνοντας το πακέτο ξεκίνησε να φύγει, φτάνοντας στην ανοιχτή πόρτα του μαγαζιού, πριν βγει σήκωσε το χέρι του και με χαιρέτησε.

    -Χάρηκα πολύ που σε είδα Στελλίτσα. Αυτό το «Στελλίτσα» πάντα μου την έδινε στα νεύρα.

    -Κι εγώ χάρηκα Δημήτρη. απάντησα

    Δυο τρεις από το τραπέζι της δηλωτής με κοίταξαν παραξενεμένοι, και να που είχα δίκιο, ένας και μόνο χαιρετισμός ήταν αρκετός να τραβήξει την προσοχή.

    -Θέλετε να σας φέρω καμιά μπύρα; τους ρώτησα μα κανείς δε μου απάντησε. Παίρνοντας τη σοκολάτα μου πήγα και κάθισα στο γωνιακό τραπεζάκι μου. Εκείνη τη μέρα, στο καφενείο, έμαθα την ιστορία του πατέρα του και της νεαρής ερωμένης του με όλες τις λεπτομέρειες. Για τις προκλήσεις του αδερφού της Λόπης στον Αποστόλη, για το φονικό, για τη σύλληψη του, ακόμα και για τη δίκη. Και ύστερα λένε ότι οι άντρες δεν κουτσομπολεύουν.        

     Συναντηθήκαμε κι άλλες φορές με τον Δημήτρη, πάντα ήταν ευγενικός και χαμογελαστός. Μια φορά που ήμασταν με το Νίκο έγινε αφορμή να με κατσαδιάσει για μια ακόμη φορά, όταν του ανταπέδωσα τον χαιρετισμό. Τον άφησα να γκρινιάζει χωρίς να του δίνω σημασία, άλλωστε είχε αλλάξει προς το καλύτερο ο χαρακτήρας του Δημήτρη, όλοι είχαν να το λένε στο χωριό, ήταν ευγενικός, είχε πάψει να είναι προκλητικός, είχε ωριμάσει.

    -Έτσι είναι ο στρατός, σε στρώνει .

    -Μόνο το Νίκο μας δεν έχει καταφέρει να στρώσει ακόμα ! παρατήρησα με κακία.

    -Κι ούτε θα τα καταφέρει. μου απάντησε εκείνος, ο στρατός στρώνει τους αδύναμους χαρακτήρες.

    -Τι συμβαίνει με εσάς τους δύο και όλο μαλώνετε τις τρεις τελευταίες ημέρες;

    -Συμβαίνει ότι είναι ακριβώς ίδιοι . είπε η μάνα μου γελώντας .

-Ναι, καρμπόν. μουρμούρισα σχεδόν μέσα από τα δόντια μου.

 

    Οι μέρες περνούσαν ευχάριστα, τόσο για το Νίκο που ασχολούταν μόνο με τις κατακτήσεις του, όσο και για την Κατερίνα που είχε παραδοθεί άνευ όρων στον έρωτα της. Από την άλλη πλευρά υπήρχα εγώ, που ένιωθα σαν αόρατη αφού κανένας δε μου έδινε σημασία, έτσι για μόνη μου παρέα είχα βιβλία, λευκές κόλλες χαρτί και μολύβια. Όλη αυτή η μοναξιά που άλλες φορές θα με έπνιγε είχε αρχίσει να με πιέζει να λειτουργήσω δημιουργικά.

    Πάντα φοβόμουν αυτά που είχα στο μυαλό μου και θεωρούσα ότι ήμουν αρκετά μικρή για να καταπιαστώ με τόσο σπουδαία θέματα. Προτιμούσα λοιπόν να κάνω σχεδιαγράμματα, να φτιάχνω τους σκελετούς των «αριστουργημάτων μου», μα στην ουσία να μην καταπιάνομαι ποτέ με τα ίδια. Όμως είχε έρθει η ώρα να ξεκινήσω με κάτι πιο έμπρακτα. Να γυμνάσω το μυαλό μου και την έκφρασή μου, να ακολουθήσω τους κανόνες της γραμματικής και του συντακτικού. Αν και αργότερα παρατήρησα ότι δεν τους ακολουθούνε και τόσο οι σύγχρονοι συγγραφείς. Ζήτησα λοιπόν από το θείο μου να μου φέρει ένα τετράδιο και στυλό και ξεκίνησα να γράφω, περνώντας πολλές ώρες αποκομμένη από τους άλλους. Τώρα τι ακριβώς έγραφα δε θυμάμαι, το σίγουρο είναι ότι είχα βρει έναν τρόπο να εκτονώνομαι.

 

    Και ξαφνικά όλοι πρόσεξαν την απουσία μου, η πόρτα μου χτυπούσε συχνά, και μόνο τα πιτσιρίκια ήταν κάπως πιο διακριτικά, αφού μετά από πέντε λεπτά που μου κρατούσαν συντροφιά, προτιμούσαν το παιχνίδι από το να κλειστούν μέσα σε ένα δωμάτιο και έφευγαν αφήνοντας με στην ερημιά μου. Οι γονείς μου συνηθισμένοι από τον κλειστό μου χαρακτήρα δεν είχαν ανησυχήσει, όσο για το Νίκο είχε αρχίσει να νιώθει υπεύθυνος και προσπαθούσε να με βγάλει από το σπίτι, ήξερα όμως τόσο καλά τι θα έκανε με την παρέα του που προτιμούσα να μείνω μέσα. Κάποια στιγμή την πόρτα μου χτύπησε αυτή που με είχε ξεχάσει, όπως ήθελα να πιστεύω, για πάντα.

    -Πως από δω;

    -Ήθελα να δω, πως είσαι;

    -Βρήκες χρόνο; Ευχάριστο!

    -Πάντα θα έχω χρόνο για σένα.

    -Έτσι θα είναι.

    -Θες να φύγω; Ενοχλώ;

    -Εσύ, θες να φύγεις;

    -Εγώ θέλω να κάτσω εδώ μαζί σου.

    -Έχεις κάτι να μου πεις;

    -Πάντα βρίσκαμε θέματα οι δυο μας για συζήτηση, ακόμα κι όταν δεν είχαμε!

    -Οπότε να υποθέσω ότι τώρα υπάρχει κάτι συγκεκριμένο.

    -Όχι. 

    Κάθισα απέναντι της και την κοίταζα στα μάτια, ένιωσα μεγάλη την αμηχανία της, και δεν ήξερε ακόμα… Τι να σκεφτόταν άραγε; Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος από τους δείχτες ενός ρολογιού. Πήρα την απόφαση να σπάσω την ενοχλητική και τόσο αμήχανη σιωπή μας.

    -Τι κάνει ο Δημήτρης; τη ρώτησα δήθεν αδιάφορα.

    -Ποιος; ρώτησε έκπληκτη.

    -Ο Δημήτρης… δεν είναι ανάγκη να το αρνηθείς, σας έχω δει μαζί πολλές φορές. Και το βράδυ στο πανηγύρι, πίσω από την εκκλησία, και στον καταρράκτη τα μεσημέρια, έχω δει τα φιλιά σας, τις αγκαλιές σας…

    -Με παρακολουθούσες; ρώτησε εκνευρισμένη.

    -Ναι. απάντησα απλά.

    -Γιατί το έκανες;

    -Γιατί δε με εμπιστεύτηκες;

    -Γιατί δε μου είπες ότι το γνώριζες;

    -Γιατί ντρεπόσουν να μου το πεις; επέμενα να της απαντάω με  ερωτή­σεις.

    -Δεν ντρεπόμουν, ξέρω τι σκέφτεσαι, ξέρω όλοι τι σκέφτονται…

    -Τι;

    -Ήταν μόνος του, ολόκληρο το χωριό ήταν εναντίον του, ήταν παιδί, ένιωθε κυρίαρχος, δυνατός με ό,τι έκανε. Δεν τον δικαιολογώ.

    -Καθόλου.

    -Είναι πολύ γλυκό παιδί, τρυφερό.

    -Να το υιοθετήσουμε τότε το παιδί.

    -Μη με ειρωνεύεσαι Στέλλα, προσπάθησα να το αποφύγω…

    -Μα ήταν πάνω από σένα. συνέχισα με τον ίδιο ειρωνικό τόνο.

    -Πρώτη φορά νιώθω έτσι για κάποιον.

    -Αχ ανόητη, δεν βλέπεις πέρα από αυτόν. Δεν καταλαβαίνεις ότι είσαι γι’ αυτόν ένα τρόπαιο.

    -Υπερβάλεις .

    -Καθόλου, θα έρθει η στιγμή που θα σε πληγώσει.

    -Ειλικρινά, θες να με πληγώσει; με ρώτησε ήρεμα.

    -Φυσικά και δε θέλω. Γι’ αυτό και σου μιλάω. Προσπάθησα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου.

    -Κι όμως, έχεις ένα ύφος σαν να το επιθυμείς. Αυτός ο εγωισμός σου, να βγαίνεις πάντα σωστή, προτιμάς να γκρεμιστεί ολόκληρος ο κόσμος παρά να έχεις άδικο. 

    -Αηδίες. Απλώς εσύ δε θες να δεις πέρα από αυτόν ή μάλλον μέσα σε αυτόν.

    -Δεν ξέρεις πράγματα, γι’ αυτό μιλάς.

    -Πες μου, είμαι διατεθειμένη να ακούσω.

    Μου διηγήθηκε όλη την ιστορία που δεν ήξερα, ακόμα και για την απόπειρα βιασμού, τη δήθεν κατά την γνώμη της, στην πρώτη τους εκείνη συνάντηση. Σίγουρα ήμουν η πρώτη που τ’ άκουγε, φαινόταν από τον ενθουσιασμό που είχε καθώς μου τα διηγούταν, σα να τα ξαναζούσε από την αρχή. Προσπάθησα να την ακούσω ανέκφραστη, αλλά ακόμα κι αν μου ξέφευγε κάποιος μορφασμός, εκείνη ήταν τόσο βυθισμένη στην ιστορία τους, που ακόμα κι όταν με κοίταζε δεν το πρόσεχε.

    -Δεν ξέρω, δε νομίζω ότι παίρνεις από λόγια αυτή την στιγμή. Πάντως να προσέχεις της είπα στο τέλος της διήγησης, και χωρίς άλλη κουβέντα επέστρεψα στο τραπέζι, άνοιξα το τετράδιο και συνέχισα χωρίς να της δίνω σημασία. Εκείνη σηκώθηκε απογοητευμένη και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

    -Δε με νοιάζει τι σκέφτεσαι, δε θα κάνω πίσω. είπε πεισματάρικα ανοίγοντας την πόρτα. Θέλω να το ζήσω.

    -Ακόμα κι αν υποφέρεις  αργότερα;

    Το σκέφτηκε πρώτα κι ύστερα απάντησε.

    -Ακόμα.

    -Τότε… Καλή τύχη.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ 

 

    Όταν σηκωνόμασταν από τα κρεβάτια μας, συνήθως οι μεγάλοι ξαπλώνανε για μεσημέρι, αφήνοντας σε εμάς την επιτήρηση των μικρότερων. Την Κατερίνα και εμέ­να δε μας υπολόγιζαν και τόσο, την Κατερίνα επειδή τους έκανε όλα τα χατίρια, και εμένα επειδή ήμουν αρκετά μικρόσωμη. Αντιθέτως ο Νίκος ασκούσε επάνω τους επιρροή και κάποιο φόβο, ήταν κάτι σαν στρατηγός τους, κανένα δεν τολμούσε να τον παρακούσει, ειδικά όσα από τα παιδιά είχαν νιώσει επάνω τους τη δύναμη του. Ένα τράνταγμα από τους ώμους ήταν αρκετό για να ησυχάσουν και να σταματήσουν τις αταξίες.

    Η ώρα πλησίαζε τρεις, ο Νίκος, η Κατερίνα και εγώ καθόμασταν στην αυλή και παίζαμε ξερή. Από τα μικρότερα μας ξαδέρφια άλλα βρίσκονταν κοντά μας παίζοντας ήσυχα κάτω από το κλήμα, ενώ τα κάπως μεγαλύτερα, έχοντας σηκώσει τη δική τους επανάσταση το είχανε σκάσει από την επιτήρηση μας. Βαριεστημένοι να παρακολουθούμε πάντα και την παραμικρή κίνηση τους τα αφήσαμε ελεύθερα δείχνοντας τους εμπιστοσύνη, αν και στην πραγματικότητα σχεδόν αδιαφορούσαμε για το που θα πηγαίνανε και για το τι θα κάνανε, «μεγάλα παιδιά ήταν άλλωστε».

    Η άδεια του Νίκου από τον στρατό έφτανε στο τέλος της, με αποτέλεσμα ο Νίκος να έχει γίνει αρκετά δύστροπος και γκρινιάρης. Κάθε τόσο μουρμούριζε και βλαστημούσε τον στρατό, ρίχνοντας τα χαρτιά του πάνω στο τραπέζι με νεύρα. Η Κατερίνα και εγώ προτιμούσαμε να μην του απαντάμε, αφού για να μας εκνευρίσει θα γκρίνιαζε περισσότερο.        

 

    Κάποια στιγμή ο Νίκος σταμάτησε να βρίζει και μόλις τελείωσε η παρτίδα, πέταξε τα χαρτιά του, και βρίσκοντας σαν πρόσχημα τα παιδιά που είχαν εξαφανιστεί έφυγε για να πάει να τα μαζέψει. Δεν ήταν όμως μόνο ο Νίκος που είχε προσέξει το κορίτσι το οποίο ήταν κρυμμένο πίσω από τον φούρνο, και προσπαθούσε να του τραβήξει την προσοχή με νοήματα, το κοριτσάκι αυτό τράβηξε και τη δική μου προσοχή.

    -Είσαι για άλλη μια παρτίδα; ρώτησα την Κατερίνα δυνατά, για να με ακούσει ο Νίκος.

    -Δε βαριέσαι;

    -Όποιος κερδίζει δε βαριέται ποτέ.

    Άρχισα να μοιράζω τα φύλλα, αλλά πριν ξεκινήσουμε την παρτίδα, πέταξα τα χαρτιά της τράπουλας και έκανα νόημα στην Κατερίνα να σηκωθεί και να με ακολουθήσει. Φτάσαμε πίσω από το φούρνο και τους είδαμε να κατευθύνονται προς τον στάβλο.

    -Ποια είναι αυτή πάλι; ρώτησε η Κατερίνα.

    Ανασήκωσα τους ώμους μου.

    Η κοπέλα πήγαινε μπροστά κι ο Νίκος την ακολουθούσε, άνοιξαν τη βαριά πόρτα του στάβλου κι αφού έριξαν μια τελευταία ματιά ολόγυρα, ίσα που προλάβαμε να κρυφτούμε πίσω από το φούρνο, χώθηκαν μέσα.

    -Πάμε. είπα στην Κατερίνα και ξεκίνησα.

    -Δεν κάνει.

    -Καλά, μείνε εδώ. Είπα αδιάφορα κι έφυγα.

    Έφτασα έξω από τον στάβλο, παλιά ο παππούς έβαζε το άλογο μέσα, μα μετά το θάνατο του πάει και το άλογο. Πλέον χρησίμευε να βάζει σανό για τα ζωντανά του ένας συγγενής. Έριξα κι εγώ όπως νωρίτερα ο Νίκος μια ματιά γύρω μου, μην τυχόν με έβλεπε κανένας, μόνο η Κατερίνα στεκόταν στο φούρνο και μου έκανε νοήματα να επιστρέψω στην αυλή. Την αγνόησα κι άνοιξα σιγά την πόρτα ώστε να μη με ακούσουν.

    Ο Νίκος την είχε ρίξει ήδη πάνω σε ένα δεμάτι από σανό. Από κάτω εκείνη, έτοιμη για την ερωτική πράξη, δεν τον άφηνε παρά ταύτα σε ησυχία με την φλυαρία της. Ο ξάδερφος μου στεκόταν πάνω από το ζεστό κορμί της και την κοίταζε σα μαγεμένος από την ομορφιά της. «Τον ψεύτη»  σκέφτηκα  «Δε θα αντέξει για πολύ» και σχεδόν συγχρόνως με αυτή μου την σκέψη ο Νίκος σφράγισε τα χείλη της με τα δικά του.

    «Τι γίνετε;» άκουσα μια φωνή από πίσω μου, η τρομάρα μου ήταν τόση που κόντεψα να πέσω μέσα στον στάβλο πάνω στο ζευγάρι, αλλά ευτυχώς για όλους μας έπεσα προς τα πίσω, συγκεκριμένα στα πόδια της Κατερίνας.

    -Κορίτσι μου τρελάθηκες; Θες να πεθάνω από καρδιά; τη μάλωσα  ψιθυριστά.

    -Δεν έχεις ανάγκη. Μου απάντησε στον ίδιο τόνο, προσπαθώντας να κρατήσει τα γέλια της.

    -Ξεχνάς το ιστορικό της οικογένειας!

    -Τι κάνουνε τέλος πάντων;

    -Ρίχνουνε πασίεντζες, δες. Είπα και τραβήχτηκα από την ανοιχτή χαραμάδα για να κάνω χώρο στην Κατερίνα.

    -Μπράβο Νίκο! Μα ποια είναι αυτή;

    -Η πιο τολμηρή.

    -Ναι καλά, σιγά μην έριξε μόνο αυτή, ο Νίκος, στο κρεβάτι.

    -Κρεβάτι σου φαίνεται αυτό;

    -Ξέρεις τι εννοώ.

    -Πάντως δεν μπορείς να πεις, σας ξετρύπωσα και τους δυο από τις πομπές  σας, ξαδερφάκια δεν μπορείτε να μου κρυφτείτε. 

    -Αφού δεν είχες με τι άλλο να ασχοληθείς, ασχολήθηκες με εμάς.

    -Έτσι σου είπανε;

    -Άντε, πάμε να φύγουμε, αρκετά είδες, θα μας ακούσουν.

    -Μπα, σε αυτή τη φάση δεν ακούνε απολύτως τίποτα. Κοίταξα ξανά μέσα από τη χαραμάδα και τότε πρόσεξα ποια ήταν η ερωτική συμπαίχτρια του ξάδερφού μου. Γύρισα και κοίταξα την Κατερίνα και ξανά μέσα.

    -Θα τον γεμίσει σημάδια. μουρμούρισε η Κατερίνα.

    -Ωραία, θα είστε δύο στην οικογένεια με τόσα σημάδια.

    Η Κατερίνα έπιασε αυθόρμητα το λαιμό της.

    -Κοίταξε την, δεν την αναγνωρίζεις;

    -Όχι, θα ‘πρεπε;

    -Ο ξάδερφος μας, πηδιέται με την κουνιάδα σου.

    -Η Λίζα είναι;

    Της έγνεψα καταφατικά.

    -Τι δουλειά έχει ο Νίκος με τη Λίζα;

    -Τι δουλειά έχεις εσύ με το Δημήτρη;

    -Εμείς αγαπιόμαστε.

    -Καλά, πάμε να φύγουμε όμως, γιατί θα μας ακούσουν και θα φάμε ξύλο. Είπα και τράβηξα την πόρτα.

 

    -Γιατί το κάνει αυτό;

    -Δεν τον ξέρεις το Νίκο;

    -Γιατί με τη Λίζα;

    -Τυχερά είναι αυτά.

    -Εμένα μου λες, και τώρα τι θα γίνει;

    -Τι θες να γίνει;

    -Να ξέρει ο Νίκος για μένα και το Δημήτρη;

    -Μπορεί, αλλά ακόμα κι αν δεν το ξέρει, δε θα άφηνε την ευκαιρία να πάει χαμένη.

    -Πρέπει να του μιλήσω.

    -Ειλικρινά, δε νομίζω πως σε συμφέρει .  

 

     Γυρίσαμε στην αυλή, πήρα τα χαρτιά της τράπουλας στα χέρια μου και πρότεινα στην Κατερίνα να παίξουμε μία ακόμα παρτίδα, μα εκείνη δε μου έδωσε καμία σημασία, οπότε άρχισα να ρίχνω εγώ πασίεντζες. Η ξαδέλφη μου κουνούσε νευρικά το αριστερό της πόδι, πράγμα που μαρτυρούσε την ανυπομονησία της και κάποια νευρικότητα. Αδίκως προσπαθούσα να την πείσω ότι μια παρόμοια συζήτηση με το Νίκο σε καμία περίπτωση δε θα την συνέφερε.

    Αρκετή ώρα αργότερα κι ενώ χαλούσα ακόμα μια πασίεντζα που δε μου έβγαινε για να ξεκινήσω καινούργια, έφτασε κι ο Νίκος με την άνεση μεγάλου εραστή. Η Κατερίνα τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και τον ρώτησε για τα παιδιά .

    -Ποιος ξέρει που τριγυρίζουν κι αυτά τα παλιόπαιδα!

    -Μα δεν πήγες να τα βρεις;

    -Όχι.

    -Και που πήγες τότε; Ρώτησε σα ζηλιάρα ερωμένη η Κατερίνα.

    -Στον στάβλο.

    -Να κάνεις τι;

    -Να ζεστάνω το σανό.

    Αυτή η κουβέντα δε μου άρεσε καθόλου, δεν τους κοίταζα και παρίστανα την αφοσιωμένη στο παιχνίδι μου.

    -Στελλίτσα!

    -Παρακαλώ. Απάντησα δήθεν αδιάφορα.

    -Χορτάσαμε θέαμα;

    Έστρεψα το βλέμμα μου επάνω του, κανονικά έπρεπε να κοκκινίσω και να κάνω ότι δεν καταλαβαίνω τι μου λέει, αντιθέτως όμως ξέσπασα σε δυνατά γέλια φέρνοντας σε αμηχανία την Κατερίνα και νευριάζοντας ακόμα περισσότερο το Νίκο.

    -Γιατί γελάς ανόητη;

    -Για το θέαμα! τόλμησα να απαντήσω. Στα χείλη της Κατερίνας εμφανίστηκε ένα συγκρατημένο χαμόγελο.

    -Τόσα ξέρεις τόσα λες! Κι εσύ Κατερινάκι, θεωρείς το θέαμα γελοίο; Ο Δημήτρης κατέχει καλύτερα το θέμα; Έχυσε όλο του το δηλητήριο πάνω στην ξαδέλφη μας, εκείνη τα έχασε και κάτι ψέλλισε που ούτε ο Νίκος ούτε εγώ  ακούσαμε.

    -Ποιος Δημήτρης; πετάχτηκα πάλι εγώ κάνοντας για άλλη μια φορά την ανήξερη.

    -Πάψε εσύ νυφίτσα, γνωρίζεις πολύ καλά τα πάντα, και μη μου παριστάνεις την Αγία. Σας είδα.

    -Ποιους;

    -Και τις δυο σας, την Κατερίνα να πηγαίνει μπροστά με χίλιες προφυλάξεις και εσύ πίσω να ακολουθείς με άλλες χίλιες. Μου κάνατε εντύπωση, γύριζα στο σπίτι με τον Παύλο, αναγκάστηκα να τον διώξω και να σας ακολουθήσω.

    -Ωχ. Και είσαι σίγουρος ότι δε σε ακολούθησε, οπότε κατ’ επέκταση εμένα και την Κατερίνα;

    -Είμαι, του είπα ότι ερχόσασταν να βρείτε εμένα, ότι το είχαμε κανονίσει. Δικαιολογήθηκα για τις προφυλάξεις σας ότι δε θέλατε να σας δουν τα πιτσιρίκια ώστε να μη μας φορτωθούν, έτσι τον ξαπόστειλα εύκολα. Οπότε ξαδερφούλα μην ανησυχείς, μες στην οικογένεια έχουν παραμείνει οι πομπές σου.

    -Ποιες πομπές μου;

    -Ξέρεις πολύ καλά, με το Δημήτρη.

    -Γιατί δηλαδή, τι κακό του βρίσκεις;

    -…

    -Να σου θυμίσω ότι πριν λίγο βρισκόσουν μέσα στον στάβλο με την αδερφή του.

    -Εγώ δεν είμαι ερωτευμένος με την αδερφή του.

    -Α όχι;

    -Όχι βέβαια. ούτε σχέση έχουμε, ούτε καν περιπέτεια δε θεωρούμε αυτό που πριν λίγο είδες.

    -Αλλά;

    -Κατερίνα, τόσο εκείνη όσο κι εγώ, άλλο τόσο κι ο αγαπητικός σου λέμε τα πράγματα με το όνομα τους. Την σχέση την ονομάζουμε σχέση, και το σεξ το ονομάζουμε σεξ. Κι αυτό που είδες δεν ήταν σχέση, όπως θέλεις να ονομάζεις εσύ αυτό που γίνετε με το Δημήτρη.

    -Μην τον ανακατεύεις σε αυτό, δικαίωμα σας να κάνετε ό,τι θέλετε, μεγάλα παιδιά είστε, θέλετε να είστε μαζί μπράβο σας, θέλετε να βγάζετε μόνο τα μάτια σας πάλι μπράβο σας.

    -Είσαι θύμα, στο παίζει ο άλλος ερωτευμένος κι εσύ τον πιστεύεις, αν τον έβλεπες αποκλειστικά σαν κάποιον που θα σε κάλυπτε σαρκικά δε θα μιλούσα, δε θα έλεγα τίποτα, δε θα με ενδιέφερε, αλλά εσύ είσαι από άλλη πάστα, ούτε κατά διάνοια δε μοιάζεις με το Δημήτρη σου.

    -Και που ξέρεις εσύ το Δημήτρη;

    -Όλο το χωριό τον ξέρει εκτός από σένα.

    -Έστω, που ξέρεις εσύ τη Λίζα, που ξέρεις τι πραγματικά σκέφτεται, τι πραγματικά νιώθει;

    -Για πες μου εσύ λοιπόν που φαίνεται να ξέρεις .

    -Δεν είπα ότι ξέρω, δεν το παίζω παντογνώστης.

    -Και καλά κάνεις.

    Άρχισε την κατήχηση τότε ο Νίκος στην Κατερίνα, τι ήξερε, τι πίστευε για το Δημήτρη, ότι έπρεπε να ανοίξει κι εκείνη τα μάτια της και να δει, με λίγα λόγια ότι της είχα πει κι εγώ νωρίτερα. Η φρόνιμη ξαδέλφη της, που απέφυγε το Δημήτρη ένα χρόνο πριν.

    Ο Νίκος είχε πλησιάσει την καρέκλα του κοντά στο τραπέζι, μιλούσε σιγά αλλά ζωηρά. Η Κατερίνα καθισμένη  δίπλα του ακουμπούσε το κεφάλι της πάνω στα χέρια της κι άκουγε χωρίς να μιλάει, κι εγώ καθισμένη στην κεφαλή του τραπεζιού να ρίχνω τα χαρτιά αμίλητη και περίλυπη για την Κατερίνα, που όλοι αμφισβητούσαμε τον άνθρωπο που είχε αγαπήσει. Να το άξιζε άραγε ο Δημήτρης; Αργά ή γρήγορα θα δικαιωνόμασταν, και μακάρι η Κατερίνα να είχε προλάβει να απομακρυνθεί, από κοντά του και μάλιστα από μόνη της, αυτό πίστευε ο Νίκος.

    -Είσαι ξάδερφός μου και σε αγαπάω, έχω χίλιους λόγους να το κάνω, αυτό όμως κάνει ακόμα μεγαλύτερη τη λύπη μου για σένα, πως μπορείς να κρίνεις τους ανθρώπους τόσο επιφανειακά, από λάθη που κάνανε όχι οι ίδιοι αλλά οι γύρω τους, αλλά κι από τα λάθη που τους αναγκάσανε οι άλλοι να κάνουνε. Είναι ωραίο να μεγαλώνουμε τα λάθη των άλλων και να ξεχνάμε τα δικά μας… αν ο Δημήτρης είναι όπως λες θα αποδειχτεί, θα το αποδείξει ο χρόνος αλλά και ο ίδιος, μα μέχρι τότε δεν κάνω βήμα μακριά του, ξέρω ως που φτάνει ο εγωισμός σου, και πως θα περιμένεις να δικαιωθείς .

    -Κάνεις λάθος ξαδερφούλα, κι αν κάποιος πρέπει να λυπάται για τον άλλον, αυτή δεν πρέπει να είσαι εσύ για μένα, αλλά εγώ για σένα. Μακάρι όλα να σου πάνε καλά, αλλά και οι τρεις μας γνωρίζουμε ήδη ότι αυτό δε θα γίνει .

    Και χωρίς να την αφήσει να του απαντήσει οτιδήποτε άλλο σηκώθηκε κι έφυγε για το καφενείο. Επέστρεψε αργά το βράδυ και το πρωί ξεκίνησε για το στρατόπεδο, χωρίς να χαιρετήσει την Κατερίνα αλλά ούτε κι εμένα. Έτσι χωριστήκαμε με το Νίκο εκείνο το καλοκαίρι, που με τόσο κακό προαίσθημα είχε ξεκινήσει.         

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ

 

    Κάθισα πάνω στο υγρό χώμα και κοίταξα τον ουρανό, άλλο ένα καλοκαίρι είχε φτάσει στο τέλος, όλα το μαρτυρούσαν, τα σύννεφα που μαζεύονταν στον ουρανό, το αεράκι που φυσούσε, μα κυρίως το ότι το χωριό είχε πάλι ερημώσει. Πολλοί είχανε φύγει. Αύριο μεθαύριο θα φεύγαμε και εμείς, θα επιστρέφαμε στην Αθήνα. Γύρισα το βλέμμα μου στο αγαπημένο μας δέντρο, στο σύντροφο των παιδικών μας χρόνων. «Αχ Νίκο.» μουρμούρισα, το είχα πάρει πολύ βαριά που είχε φύγει χωρίς να μας πει λέξη. Με την Κατερίνα είχε τσακωθεί, εγώ όμως τι του έφταιγα, επειδή δεν του είχα πει ότι η Κατερίνα συναντιόταν με το Δημήτρη στον καταρράκτη; Μα ήταν κάτι που δε με αφορούσε, δεν είχα δικαίωμα να μιλήσω. «Τι παιδί που ήταν!» φυσικό όμως των παιδιών είναι να θυμώνουν και σχεδόν αμέσως να το ξεχνάνε, έτσι κάναμε κι εμείς, μαλώναμε και συμφιλιωνόμασταν σχεδόν αμέσως. Αλλά τώρα πια δεν ήμασταν παιδιά.

    Στάθηκε από πάνω μου και ακούμπησε το χέρι της στον ώμο μου.

    -Ούτε εσένα σε χαιρέτησε, έτσι δεν είναι; έγνεψα με το κεφάλι μου, δεν είχα δύναμη να μιλήσω, ένιωθα ότι θα ξέσπαγα σε κλάματα.

    -Αύριο φεύγω. Είπε η Κατερίνα.

    -Τουλάχιστον εσύ θα με χαιρετήσεις; τόλμησα να πω.

    -Φυσικά. είπε και με αγκάλιασε.

    -Θεέ μου, πόσα χρόνια έχουμε να πάμε στο δέντρο μας;

    -Θα είναι τρία.

    -Αλλάξαμε τόσο;

    -Όλα αλλάξανε, ακόμα κι ο τόπος.

    -Θέλω να περάσω απέναντι, θα με ακολουθήσεις;

    -Γιατί τέτοια εμμονή σήμερα με το δέντρο;

    -Έχουν περάσει μόλις είκοσι χρόνια από τη ζωή μου και όμως είναι σαν να έχουν περάσει εκατό, όλα μοιάζουν με όνειρο μακρινό και ξεχασμένο. Μα η βελανιδιά είναι η μόνη που έχει παραμείνει ίδια, να μου θυμίζει ό,τι εγώ έχω ξεχάσει.

    Η Κατερίνα δεν απάντησε, πιθανόν να το έβρισκε πολύ παιδικό να έρθει μαζί μου απέναντι ή πάλι μπορεί να είχε κάποια δουλειά. Χωρίς να την πιέσω σηκώθηκα, έφτασα στον φράχτη και κατέβηκα, αφού πέρασα ανάμεσα από αγκαθωτούς θάμνους και ένα ιδιαίτερα ολισθηρό έδαφος, βγήκα στην απέναντι πλευρά, προχώρησα και έφτασα στο δέντρο, στηρίχτηκα στον κορμό του και το χάιδεψα. «Τρία χρόνια καλό μου φιλαράκι, τρία ολόκληρα χρόνια.»

    Κοίταξα στο χωράφι του παππού και είδα την Κατερίνα να έχει στραμμένο το κεφάλι της προς τα εμένα, όμως δεν ήρθε. Και τότε κατάλαβα την απόσταση μας, πότε συνέβη, πως και γιατί; Ο χρόνος λοιπόν ευθύνεται για όλα, και γιατί εμείς δεν καταλάβαμε νωρίτερα ότι είχε αρχίσει να ανοίγει ένα χάσμα ανάμεσα μας. Η Κατερίνα που μας χώριζαν μόλις λίγα μέτρα ήταν τόσο μακριά, και ο Νίκος; Ο Νίκος που είχε φύγει το πρωί χωρίς να με χαιρετήσει, ο Νίκος που τώρα βρισκόταν στον δρόμο για το στρατόπεδο, ήταν το ίδιο μακριά μου ή μήπως ήταν πιο κοντά;

    Η Κατερίνα σηκώθηκε, την άφησα να προχωρήσει. Παραμένοντας κάτω από το δέντρο μας, έστρεψα την προσοχή μου προς τον δρόμο, και δεν έκανα λάθος, την είδα να περνάει, φυσικά ήξερα πολύ καλά που πήγαινε, δεν είχα τίποτε άλλο να κάνω, οπότε το βρήκα διασκεδαστικό να την ακολουθήσω, για μια τελευταία φορά.

    Τον δρόμο τον είχα μάθει πια καλά, οπότε δεν ανησύχησα μήπως την χάσω, την άφησα να απομακρυνθεί αρκετά και μετά ξεκίνησα κι εγώ. Ίσως να είχε δίκιο όταν έλεγε ότι ασχολήθηκα αποκλειστικά μαζί της επειδή δεν είχα τι άλλο να κάνω εκείνο το καλοκαίρι. Αυτό με έκανε να διστάσω για μια στιγμή και να σταματήσω μα η περιέργεια μου να δω πως θα αποχωριζόταν το ζευγάρι μας, ήταν μεγαλύτερη οπότε συνέχισα.

    Ο Δημήτρης, άγνωστο για ποιο λόγο, είχε κρυφτεί μέσα στα πυκνά φύλλα του πλάτανου. Μόλις η Κατερίνα έφτασε άρχισε να τον αναζητά, μα εκείνος μιλιά. Εγώ κάθισα στη συνηθισμένη μου γωνιά και περίμενα να κάνει την εμφάνιση του, τον είχα διακρίνει από μακριά, η κόκκινη μπλούζα του τον μαρτυρούσε μέσα στο πράσινο της κρυψώνας του. Η Κατερίνα κάθισε απογοητευμένη στον κορμό του δέντρου, του δικού του δέντρου, όχι του δικού μας. Ο Δημήτρης κατά το παλιό του συνήθειο άρχισε να σφυρίζει, η Κατερίνα έκανε έναν μορφασμό αλλά δε γύρισε το κεφάλι της να τον κοιτάξει. Εκείνος  κρεμάστηκε από ένα κλαδί του δέντρου, έκανε μια δυο φορές κούνια και τελικά πήδηξε για να απογειωθεί άγαρμπα στο χώμα. Σηκώθηκε τινάζοντας από πάνω του τα χώματα και πήγε και στάθηκε μπροστά της, κάνοντας μια αστεία υπόκλιση.

    -Καλώς ήρθατε στο βασίλειο σας πριγκίπισσα. Αιώνιος υπηρέτης σας.

    Η Κατερίνα στράφηκε και τον κοίταξε παραξενεμένη.

    -Τα διάβασες κάπου αυτά τα χαριτωμένα λόγια;

    -Όχι. Βιάστηκε να απαντήσει ο Δημήτρης. Δε με έχεις ικανό να λέω όμορφα λόγια από μόνος μου; Συνέχισε θέλοντας να υποδυθεί τον παρεξηγημένο.

    -Σε έχω αγάπη μου. Απάντησε η Κατερίνα χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία στα πείσματα του.      

    -Για κοίτα με στα μάτια, μου φαίνεται ότι είσαι λυπημένη ή μήπως κάνω λάθος;

    -Θα έχω τους λόγους μου.

    -Να τους ακούσω.

    -Χωρίζομαι από όσους αγαπώ.

    -Έφυγε ο Νίκος;

    -Ναι, αλλά δεν είναι μόνο ο Νίκος, χωρίζομαι κι από τη Στέλλα,  χωρίζομαι κι από σένα.

    -Τους αγαπάς πολύ, ε;

    -Είναι σαν αδέρφια μου, αλλά τι λέω, είναι αδέρφια μου. Μαζί μεγαλώσαμε, μαζί κάναμε αταξίες, όνειρα.

    Κάθισαν εκεί για ώρα και μιλούσαν ήσυχα και όμορφα, ήταν τόσο ιδανική η εικόνα που είχαν φτιάξει στα μάτια μου που ένιωσα εντελώς έξω από αυτή, σα μια μουτζούρα μέσα σε ένα αριστούργημα. Ένιωσα σαν να έκλεβα κάτι δικό τους, και δεν είχα το δικαίωμα, ξαφνικά ένιωσα ντροπή, σηκώθηκα και ξεκίνησα για το σπίτι μας, τελευταία μέρα μαζί, ας μένανε μόνοι τους, χωρίς κατασκόπους, ληστές της αγάπης τους.   

       

    Είχανε μείνει για λίγη ώρα αμίλητοι, η Κατερίνα είχε βυθιστεί σε σιωπηλή μελαγχολία. Από τη μία η οικογένεια της, που θα τους αποχωριζόταν για άλλη μια  φορά. Τώρα όμως θα χωριζόταν και από ένα ακόμα αγαπημένο πρόσωπο, κι αυτό δεν ήταν άλλο από το Δημήτρη. Κάτι που είχε ξεκινήσει ένα χρόνο πριν σαν παιχνίδι, είχε εξελιχθεί σε κάτι τόσο όμορφο, κι ας έλεγαν ο Νίκος κι η Στέλλα ό,τι ήθελαν. Έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του, και από τα μισάνοιχτα χείλη της ξέφυγε ένας αναστεναγμός. Μα και ο Δημήτρης ήταν προβληματισμένος, υπήρχε κάτι που απασχολούσε κι εκείνον. Έκλεισε το χέρι της μέσα στο δικό του και το φίλησε.

    -Κατερίνα! πρόφερε το όνομα της και χωρίς να την κοιτάξει άρχισε να παίζει με τα λεπτά της δάχτυλα.

    -Ναι;

    -Τι σκέφτεσαι για μένα;

    -Τι παράδοξη ερώτηση αγάπη μου!

    -Έχεις ακόμη εκείνη την πρώτη ιδέα;

    -Ποτέ δεν είχα καμία ιδέα για σένα!

    -Μου είχες πει άσχημα λόγια πέρσι το καλοκαίρι.

    -Δεν τα πίστευα, αν και θα είχα κάθε λόγο, με όσα είχες κάνει στις πρώτες μας συναντήσεις.

    -Το ξέρω, ώστε τα είχες πει μόνο και μόνο για να με πικάρεις;

    -Μάλλον. Δε θυμάμαι. Είναι αστείο πάντως πως εμείς οι δύο καταφέραμε να βρούμε σημείο επαφής.

    -Προσπάθησα πολύ, πρέπει να το παραδεχτείς.

    -Ναι.

    -Και τώρα τι γνώμη έχεις για μένα;

    -Δε θα στο πω ποτέ, αυτό είναι το μικρό μου μυστικό.

    -Τι μου λες; Θες να ζω λοιπόν μέσα στην αγωνία και στην ανασφάλεια;

    -Ακριβώς, πάντως αν θες μπορώ να σου πω τι θα σκεφτόμουν αν σε γνώριζα σήμερα, έτσι όπως είσαι ήρεμος, που δεν είσαι υπερόπτης.

    -Εγώ ήμουν υπερόπτης;

    -Μόνο υπερόπτης; Σκέτο αγρίμι ήσουν.

    -Αγρίμι ναι, αλλά υπερόπτης. Τέλος πάντων, για πες, τι θα σκεφτόσουν αν με γνώριζες σήμερα.

    -Αν σε συναντούσα τυχαία στον δρόμο σίγουρα θα μου τράβαγες την προσοχή, και θα σκεφτόμουνα, «επιτέλους ένα γοητευτικό αγόρι».

    -Θα προτιμούσα το γοητευτικός άντρας.

    -Και όταν σε γνώριζα θα απογοητευόμουνα από την τρέλα σου.

    -Ψεύτρα, θα ερωτευόσουνα αυτή την τρέλα, παραδέξου το, είμαι το κάρμα σου.

    -Αυτό δεν είμαστε σε θέση να το ξέρουμε από τώρα, πάντως θα έλεγα πάλι στον εαυτό μου ότι είσαι ένα πολύ γλυκό παιδί.

    -Αμάν πια με αυτό το παιδί αγάπη μου. Πάντως θέλω να ξέρει ότι εσύ με κάνεις γλυκό και γοητευτικό, γιατί όποιον άλλο ρωτήσεις θα σου πει ότι δεν είμαι παρά ένας αλήτης.

    -Αδιαφορώ, έχω προσωπική κρίση και την εμπιστεύομαι περισσότερο από τις γνώμες των άλλων.

    -Σ’ αρέσει; τη ρώτησε και της έδειξε ένα ασημένιο δαχτυλίδι που της είχε περάσει στο δάχτυλο.

    -Τι είναι αυτό;

    -Το είχα πάρει για σένα όταν έφυγα από τα Ιωάννινα, άργησα λίγο να στο δώσω, μα μόλις εχθές το βρήκα, το είχα φυλάξει μέσα στις κάρτες που μου έστελνες όλο αυτόν τον καιρό στο στρατό.

    -Όμορφο είναι.

    -Ξέρεις, θα σου φανεί χαζό… δίστασε.

    -Πες μου, θέλω να ακούσω, τον προέτρεψε η Κατερίνα.

    -Να, είναι δαχτυλίδι λόγου… ξέρω τι σκέφτεσαι, όμως πίστεψε με, είσαι ότι είχα στη ζωή μου, δεν αναγνωρίζω τίποτα έξω από σένα… είσαι η φίλη και η οικογένεια μου. 

    -Δε νιώθεις ότι γίνεσαι άδικος με τη Λίζα;

    -Ίσως, λίγο, αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας τώρα. Οπότε συνεχίζω, και ελπίζω χωρίς διακοπές αυτή τη φορά, αυτό το δαχτυλίδι δε δεσμεύει καθόλου εσένα, δεσμεύει μόνο εμένα απέναντι σου. Ξέρω ότι τα πράγματα θα είναι δύσκολα για μας, αλλά εγώ θα παλεύω κάθε μέρα, για να αποδείξω μόνο σε σένα, ότι αξίζω.

    Η Κατερίνα πήγε να απαντήσει, όμως ο Δημήτρης, ακουμπώντας μαλακά τα δάχτυλα του στα χείλη της, δεν την άφησε.

 

    Στάθηκε έξω από το κτήριο με τους ψηλούς τοίχους, ένιωσε το σώμα του να μουδιάζει. Και το στρατόπεδο που υπηρετούσε κάπως έτσι έμοιαζε, μα ήταν καταδικασμένος μόνο σε δεκαοχτώ μήνες κράτησης και όχι σε τρεις ισόβια.

    Όχι μια ζωή, αλλά τρεις χρωστούσε ο πατέρας του, στην οικογένεια που στέρησε το γιο της, κι ας είχε ξεκινήσει εκείνος τις προσβολές, κι ας τον είχε φτάσει στα όρια της τρέλας. Ναι, γιατί ο πατέρας του δεν ήταν στυγνός εγκληματίας, αλλά ένας τρελός, ένας παράφρον, όμως αυτό το δικαστήριο δεν το είχε δεχτεί. Ο συνήγορος υπεράσπισης, ορισμένος από το κράτος. Που λεφτά για δικηγόρο; Αφού και τα τελευταία είχε προλάβει να τα ρουφήξει η πιτσιρίκα. Ο δικηγόρος λοιπόν, ούτε αυτό δεν κατάφερε να αποδείξει, πιθανόν να μην τον ενδιέφερε να το κάνει, άλλωστε δε θα έπαιρνε αμοιβή από τον κατηγορούμενο για τα αποτελέσματα που θα έφερνε… σίγουρα θα είχε να ενδιαφερθεί για άλλες υποθέσεις περισσότερο κερδοφόρες.

    Και εκείνη, που είχε τη μεγαλύτερη ευθύνη στην όλη ιστορία, δε δίστασε να ορκιστεί στο Ευαγγέλιο και ύστερα δίχως ίχνος ντροπής να πει τόσα ψέματα: «Δεν είχα καμία σχέση με αυτόν τον άνθρωπο, το φονιά του αδερφού μου, πόσο μάλλον ερωτική. Αντιθέτως εκείνος με ενοχλούσε, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι με ένα χαμόγελο ή με δυο λόγια, θα έπαιρνε τόσο θάρρος, ότι θα έφτιαχνε ιστορίες με το μυαλό του. Είχε αρχίσει όμως να γίνετε επίμονος, τον αντιλήφθηκε ο Κυριάκος κι έγινε το κακό.» Ο πατέρας την κοίταξε στα μάτια, όμως δε μίλησε, έσκυψε το κεφάλι και σιώπησε. Ήταν ένοχος λοιπόν για όλα, όχι μόνο για το φόνο του γιου που προσπάθησε να υπερασπιστεί την τιμή της μικρότερης αδερφής του, αλλά και που είχε λιγουρευτεί τη μικρή και προσπάθησε να την κατακτήσει. Φυσικά και ήταν ένοχος για αυτά, ο Δημήτρης δεν αναγνώριζε ελαφρυντικά στον πατέρα του, ήθελε να είναι αντικειμενικός, μα ήταν περισσότερο από ότι έπρεπε, και τώρα το καταλάβαινε. Φυσικά και δεν έπρεπε ο πατέρας να σκοτώσει τον Κυριάκο, φυσικά και δεν έπρεπε να μπλέξει με τη μικρή. Αλλά μήπως και τα θύματα του δεν τον είχαν προτρέψει στα εγκλήματα του; Αν η Λόπη δεν ήθελε, ποτέ δε θα την πίεζε ο πατέρας του να γίνουν ζευγάρι, γιατί ήταν μαζί και αυτό το γνώριζαν πολλοί, κι ας μη μίλησε κανείς τους στο δικαστήριο, άλλωστε τι θα μπορούσαν να πουν μετά το φονικό, θα ήταν σαν να έπαιρναν το μέρος του φονιά, και έτσι εκτός του χαμό του γιου θα βάραινε την οικογένεια και το βάρος της ντροπής της μικρής κόρης. Έτσι έδωσαν στον Αποστόλη το ρόλο του εξιλαστήριου θύματος και εκείνος για χάρη της, ήταν αποφασισμένος να τον παίξει μέχρι το τέλος.

    Όμως εκτός από τη Λόπη κι ο Κυριάκος δεν ήταν αυτός που είχε σπρώξει το Δημήτρη με τις προσβολές του στο φόνο, όλοι οι άνθρωποι άλλωστε είμαστε εν δυνάμει φονιάδες, έτσι κι ο Αποστόλης όταν έφτασε στα όρια του, τα έσπασε και πέρασε στην αντίπερα όχθη, από του θύματος, που ήταν, στη θέση του θύτη, και νάτος πάλι σε διπλό ρόλο  και στου θύτη αλλά και στου θύματος που δικάζεται για τα δικά του λάθη μα και για των συνένοχων του, γιατί τόσο ο Κυριάκος, παρά την άσχημη κατάληξη του, όσο κι η Λόπη ήταν συνένοχοι του στο έγκλημα ή στα εγκλήματα που είχε ο πατέρας διαπράξει.      

 

    Τη μέρα της αποφάσεως ο Δημήτρης δεν είχε πάει στο δικαστήριο, ούτε κι ολόκληρη τη δίκη είχε παρακολουθήσει, μόνο τη μέρα που τον είχανε καλέσει ως μάρτυρα είχε παρευρεθεί. «Τι ξέρεις για την υπόθεση;» Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερε και πολλά, ένιωθε και μεγάλο μίσος τότε για τον πατέρα του, τον είχε ρεζιλέψει. Ένιωθε μίσος για τους πάντες, ήταν μόνος του, άγριος σε κόσμο πολιτισμένο.

    Όμως τι καθόταν και σκεφτόταν τώρα, όλα αυτά ανήκανε στο παρελθόν! Όχι, δεν ανήκανε καθόλου στο παρελθόν, η πράξη του πατέρα είχε στιγματίσει για πάντα τα παιδιά του, πάντα θα ήταν ο γιος του φονιά, που τον είχε παρατήσει η μάνα του. Πάντα θα ήτανε μόνος, τι κι αν είχε την Κατερίνα, η απόσταση που τους χώριζε ήταν από τον πυρήνα της γης ως τον ήλιο, εκείνη στο φως κι αυτός για πάντα στο σκοτάδι.

    Φυσικά και την αγαπούσε, ήταν η κινητήριος δύναμη του, γι’ αυτή αγωνιζόταν. Αλλά οι άνθρωποι αλλάζουνε, δε μένουνε στάσιμοι, κι όμως αυτός είχε κολλήσει μέσα στο βούρκο ενώ εκείνη είχε όλες τις προδιαγραφές να προχωρήσει, να πάει μπροστά και θα το έκανε με ή χωρίς εκείνον. Ενώ ο Δημήτρης ένιωθε τόσο αδύναμος μακριά της που δεν μπορούσε να κάνει βήμα χωρίς αυτήν. Καλύτερα να είχε αγαπήσει κάποια άλλη, που δε θα γνώριζε το παρελθόν του, που δε θα αγωνιούσε για το μέλλον του, που θα ενδιαφερόταν μόνο για το παρόν της μαζί του. Όμως όχι, είχε αγαπήσει εκείνη, και είχε κάνει την χειρότερη επιλογή. Γιατί να μην βρεθεί στον δρόμο του μια παραστρατημένη, να χρειάζεται κι εκείνη στήριγμα όπως κι αυτός, και ή που θα σώζονταν και οι δυο μαζί ή που πάλι θα καταστρέφονταν  μαζί. Ενώ τώρα υπήρχε κίνδυνος να γίνει εκείνος τροχοπέδη για την Κατερίνα και να την καταστρέψει, αυτός που την αγαπούσε πάνω από τη ζωή του.

    Όμως για μια στιγμή, πως από το έγκλημα και την τιμωρία του πατέρα του έφτασε στην σχέση του με την Κατερίνα, δεν ήξερε να το εξηγήσει. Αχ αυτός ο εγωισμός του έρωτα, από αλλού ξεκινάς μα καταλήγεις πάντα εκεί .

    Μα τώρα τι θα έκανε, θα προχωρούσε ή θα έφευγε; Κοίταξε τα ψηλά τείχη και τρόμαξε, γνώριζε πια και ο ίδιος το φόβο του να είσαι κλεισμένος, ήξερε τη μοναξιά που τρομάζει την ανθρώπινη ψυχή. Έκανε ένα τελευταίο βήμα προς τα πίσω, μα αμέσως το μετάνιωσε και προχώρησε μπροστά.

    Χτύπαγε νευρικά τα δάχτυλα του πάνω στο πάγκο, περιμένοντας τον πατέρα του. Μετά από λίγα λεπτά ένας άντρας τρομαχτικά αδύνατος, με ξυρισμένο το κεφάλι παρουσιάστηκε. Ο Δημήτρης τον κοίταξε προσπαθώντας να τον αναγνωρίσει, ο άλλος όμως μόλις τον είδε χαμογέλασε. Ό,τι είχε απομείνει από τον πατέρα του στεκόταν απέναντί του, με το χέρι του συγκράτησε το κεφάλι του. Ο πατέρας κάθισε απέναντι του, ήξερε ότι ο Δημήτρης θα αποδοκίμαζε οποιαδήποτε κίνηση οικειότητας. 

    -Παιδί μου, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω.

    -Ναι. μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο Δημήτρης.

    -Τι φοράς, στρατιωτικά, σήκω να σε καμαρώσει ο πατέρας σου.

    -Πατέρα δεν ήρθα για να με καμαρώσεις… ούτε κι εγώ εσένα ήθελε να προσθέσει, αλλά το κατάπιε.

    -Μου κρατάς ακόμα κακία;

    -Καμία.

    -Κι όμως το μαρτυράνε τα μάτια σου! Μια φορά ήρθες στο δικαστήριο και ύστερα δεν ξαναφάνηκες. Δε σε κατηγορώ, δίκιο είχες και εγώ στη θέση σου… ακόμα κι αν φύγεις τώρα και δεν ξανάρθεις ούτε τότε θα σε κατηγορήσω. Δεν έχεις καμιά απολύτως ευθύνη απέναντι μου. Δεν μπορείς να με καταλάβεις, δε ζητώ να με καταλάβεις.

    -Δεν έχεις μετανιώσει;

    -Για τίποτα.

    -Ούτε για τα παιδιά σου;

    -Είστε μεγάλα πια, έκανα ό,τι μπορούσα για σας…

    -Ναι, έχεις δίκιο, μας αποκατέστησες πλήρως.

    -Έκανα ό,τι μπορούσα μέχρι εκείνη την στιγμή, δεν μπορείς να μου το αρνηθείς. Άκου Δημήτρη, πρέπει να παραδεχτείς ότι είμαι τουλάχιστον ειλικρινής μαζί σου, θα μπορούσα να στο παίξω αυτή την στιγμή μετανιωμένος και να σε γεμίσω ψέματα. Όμως δεν μπορώ να κρύψω ότι νιώθω ολοκληρωμένος με όλες τις ανθρώπινες μου πράξεις και αδυναμίες.

    -Ναι, και με εκπλήσσεις, αναρωτιόμουν πάντα τι σκεφτόσουν εδώ μέσα, όταν η Λίζα κι εγώ ανεχόμασταν τις προσβολές εκεί έξω.

    -Συγνώμη.

    -Δεν χρειάζεται, αφού δεν το νιώθεις.

    Ο Αποστόλης κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.                  

    -Αυτή η σχέση ήταν τα πάντα για μένα, τόλμησε να μιλήσει, ήταν τόσο δυνατή που έκλεισε μέσα της ολόκληρη τη ζωή μου, ό,τι είχα και δεν είχα. Όταν ερωτευτείς κι εσύ, νέος είσαι, κάποια στιγμή θα σου συμβεί, θα καταλάβεις τον πατέρα σου. Ο Δημήτρης άθελα του χαμογέλασε. Μη μου πεις ότι είσαι ήδη ερωτευμένος μπαγασάκο; Τον ρώτησε ο Αποστόλης.

    -Μπορεί και να είμαι.

    -Αυτό είναι ευχάριστο. Για πες, έχεις καμία φωτογραφία της επάνω σου να δω τη νυφούλα μου.

    -Όπα, βιάζεσαι πατέρα. Νυφούλα κιόλας! Μόλις που έκλεισα τα είκοσι.

    -Καλά τέλος πάντων, αυτά είναι λεπτομέρειες.

    -Σωστά, αν κρίνω από σένα και τη μάνα, ο γάμος είναι λεπτομέρεια.

    -Δε θέλω να μιλήσω για τη μάνα σου.

    -Ωραία, ας μιλήσουμε για την κοπέλα μου, τότε.

    -Είναι όμορφη;

    -Χαριτωμένη είναι.

    -Φωτογραφία δεν έχεις επάνω σου;

    -Ένα υπερηχογράφημα έχω, αν μπορείς να την ξεχωρίσεις…

    Ο πατέρας έσμιξε τα φρύδια του και κοίταξε το γιο του, κουνώντας το κεφάλι του απογοητευμένος.        

    -Δεν καταλαβαίνω γιατί έκανες τον κόπο να έρθεις, για να με ειρωνευτείς, για να με περιγελάσεις; Αλλά ναι, για να αδειάσεις την πίκρα σου. Μίλα, μίλα να απελευθερωθείς.

    -Δεν έχω κάτι άλλο να πω.

    -Ωραία λοιπόν, θα σκεφτώ τη ζωή σου απόψε το βράδυ, χειρότερη απ’ ότι μπορεί να είναι και θα νιώσω τύψεις, ικανοποιημένος;

    -Νιώθεις μόνος ξαφνικά πατέρα;

    -Όχι, και ξέρεις γιατί, γιατί έχω εμένα.

    -Γιατί είσαι τρελός. αντιμίλησε ο Δημήτρης.

    -Ακόμα κι αυτό. Δεν έχω κανέναν να με αγαπάει να με νοιάζεται εκτός από μένα, το ήξερα αλλά τώρα το διαπιστώνω για μια ακόμη φορά, είσαι το ζωντανό παράδειγμα. Λοιπόν Δημήτρη, κι εσύ δεν έχεις κανέναν άλλον έξω από σένα, όλοι μπορεί να σε προδώσουν, ακόμη κι ο ίδιος σου ο εαυτός, όμως θα είναι ο μόνος που θα σου ανήκει, κανένας άλλος αν σε προδώσει ή τον προδώσεις, και τώρα φύγε. Δε σε χρειάζομαι άλλο, ούτε κι εσύ εμένα. Στο καλό και να προσέχεις.

    Ο Δημήτρης σηκώθηκε, του έριξε μια τελευταία ματιά και ξεκίνησε να φύγει. Τι περίεργο, δεν είχε πάει εκεί με σκοπό να μαλώσει με τον πατέρα του, δεν ήξερε πως τα κατάφερνε πάντα στο τέλος να τον νευριάζει και να μαλώνουν, χάρισμα, σκέφτηκε. Δεν είχε πάει για να μαλώσει, δεν είχε πάει για να κρίνει, κι όμως τα είχε κάνει και τα δύο. Βγήκε στον δρόμο και εισέπνευσε διψασμένα τον αέρα.

    «Και τώρα Δημήτρη είσαι και πάλι μόνος, μόνος και ελεύθερος.» είπε στον εαυτό του πριν ξεκινήσει, μα τι περίεργο, δεν ένιωθε καμιά απολύτως ανασφάλεια. Γιατί ήξερε ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν μόνος, είχε τον εαυτό του, ναι τον εαυτό του, που έκλεινε μέσα του ό,τι αγαπούσε, από το μέρος που είχε μεγαλώσει μέχρι την Κατερίνα .      

 

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

 

    Θα  προκαλούσε σκάνδαλο αυτή η σχέση αν μαθαινόταν, οι πρωταγωνιστές της θα γίνονταν το επίκεντρο των κουτσομπολιών, στη μικρή τους κοινωνία. Ίσως υπό άλλες συνθήκες όλα να ήταν ιδανικά. Όμως αυτός ήταν γιος κάποιου που δολοφόνησε τον αδερφό της νεαρής ερωμένης του, αλλά και για τον ίδιο είχαν πολλά να πουν. Κι εκείνη τι ήταν; Κάποια πριγκίπισσα ή αριστοκρά­τισσα μήπως; Όχι, ήταν ένα απλό, καθημερινό κορίτσι, φρόνιμο και πολλά υποσχόμενο. Όμως κάθε κορίτσι που θα στεκόταν δίπλα του θα έπρεπε να είναι έτοιμο να αποδοκιμαστεί, και να δεχτεί σωρό αρνητικών σχολίων, πόσο μάλλον αυτή που γνώριζε το πλούσιο παρελθόν της οικογένειας. Όπως και να έχει, ο κανόνας παραμένει πάντα ο ίδιος, τα ετερώνυμα έλκονται.

    Προσπάθησαν κι οι δύο να το κρατήσουν κρυφό, και κυρίως εκείνος, γιατί γνώριζε τι είχε να χάσει αν γινόταν γνωστή η σχέση τους. Ήξερε ότι όλοι θα μπαίνανε ανάμεσα τους να τους χωρίσουν, και δεν ήθελε να τη χάσει, δεν ήθελε να μείνει πάλι μόνος του, όπως τότε που ήταν παιδί. Εκείνη ήταν ό,τι κι αν είχε, όλη του η γη ήταν το κορμί της κι όλος του ο ουρανός η ψυχή της. Ήξερε τι θα σκεφτόταν ο κόσμος, έτσι ζηλιάρη και μικρόψυχο που τον είχε φτιάξει ο δημιουργός του. Ότι δεν ήταν γι’ αυτόν τίποτε άλλο από ένα βραβείο, που δεν το άξιζε, όμως πέντε χρόνια τώρα που ήταν μαζί, ποτέ δεν την είχε προβάλει. Αντιθέτως τη φυλούσε καλά μέσα στην καρδιά του, μόνο για τον εαυτό του.

 

    Κανείς από το χωριό, κι από την ίδια την οικογένεια, δεν γνώριζε τη σχέση της Κατερίνας με το Δημήτρη, ακόμα κι ο Νίκος που με τα ίδια του τα μάτια, τους είχε δει τότε μαζί στον καταρράκτη να ανταλλάσσουν φιλιά, και που θυμωμένος μας είχε αποχωριστεί εκείνο το Σεπτέμβρη, πίστευε ότι είχανε χωρίσει. Έτσι ήθελε να νομίζει ο ίδιος, έτσι βόλευε και την Κατερίνα. Όμως πάντα πρέπει να υπάρχει ένας άνθρωπος να ακούει. Είναι ευχάριστο να διηγείσαι σε κάποιον όμορφες λεπτομέρειες από τη ζωή σου με τον άνθρωπο σου, αλλά και τις άσχημες για να ξαλαφρώνεις από το βάρος. Ο πιο κατάλληλος άνθρωπος τελικά ήμουν εγώ, ήμουν η μόνη που φερόμουν ευγενικά στο Δημήτρη. Επιπλέον η Κατερίνα μου είχε εκμυστηρευτεί τα πάντα από την ιστορία τους.

 

    Ένα βράδυ, κουρασμένος, κλείνεις τα μάτια σου, και ξαπλώνεις το κορμί σου δίπλα στο αγαπημένο σώμα. Το επόμενο πρωί ξυπνάς και το βράδυ πάλι πλαγιάζεις, έτσι περνάνε αράδα τα εικοσιτετράωρα, ζεις κι όμως ό,τι ζεις έρχεται η μέρα που νομίζεις ότι ήταν όνειρο. Έτσι πέρασαν σαν όνειρο αυτά τα πέντε χρόνια, ο ένας δίπλα στον άλλον, τόσο ίδιοι και τόσο αλλαγμένοι, ζούσαν την κάθε τους μέρα σαν να ήταν η πρώτη της ζωής τους.

    Όταν ο Δημήτρης απολύθηκε από τον στρατό, εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό του Απρίλη, είχε στο μυαλό του ένα σωρό σχέδια, μα στις τσέπες του υπήρχαν μόνο λίγα ψιλά. Αφού υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι θα ήταν η τελευταία φορά που θα αναγκαζόταν να ψαρέψει ξένα πορτοφόλια, ξεκίνησε την παλιά του τέχνη με περίσσια επιτυχία, και έτσι έφτασε στο σπίτι της αδερφής του στην Πρέβεζα. Έμεινε για λίγο μαζί της. Δουλειά όμως έψαχνε στα Ιωάννινα, ήθελε να βρίσκεται κοντά στην Κατερίνα, μα δεν ήθελε να της γίνεται και βάρος μέχρι να βγάλει τα δικά του χρήματα.    

    Δεν είχε περάσει μήνας που είχε απολυθεί από τον στρατό και βρήκε εργασία σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων. Τα χρήματα δεν ήταν πολλά, μα όπως του επαναλάμβανε συχνά το αφεντικό του, έπρεπε να είναι ικανοποιημένος γιατί θα μάθαινε την τέχνη κοντά του, και θα έβγαζε και το χαρτζιλίκι του αντί να πληρώνει από την τσέπη του, όπως κάνουνε αλλού. Φυσικά αυτά που του έλεγε το αφεντικό, ο Δημή­τρης τα άκουγε βερεσέ, αλλά λίγο η ανάγκη, λίγο ότι ήθελε να μάθει την τέχνη, παρά το ανυπόμονο του χαρακτήρα του, έμεινε κοντά του. 

    Αρκετά εργατικός και έξυπνος, βρήκε δουλειά σε άλλο συνεργείο ύστερα από δύο χρόνια, με πολύ καλύτερα λεφτά. Στο μεταξύ, αμέσως μόλις έμεινε ελεύθερο ένα μικρό διαμέρισμα στην πολυκατοικία που έμενε και η Κατερίνα, ο Δημήτρης χωρίς δεύτερη σκέψη το νοίκιασε, τοποθετώντας εκεί τα πράγματα του, ενώ τα βράδια πήγαινε και κοιμόταν στο κρεβάτι της ξαδέλφης μου. Κανονική συμβίωση δηλαδή, μόνο τα πράγματα τους μένανε χωριστά.

 

    Πέντε χρόνια είχαν κύλησε λοιπόν από τη ζωή τους, και οχτώ χρόνια από το φονικό, κι όμως ο Δημήτρης δεν είχε συγχωρήσει τον πατέρα του, ένιωθε τη μοναξιά του, κατανοούσε το λόγο που είχε φτάσει στα όρια του και είχε γίνει φονιάς, αλλά δεν μπορούσε να τον συγχωρήσει. Αν δεν είχε ξεπεράσει αυτά τα όρια, αν δεν είχε σταθεί ο ίδιος τόσο εγωιστής και δεν είχε βάλει τη νεαρή φιλενάδα του πάνω από τα παιδιά του, όλα τώρα θα ήταν τόσο διαφορετικά.

    Πρώτα θα είχε το δικαίωμα να ζητήσει από τους γονείς της την Κατερίνα, φυσικά εκείνοι θα ξίνιζαν που θα κάνανε συμπέθερο τον Αποστόλη και γαμπρό τους το Δημήτρη, αλλά δε θα μπορούσαν να αρνηθούν στην Κατερίνα την ευτυχία της. Ενώ τώρα θα μπορούσαν να της φέρουν ένα σωρό αντιρρήσεις, να της εξηγήσουν πως έχουν τα πράγματα μέσα από τα δικά τους μάτια και με την αδυναμία που τους είχε ίσως στο τέλος να κατάφερναν να την πείσουν και να τους χώριζαν

    Αλλά αυτός σκεφτόταν ήδη το γάμο την στιγμή που δεν μπορούσε να την πάρει να βγούνε μια βόλτα. Τόσοι γνωστοί στα Ιωάννινα, κάποιος να τους έβλεπε θα το πρόφταινε στα ‘‘πεθερικά του’’.

    Μόνο κρυμμένοι πίσω από τους τέσσερις τοίχους μπορούσαν να βρίσκονται μαζί. Εκεί οχυρωμένοι ζούσαν την αγάπη τους και ήταν σκλάβοι εξαιτίας της. Φυσικά και εκεί κινδύνευαν να πιαστούν, εξαιτίας των συχνών εκπλήξεων που κάνανε γνωστοί και φίλοι στην Κατερίνα.

Πόσες φορές δεν της είχαν χτυπήσει την πόρτα όσο βρισκόταν μέσα μαζί του. Κρατούσαν μέχρι και την ανάσα τους για να μην ακουστούν ότι ήταν στο σπίτι, και αφού ο κίνδυνος απομακρυνόταν, τα δύο παιδιά βάζανε πρώτα τα γέλια και ύστερα βιαστικά και με χίλιες προφυλάξεις η Κατερίνα φυγάδευε το Δημήτρη έξω από το σπίτι.

 

    Στην αρχή το είχανε πάρει σαν παιχνίδι, όμως κάποια στιγμή ο Δημήτρης κουράστηκε, ένιωθε ότι ήταν ο παράνομος στην σχέση τους. Τον ενοχλούσε όλο αυτό το κρυφτούλι, αλλά δεν υπήρχε άλλη λύση, κι έτσι αναγκάστηκε να το αποδεχτεί.

    Η μόνη περίοδος μέσα στον χρόνο, που κυλούσε κατά κάποιο τρόπο ανέμελα, ήταν όταν επισκέπτονταν στο χωριό. Μπορούσαν να βρίσκονται στο ίδιο μέρος και να μην τραβάνε την προσοχή. Κάποια μεσημέρια η Κατερίνα πήγαινε στον καταρράκτη, μα δεν ήταν λίγες οι φορές που κι ο Δημήτρης είχε διακινδυνέψει να έρθει στο μαχαλά μας.

    Έχοντας εμένα ως άλλοθι η Κατερίνα μπορούσε να βρίσκετε με το Δημήτρη οποιαδήποτε ώρα. Φυσικά όσο εκείνη απουσίαζε στον καταρράκτη ή στους γκρεμούς, εγώ δεν κρυβόμουν στο σπίτι, άλλωστε δεν ήμουν διατεθειμένη να κρύβομαι ολοένα για το χατίρι τους. Όμως έκανα την ανάγκη φιλότιμο αφού χρειαζόμουν κι εγώ ένα άλλοθι  μιας και είχα ξεκινήσει τη δική μου ερωτική ιστορία. 

 

    Είχανε περάσει δύο χρόνια από το φιλί που είχα δώσει στο Γιάννη χωρίς ποτέ να του δώσω καμία απολύτως εξήγηση για την πράξη μου. Το πρώτο εκείνο καλοκαίρι απλώς τον απέφευγα, ύστερα το βρήκα ανούσιο, άλλωστε δεν είχα και τι να του πω, αλλά ούτε και προσπάθησα να βρω κάποια δικαιολογία. Ο Γιάννης για δυο ολόκληρα χρόνια είχε μείνει σιωπηλός, υπομένοντας τις προκλήσεις μου. Φυσικά οι προκλήσεις μου δεν ήτανε τίποτε άλλο από το να είμαι αδιάφορη, να κάθομαι δίπλα του χωρίς να του δίνω σημασία, απολαμβάνοντας τη θέα, ή άλλες φορές να του πιάνω κουβέντα χωρίς τίποτα να μαρτυράει από μέρους μου το παραμικρό ενδιαφέρον.

    Κι όσο εγώ αδιαφορούσα τόσο εκείνος προσπαθούσε να με πλησιάσει. Ο Νίκος είχε καταλάβει τι ζητούσε ο Γιάννης, και δεν έχανε ευκαιρία να μένει μαζί μας, διακριτικά πάντα και δήθεν αδιάφορα μας είχε κάτω από την επίβλεψη του, ήθελε να δει που θα το φτάναμε. Από τη μία δεν καταλάβαινε αν εγώ είχα αντιληφθεί το νεαρό που ήταν προσκολλημένος επάνω μου και δεν του έδινα καμία σημασία, ή αν όντως ήμουν ανίδεη απέναντι στα ερωτικά σκιρτήματα που είχα προκαλέσει. Κι από τη άλλη ο Γιάννης, θα έφευγε ηττημένος, όπως άλλωστε ήταν φυσικό της ιδιοσυγκρασίας του ή θα αποφάσιζε να εκτεθεί και να κάνει τη μεγάλη κίνηση, χωρίς όμως να έχει κανένα θετικό δείγμα από μέρους μου.

    Φυσικά μπορούσε να επέμβει και να βοηθήσει την κατάσταση, προτίμησε όμως να μην μπλεχτεί και να μείνει απλώς παρατηρητής, άλλωστε για εκείνον ήταν πιο διασκεδαστικό.

 

    Ήταν μεσημέρι, ολόκληρο το χωριό κοιμόταν εκτός από τα πιτσιρίκια που γυρνούσαν στο ρέμα και μάζευαν καβούρια και βατράχια. Επέστρεφα στο σπίτι από τον καταρράκτη που είχα συνοδέψει την Κατερίνα. Στα χέρια μου κρατούσα μια μαδημένη μαργαρίτα και προχωρούσα αφηρημένη.

    Και ξαφνικά η ιστορία επαναλήφθηκε, αλλά αντίστροφα. Ο Γιάννης με το λάστιχο πότιζε τον κήπο, βλέποντας με, παράτησε το λάστιχο και άρχισε να με πλησιάζει.

    -Τι σου βγαίνει, σε αγαπάει;

    -Ποιος; ρώτησα.

    -Αυτός για τον οποίο μαδάς τη μαργαρίτα. είπε κακιωμένα.

    Ανασήκωσα τους ώμους αδιάφορα και έκανα να τον προσπεράσω. Δεν κατάλαβα πως ακριβώς συνέβη αλλά με άρπαξε όπως δύο χρόνια νωρίτερα εγώ, και με φίλησε στο στόμα. Όταν με άφησε, τον κοιτούσα έκπληκτη, εκείνος έπιασε ξανά το λάστιχο συνεχίζοντας να ποτίζει τα λουλούδια, και μου είπε όσο πιο απλά μπορούσε.

    -Στο χρωστούσα! 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

    Σκυμμένη πάνω από αυτό το αυτοσχέδιο γραφείο, προσπαθώ να θυμηθώ την ιστορία από την αρχή, γεγονότα που έζησα η ίδια άλλα και εκείνα που μου διηγήθηκαν οι ήρωες της.

    Όταν έμαθα για την σχέση της ξαδέλφης μου μαζί του είχα ζηλέψει, είναι καλό να παραδέχεσαι ό,τι αισθάνεσαι στον εαυτό σου, ακόμα κι αν δεν είναι ευχάριστο και σε πληγώνει ή σε κάνει να ντρέπεσαι. Άλλωστε αυτό που είχα νιώσει δεν άλλαζε. Φυσικά στην Κατερίνα ποτέ δεν αποκάλυψα τα παιδιάστικα ερωτικά μου σκιρτήματα για το Δημήτρη, κι αν το έκανα με το Δημήτρη ο λόγος ήταν άλλος, ήμασταν, άγνωστο πως, πλέον φίλοι, και επειδή στους φίλους πρέπει να λέμε μόνο τις αλήθειες το έκανα έτσι απλά . Όχι ψέματα λέω, η δύναμη του επαγγέλματος βλέπετε.

    Ο λόγος που εκμυστηρεύτηκα κάποτε στο Δημήτρη ότι υπήρξα ερωτευμένη μαζί του, τότε που πλέον δε με άγγιζε τίποτε άλλο από ένα βλέμμα του συζύγου μου, ήταν ότι ήθελα να δοκιμάσω τον εαυτό μου, και να φανταστώ την ιστορία κάπως διαφορετική από ότι είχε ήδη συμβεί. Άλλωστε πόσες φορές δεν έκανα το ίδιο και στις δικογραφίες που διάβαζα, στο γραφείο όταν ήμουν μαθητευομένη. «Πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν δεν είχε προκαλέσει το θύμα το θύτη; Πόσο είναι στην πραγματικότητα ένοχος ο θύτης, και πόσο υπεύθυνο το θύμα;» Μια διαφορετική εκδοχή της ιστορίας.

              

    Και να ‘μαστε πάλι εδώ, καθισμένοι κάτω από τα δέντρο μας, ο Νίκος γκρινιάζει για την υγρασία που έχει μαζέψει το χώμα, από την χθεσινοβραδινή βροχή, εγώ απολαμβάνω την τελευταία επιστροφή στο δέντρο μας, ενώ η Κατερίνα καθισμένη σε μια πέτρα, με ένα λεπτό ξυλαράκι σκαλίζει το χώμα. Όλα γύρω μας έχουν αλλάξει, ακόμα κι ο τόπος, ίσως κι εμείς!

    Πόσα καλοκαίρια σε αυτόν εδώ τον τόπο, πόσα γέλια, τσακωμοί, φωνές, κακό, αταξίες, κλάματα κι όλα πάλι από την αρχή. Είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια, είκοσι πέντε καλοκαίρια σε αυτό το χώμα, κάτω από αυτό το δέντρο, τόσα χρόνια κι άλλα τόσα που έρχονται. Που έχουν κυλήσει και θα κυλήσουν σαν το νερό.

    Θυμάμαι τον εαυτό μου στην ηλικία του Βασιλάκη, πέντε χρονών τώρα. Και νιώθω ότι ήταν ένα άλλο παιδί, ότι εγώ ποτέ δεν υπήρξα παιδί, κι ας ήμουν και το χαϊδεμένο των γονιών μου. Κι ας είχα πάντα ό,τι ήθελα. Εκτός από εκείνον, αλλά αυτά τα είπαμε, πλέον δε με πειράζει, βρήκα άλλο παιχνίδι τώρα …

 

    …

    -Στο χρωστούσα.

    -Ψέματα; μουρμούρισε ο Νίκος.

    -Μου την έδινε αυτό το ύφος του ηγέτη που πήρε μετά το φιλί, το έπαιζε καμπόσος και δήθεν αδιαφορούσε, ο κυνηγός.

    -Και συ, τι έκανες;

    -Στην αρχή προσπάθησα να τον αποφύγω.

    -Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου.

    -Μετά προσπάθησα να του μιλήσω, αλλά δεν έπαιρνε βρε αδερφέ από λόγια. Οπότε άρχισα κι εγώ να κάνω το ίδιο, ότι δεν συνέβη απολύτως τίποτα.

    -Εκεί πίστεψα ότι έχασε το παιχνίδι.

    -Και εκείνος το ίδιο. Δεν ήξερε πως έπρεπε να αντιδράσει, να συνεχίσει με το ίδιο ύφος δεν τον έπαιρνε, οπότε προτίμησε να μιλήσει.

    -Τι ακριβώς σου είπε;

    -Κάτι ψέλλισε μέσα από τα δόντια του, που ούτε καν το άκουσα. Έβαλα τα γέλια και εκεί κόπηκε εντελώς.

    -Καημένε Γιάννη, θα προτιμούσε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί.

    -Αντί γι’ αυτό θύμωσε κι έφυγε.

    -Όμως επέστρεψε.

    -Το επόμενο βράδυ.

    -Καθόταν απέναντι μου και με κοιτούσε σαν να ήμουν εχθρός του.

    -Και εσύ, του ανταπέδιδες βλέμματα όλο ειρωνεία.

    -Έχω εικόνα. είπε ο Νίκος.

    -Όχι δεν ήταν ειρωνικά. Δηλαδή θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ίσως ως ειρωνικά, αλλά έκρυβαν τρυφερότητα.

    -Χάνω την εικόνα. είπε ο Νίκος.

    -Κρυβόταν πολύ καλά η τρυφερότητα γι’ αυτό.

    -Α!

    -Ο καημένος ήταν πολύ αδέξιος εκείνο το βράδυ, τρεις φορές πήγε να σπάσει το ποτήρι.

    -Καθόλου αδέξιος, νευριασμένος ήταν.

    -Και τελικά το έσπασε η Στέλλα μας το ποτήρι.

    -Η γιαγιά παραλίγο να πάθει συγκοπή, μην σπάσει τίποτα, μη γίνει καμιά ζημιά, να φέρει αμέσως την καταστροφή. Ντράπηκε όμως το Γιάννη και δε μίλησε.

    -Μίλησε μετά, αλλά δε με ένοιαζε, είχα καταφέρει τον σκοπό μου.

    -Όταν χύθηκε όλο εκείνο το παγωμένο νερό επάνω του, κρύωσα εγώ.

    -Έπεσε και σε ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο για εσάς τους άντρες. παρατήρησε η Κατερίνα.

    -Στόχο το είχες βάλει;

    -Τίποτα δε γίνεται τυχαία Νικολάκη μου. Πήγα να μαζέψω τα γυαλιά και εκεί του πέταξα το σημείωμα.

    -Αυτό θα τον ζέστανε λίγο τον φτωχό.

    -Μέχρι να το διαβάσει. «Κάνεις σαν παιδί….»

    -Μόνο αυτό;

    -«…καιρός να μεγαλώσεις» του το είπα από κοντά.

    -Και μετά; ρώτησε η Κατερίνα.

    -Μετά; Πέσανε οι τίτλοι του τέλους.

    -Μετά, το φιλί …

    -Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, ξαδερφούλα … 

    -Καλύτερα… επανέλαβε η Κατερίνα αφηρημένη.

    Μείναμε για λίγο σιωπηλοί, όμως ο Νίκος δεν άντεξε και έριξε το καρφί του στην ξαδέλφη μας.

    -Ξέρω τι σκέφτεσαι, αλλά πίστεψε με μακριά από το Δημήτρη η ζωή είναι καλύτερη. Αν και μου έκανε εντύπωση που τελικά τον χώρισες, νόμιζα ότι ήσουν ερωτευμένη όσο δεν πήγαινε, φυσικά υπάρχει και η πιθανότητα να μην τον χώρισες εσύ.

    -Αλλά εκείνος ε; τον πρόλαβε η Κατερίνα.

    -Κάπως έτσι.

    -Μιλάς πολύ το ξέρεις; Είπε η Κατερίνα σταματώντας να οργώνει το χώμα και αναγκάζοντας τον να γυρίσει να την κοιτάξει, ξαφνιασμένος. Δεν ήμουν ικανή να τον κρατήσω. Να πολεμήσω για κάτι που είχε αρχίσει να γεννιέται, και τα παράτησα … συμπλήρωσε μετανιωμένη για το ξέσπασμα της, αφού ήταν προς συμφέρον της ο Νίκος να πιστεύει αυτό που εκείνος ήθελε.

    -Αν άξιζε θα το είχες πολεμήσει…

    -Ποτέ δε θα το μάθουμε αυτό…

    -Δεν χρειαζόταν, θα είχες πληγωθεί πολύ…

    -Που ξέρεις εσύ ρε Νίκο και μιλάς, έχεις πληγωθεί ποτέ; Εσύ είσαι από την πλευρά των ισχυρών, που πληγώνουν.

    -Καλά, λέγε ό,τι θες, δε σου κρατάω κακία, γιατί εγώ ξέρω ότι ο τύπος δεν είχε αισθήματα …

    -Ωραία τότε να κλεινόμαστε στους τέσσερις τοίχους, να μην ανοίγουμε την πόρτα μας γιατί υπάρχει κίνδυνος να πληγωθούμε. Και εξάλλου, τι νομίζεις ότι είναι το συναίσθημα, είτε το θες είτε όχι υπάρχει, δεν είναι έννοια στο λεξικό.

    -Μου ρίχνεις ευθύνες για μια απόφαση που πήρες εσύ, πολύ με ζάλισες με τον Δημήτρη σου, τώρα το μετανιώνεις αλλά ας το έφτανες ως το τέλος, αν και βάζω στοίχημα, είναι μαθηματικός αποδεδειγμένο ότι ο τύπος ήταν σκάρτος, δεν υπάρχει ούτε μία πιθανότητα στις χίλιες να έβγαζε σε κάτι καλό αυτή η ιστορία…

    -Αναλόγως τι εννοούμε καλό, γάμο, όμορφες αναμνήσεις…

    -Γιατί πιστεύεις ότι θα μπορούσε να της αφήσει όμορφες αναμνήσεις ένας τέτοιος αλήτης… Αλλά ακόμα κι αν το κατάφερνε, μια πράξη του θα ήταν αρκετή για να σβήσει όλα τα «όμορφα». 

    -Είπες κάτι για πιθανότητες ξαδερφούλη, μπορεί να έχεις δίκιο για τη μία στις χίλιες, αλλά σου απαντάω ότι δεν μπορούμε να καταργήσουμε ούτε τη μία στο εκατομμύριο.         

    -Καλά, καλά…

    -Α! και μη βάλεις μεγάλο στοίχημα, γιατί μπορεί να το χάσεις, ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος…. για τις ξένες πράξεις.

    -Εντάξει, εντάξει. είπε κουνώντας ειρωνικά το κεφάλι του.

    Πόσα καλοκαίρια σε αυτόν τον τόπο, πόσα γέλια, τσακωμοί, φωνές, κακό, αταξίες, κλάματα κι όλα πάλι από την αρχή. 

 

    Το σπίτι άδειο και η πόρτα κλειδωμένη, κανένα αστειάκι θα της σκάρωνε πάλι, «Αχ ρε Δημήτρη, δε θα μεγαλώσεις ποτέ.» σκέφτηκε και κάθισε κάτω από την καταπράσινη φυλλωσιά του πλάτανου, να περιμένει τα κόλπα του καλού της. Είχε περάσει μισή ώρα κι όμως ο Δημήτρης δεν είχε εμφανιστεί. Πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια μυστικών συναντήσεων στο ίδιο μέρος, ο Δημήτρης έπεφτε για ύπνο και την ξεχνούσε μόνη της έξω από το σπίτι, αλλά πάλι γιατί να κλειδώσει την πόρτα μέρα μεσημέρι; Δεν μπορούσε να την αφήσει ανοιχτή; Για να τη βρει εκείνη όταν πήγαινε και να περάσει δίπλα του κάτω από τα σεντόνια. Μπα, θα μέτραγε τις αντοχές της να δει πότε θα τα παρατήσει και θα φύγει. Περίμενε άλλα πέντε λεπτά και σηκώθηκε, ξεκίνησε να φύγει, μα το μετάνιωσε, επέστρεψε στο σπίτι και άρχισε να κάνει κύκλους γύρω του, χτύπησε σιγά την πόρτα, συνθηματικά, τίποτα, το ίδιο και στο παράθυρο του δωματίου του, και πάλι τίποτα, αφουγκράστηκε τους θορύβους του σπιτιού, τίποτα όμως δε μαρτυρούσε, ότι υπήρχε κάποιος στο σπίτι. «Να δεις που κάθετε και με χαζεύει από το πιο ψηλό κλαδί του πλάτανου.» σκέφτηκε και κατευθύνθηκε προς το δέντρο. Στάθηκε από κάτω και κοίταξε το δέντρο προς τα πάνω. Ούτε εκεί, φαίνεται ότι θα είχε βρει καινούργια κρυψώνα.

    Ξεκίνησε να φύγει μετά από μια ώρα μάταιης αναμονής, απομακρύνθηκε λίγο, δεν μπορεί, όπου να ναι θα εμφανιζόταν τρέχοντας και θα τη σταματούσε, ζητώντας της συγνώμη και αραδιάζοντας της χίλιες δικαιολογίες. Όμως όχι, την άφησε να φύγει, τώρα είχε απομακρυνθεί αρκετά, δε θα μπορούσαν να κρυφτούν από τα περίεργα μάτια των συγχωριανών τους. Κι αν δεν ήθελε να κρυφτούν; «Αχ, όχι», και η Κατερίνα επιτάχυνε το βήμα της, φτάνοντας στο σπίτι, σχεδόν λαχανιασμένη.

    -Τι έγινε μικρή, σε βλέπω προβληματισμένη… τη ρώτησα κλείνοντας το βιβλίο που διάβαζα, όταν εκείνη μπήκε από τον δρόμο στην αυλή

    -Κάτι συμβαίνει με το Δημήτρη. Μου απάντησε αμέσως η Κατερίνα χωρίς προλόγους.

    -Τι σου είπε ο αλητήριος; Και κατέβασες τα μούτρα σου.

    -Δεν ήταν εκεί. περίμενα μια ώρα και δεν εμφανίστηκε.

    -Εντάξει, θα τσιλημπουρδίζει με καμία.

    -Πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια. Συνέχισε χωρίς να μου δίνει σημασία.

    -Καλά αυτό δεν μπορείς να το ξέρεις. Δε φαντάζομαι ότι θα έχει τόσο θράσος να το κάνει μπροστά σου.

    -Αχ Στέλλα, εσύ έχεις όρεξη εγώ όμως καθόλου, πρώτη φορά δεν εμφανίστηκε, σίγουρα κάτι θα του συμβαίνει…

    -Έλα μωρέ, αύριο που θα βρεθείτε θα σου εξηγήσει.

    -Αν θέλει να βρεθούμε αύριο όπως λες, ας πάρει τα πόδια του κι ας έρθει εδώ, γιατί είναι γελασμένος αν νομίζει ότι θα πάω κι αύριο το μεσημέρι εκεί, για να μου κάνει τα ίδια.

    -Μάλιστα.

    -Αλλά αν μάθω ότι τελικά τσιλημπούρδιζε με καμία, θα το πάθει αύριο αυτό που δεν έπαθε σήμερα.

     -Τι κάνουνε τα πιο όμορφα κορίτσια του χωριού μας; μας διέκοψε χαιρετώντας  ο μπάρμπα Γρηγόρης από τον φράχτη της αυλής.

    -Τι κάνεις μπάρμπα; σηκώθηκα και του έδωσα το χέρι μου. Κάτσε.

    -Ευχαριστώ νεράιδα μου. Αχ αλίμονο στους νέους του χωριού, καρδιές έχετε κάψει εσείς οι δυο.

    -Προξενιό μας φέρνεις μπάρμπα; 

    -Προξενιό! επανέλαβε ο γέρος και έβαλε δυνατά τα γέλια. Πάνε εκείνες οι εποχές, αν ένας νέος αγαπιέται με μια νέα πια την παίρνει μόνος του, δεν στέλνει καλοθελητές.

    -Δόξα το Θεό. 

    -Έτσι ε;

    Η Κατερίνα μετά τα τελευταία λόγια του γέρου, μπήκε μέσα στο σπίτι, δήθεν να φωνάξει τη γιαγιά μας να βγει. Βγαίνοντας η ίδια στάθηκε στην πόρτα και κοίταζε σχεδόν με θυμό τον επισκέπτη.

    -Τι έπαθες εσύ; Την πλησίασα και την ρώτησα παραξενεμένη.

    -Αυτός.

    -Τι;

    -Μας είδε μαζί, γι’ αυτό κι ο Δημήτρης έλειπε από το σπίτι του. Για να μην τους δίνει τροφή για σχόλια.

    -Μη λες ό,τι θες.

    -Ναι, δεν άκουσες τι είπε, αμέσως πέταξε την σπόντα του, μόλις ήρθε.

    -Ηρέμησε, η σπόντα δεν πήγαινε για σένα, αλλά για μένα και το Γιάννη, μας είδε τις προάλλες που γυρνούσαμε από την πλατεία.

    -Μάλλον θα είδε και εμάς.

    -Καλά, εσύ παιδί μου παραληρείς, μια μέρα δεν τον είδες και κοντεύεις να τρελαθείς, μπράβο έρωτας μετά από τόσα χρόνια. Εσείς δε θα βαρεθείτε ποτέ.  

 

    Η ώρα κυλούσε ήσυχα για όλους, ακόμα και η Κατερίνα, φαινόταν  ήρεμη, αν και είμαι σίγουρη ότι θα την έτρωγε η αγωνία για το τι μπορεί να συνέβαινε στο Δημήτρη, σίγουρα είχε επηρεαστεί κι από τη συζήτηση που είχε προηγηθεί το μεσημέρι με το Νίκο. Οι θείοι κουβέντιαζαν με τον μπάρμπα Γρηγόρη, για τις σοδειές, τα πράγματα, τα χωράφια, για την απλή καθημερινότητα της επαρχίας. Που και που λέγανε και κάποιο κουτσομπολιό για τον άλφα ή βήτα συγχωριανό, η κόρη του τάδε γέννησε ένα άσχημο πλάσμα, τον γιο του δείνα τον τύλιξε μια εξώλης και προώλης από το διπλανό χωρίο και άλλες τέτοιες αδιάφορες κουβέντες, μέχρι την στιγμή που το μεγάλο νέο έσκασε σαν βόμβα στην αυλή μας.

    -Μάθατε πως πέθανε ο Αποστόλης;

    -Πέθανε ο Αποστόλης; ρώτησε η γιαγιά.

    -Ποιος Αποστόλης; Ρώτησα και εγώ υποψιασμένη.

    -Ο Σακκάς, που είχε δολοφονήσει προ οχτώ, δέκα ετών τον αδερφό της φιλενάδας του.

    -Πότε; Ρώτησα.

    -Μάλλον το βράδυ, τον βρήκανε το πρωί στο κελί του παγωμένο, και με μια θηλιά στο λαιμό.

    -Τον σκότωσαν;

    -Μπα, μάλλον θα αυτοκτόνησε, φορτώνοντας με άλλη μια ντροπή τα παιδιά του. Ήταν ο Δημήτρης στο χωριό, έφυγε το πρωί να πάει να πάρει το σώμα του πατέρα του από τα Θεσσαλονίκη και να φέρει και την αδερφή του για την κηδεία .

    -Το καημένο το παιδί, μουρμούρισε η γιαγιά, όσο δεν το χώνευα τότε που ήταν μικρό, τόσο το αγαπώ τώρα.  Γύρισα να κοιτάξω την Κατερίνα, μα δεν ήταν πουθενά.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

                 

    Την βρήκα να στέκεται όρθια κάτω από το δέντρο μας, είχε αγκαλιάσει τον κορμό του έχοντας ακουμπισμένο το πρόσωπο της πάνω του.

    -Κλαις;

    -Όχι, μόνο που ανησυχώ για το Δημήτρη, είναι ακόμη ένα παιδί, και το γεγονός ότι δεν είχε συγχωρέσει ακόμα του πατέρα του, θα του δημιουργήσει ενοχές.

    Όταν επιστρέψαμε στην αυλή, ο Γρηγόρης είχε ήδη φύγει, οι δικοί μας κάθονταν σκορπισμένοι στην αυλή και συζητούσαν για το νέο, καθίσαμε και εμείς και ακούσουμε τις διάφορες εκδοχές της ιστορίας του Αποστόλη και της Λόπης.

    Πολλά λεφτά είχε σπαταλήσει ο Αποστόλης για τη νεαρή ερωμένη του, μια μικρή περιουσία, που τύχαινε να είναι ολόκληρη η δική του, όμως είναι κανόνας, όποιος θέλει πιτσιρίκα δίπλα του να πληρώνει, ρουφήχτρα η μικρή.

    Αυτό που κανείς δεν ξέρει να πει με βεβαιότητα είναι αν ο αδερφός της και θύμα της δικής της ερωτικής ιστορίας, γνώριζε για την σχέση της με τον Αποστόλη ή όχι. Αν όντως γνώριζε την υπόθεση, όπως αρκετοί ισχυρίστηκαν, λίγο αργά θυμήθηκε την τιμή της οικογένειας και το ότι η αδερφή του ήταν ανήλικη, αλλά βέβαια πάντα όλοι έχουν να πουν κι από κάτι .

    -Στην αρχή ήταν μαζεμένοι, φυλάγονταν να μην τους δούνε, να μην τους ξετρυπώσουν τα αδιάκριτα βλέμματα, όμως όσο περνούσε ο καιρός το ξεχνούσανε, άρχιζαν να κυκλοφορούν μαζί, σχεδόν προκλητικά μπροστά σε όλο το χωριό. Ο Αποστόλης είχε ξανανιώσει και είχε ξεχάσει την ηλικία του, μπεμπέδιζε και νόμιζε ότι ήταν όμοια με την μικρή ερωμένη του, κυκλοφορούσαν πιασμένοι χέρι με χέρι και γράφανε μέσα στη νύχτα ερωτικά συνθήματα σε τοίχους, ζωγραφίζανε προστυχιές, κι ο Αποστόλης υπερηφανευόταν σε όλους για την σχέση τους. Η μικρή του είχε πάρει τα μυαλά, λιγοστά πάντα, εκεί εμφανίζεται ο αδερφός για να του θυμίσει πως έχουν τα πράγματα. Ο Αποστόλης όμως τον χαβά του, δεν έπαιρνε από λόγια, εξέθετε τη μικρή με αποτέλεσμα να γίνει το κακό. Πολύ θέλει να σαλέψει το ανθρώπινο μυαλό; Κι έτσι το παιδί μπήκε στο χώμα κι εκείνος στη φυλακή.

    Η Κατερίνα σιωπηλή καθόταν παράμερα κι άκουγε τα όσα αφηγούνταν οι μεγαλύτεροι. Ο Νίκος της έριχνε και από καμιά ματιά, ανησυχούσε ότι μετά το θάνατο του Αποστόλη, ίσως μπαίνανε ιδέες στην ξαδέλφη μας για τον άσωτο, ένοιωθε ότι δεν είχε σβήσει το ενδιαφέρον της. Το έβλεπε στα λυπημένα της μάτια, στη λάμψη τους όταν αναφέρανε το όνομα του, στη συζήτηση που είχαμε κάνει το μεσημέρι οι τρεις μας κάτω από τη βελανιδιά.

 

    Το επόμενο απόγευμα ο Νίκος μαζί με κάποιους θείους μας και εμένα, ετοιμαστήκαμε και ξεκινήσαμε για το σπίτι του Αποστόλη. Στην πόρτα βρήκαμε το Δημήτρη όρθιο να κοιτάζει με χαμένο βλέμμα τα βουνά και να καπνίζει. Με το ίδιο ύφος γύρισε και μας κοίταξε όταν του μιλήσαμε. Ο Νίκος με τους άλλους μπήκανε στο εσωτερικό του σπιτιού, όπως πήγα να διαβώ το κατώφλι ο Δημήτρης με έπιασε απαλά από το μπράτσο.

    -Η Κατερίνα;

    -Καλά είναι σε σκέφτεται .

    Με κοίταξε στα μάτια σα να με ρωτούσε γιατί δεν ήταν μαζί μας.

    -Δεν την άφησα εγώ να έρθει Δημήτρη.

    -Καλά  έκανες, νομίζω πως αν την έβλεπα αυτή την στιγμή δε θα άντεχα να μείνω στα τυπικά και θα την αγκάλιαζα, είναι η μόνη που έχω, η μόνη που είχα πάντα

    -Ήθελε να είναι δίπλα σου μα έπρεπε να σκεφτούμε και τον κόσμο.

    -Ναι, τον κόσμος, ο κόσμος μόνο κακό μπορεί να κάνει. Γι’ αυτό καλύτερα να είναι μακριά μου τώρα και δίπλα μου για μια ζωή. Και η φωνή του έστελνε τα λόγια του πίσω στον εαυτό του.   

    -Λυπάμαι …

    Τι παράξενη εικόνα αντίκρισε ο Νίκος βγαίνοντας από το σπίτι, το Δημήτρη και εμένα αγκαλιασμένους, από αλλού το φοβόταν αλλά από αλλού του εμφανίστηκε, φυσικά δεν γνώριζε ότι ήμασταν δυο πολύ καλοί φίλοι και έτσι εύκολα μπορούσε να παρεξηγήσει την εικόνα.

    -Συγνώμη αν σας διακόπτω…

    Ο Δημήτρης τραβήχτηκε απότομα μακριά μου, και τι να του εξηγήσω εγώ τώρα; Σοβαρός ο Νίκος άπλωσε το χέρι του προς το Δημήτρη για να τον συλλυπηθεί. Τα αγόρια ανάψανε από ένα τσιγάρο. Ο Δημήτρης με ένα νεύμα του κεφαλιού έδειξε προς τα καταπράσινα βουνά.

    -Μετά το φονικό, μουρμούρισε, από αυτά τα βουνά προσπάθησε να ξεφύγει μα δεν τα κατάφερε, δε θα ήταν δίκαιο να τα καταφέρει. Είχε σκοτώσει έναν νέο άνθρωπο, που είχε όλη του τη ζωή μπροστά. Πήγαμε και καθίσαμε οι τρεις μας κάτω από τον πλάτανο, δίπλα μας ακούγαμε το νερό που κυλούσε κρυστάλλινο στο αυλάκι.

    -Ποτέ μου δεν κατάφερα να τον συγχωρήσω, ήταν στιγμές που ένιωθα κοντά του, σχεδόν τον καταλάβαινα, μα δεν μπορούσα να το κάνω, μου ήταν αδύνατο. Ακόμα και σήμερα που πήγα και έφερα το σώμα του, αυτή την στιγμή που κείτεται πάνω στο κρεβάτι, με τα σημάδια από τη θηλιά στον λαιμό του, δεν μπορώ να τον συγχωρήσω. Είναι πολύ βαρύ για μένα να μην μπορώ να το κάνω.

    Ένιωσα αμήχανα, δεν ήξερα τι έπρεπε να πω, ακόμα κι ο Νίκος που για όλα έβρισκε να πει και κάτι, δε μίλησε, άνοιξε όμως το πακέτο του και πρόσφερε ένα ακόμη τσιγάρο.

    Αλήθεια, πόσα χρόνια πέρασαν άραγε από όταν είχαμε καθίσει και πάλι οι τρεις μας κάτω από αυτό το δέντρο, τουλάχιστον δέκα. Ήμασταν παιδιά και σα να πέρασε μόλις μια νύχτα από τη ζωή μας και ξαναβρεθήκαμε οι τρεις μας πάλι στην ίδια θέση, ίσως λίγο μεγαλύτεροι. Ο Δημήτρης τότε ήταν ένα άγουρο παιδί, ο Νίκος ένας μικρός νάρκισσος και εγώ μια συλλέκτρια ιστοριών, καλών ή κακών. Αλήθεια, πόσα άραγε βράδια θα μας φανεί την στερνή ώρα ότι ήταν ολόκληρη η ζωή μας;

    Γύρω μας ο τόπος άρχισε να σκοτεινιάζει. Η σκιά του δέντρου έπεσε τρομακτική επάνω μας μέσα στη νύχτα, εδώ όμως είχε λίγη δροσιά, μπορούσες να αναπνεύσεις, αντιθέτως από το εσωτερικό του σπιτιού. Όμως έπρεπε να μπούμε μέσα.

    Το σώμα του Αποστόλη ήταν ξαπλωμένο πάνω στο κρεβάτι, γύρω του αναμμένα κεριά έριχναν το λιγοστό φως τους πάνω στο χλωμό πρόσωπο του. Η Λίζα μπαινόβγαινε στο δωμάτιο με ένα δίσκο γεμάτο ποτήρια με κονιάκ και καφέδες για τους παρευρισκόμενους, που όσο περνούσε η ώρα όλο και αυξάνονταν. Η ζέστη και ο συνωστισμός μου προκάλεσαν ζαλάδα. Ο Νίκος καθισμένος δίπλα μου συζητούσε με την υπόλοιπη οικογένεια αδιάφορα. Η Λίζα είχε κρυφτεί πάλι μέσα στην κουζίνα και ο Δημήτρης είχε βγει έξω.        

    Βγαίνοντας από το σπίτι για να πάρω λίγο καθαρό αέρα πρόσεξα μια σιλουέτα να πλησιάζει το γερμένο κορμί του Δημήτρη. Η Κατερίνα σκέφτηκα, και μπήκα πάλι μέσα στο σπίτι για να έχω το νου μου στο Νίκο καθώς και σε όσους βρίσκονταν εκεί για την ολονυκτία. Αν τους έβλεπε κανείς μαζί να μιλάνε στα κρυφά θα γίνονταν το επίκεντρο των κουτσομπολιών, πράγμα που δεν συνέφερε κανέναν μας, ειδικά τη δεδομένη στιγμή.

    -Ήρθες; Τη ρώτησε πριν προλάβει εκείνη να του μιλήσει, σε περίμενα.

    -Πως είσαι;

    -Αντέχω.

    -Λυπάμαι για τον πατέρα σου.

    -Εσύ τουλάχιστον νιώθεις και κάτι.

    Κάθισε δίπλα του και έπιασε το χέρι του, γύρισε και την κοίταξε σχεδόν χαμογελαστός.

    -Μου έλειψες αυτές τις δύο μέρες που έχω να σε δω.

    -Και εμένα μου έλειψες, χθες το μεσημέρι που ήρθα και δε σε βρήκα μου πέρασαν χίλιες άσχημες σκέψεις από το μυαλό.

    -Δεν προλάβαινα να έρθω να σε βρω, διέδωσα για το θάνατο του πατέρα μου μόνο και μόνο για να το μάθεις εσύ, αλλά μάλλον άργησες λίγο.

    -Αλήθεια.

    -Σκεφτόμουν ότι μετά από αυτή την εξέλιξη που πήρε η ιστορία, αν περιμένουμε λίγο ακόμα, ίσως μπορέσουμε να κάνουμε τη δική μας οικογένεια.

    -Δεν είναι στιγμή για τέτοιες συζητήσεις .

    -Κι όμως, εγώ το σκέφτομαι συνέχεια. Κι όταν παντρευτούμε και κάνουμε τα δικά μας παιδιά δε θα βλεπόμαστε καθόλου, προκειμένου να μη λείψει σε εκείνα τίποτα. Το βράδυ θα πέφτω στο κρεβάτι, δίπλα σου και ούτε που θα σε αγγίζω από την κούραση.

    -Το καλό που σου θέλω να με αγγίζεις, αλλιώς θα βρω εραστή.

    -Κανόνισε την πορεία σου καλή μου, έχει κακή ιστορία η οικογένεια.

    -Θα με σκοτώσεις;

    -Ναι, θα μπορούσα να σκοτώσω για σένα, ακόμα και εσένα.

    -Με τρομάζεις.

    -Δεν χρειάζεται, δε θα υπάρξει άλλος στη ζωή σου. Σωστά;

    -Σωστά. Είπε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.

    -Πάντως δεν έπρεπε να έρθεις εδώ.

    -Ήθελα να δω αν είσαι καλά.

    -Έχω περάσει και χειρότερα.

    -Θέλω να είμαι δίπλα σου.

    -Θα είσαι δίπλα μου, μα τώρα καλύτερα να φύγεις, μπορεί να βγει κανείς από το σπίτι και να μας δει. Της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη και της άφησε το χέρι, μα η Κατερίνα δεν ξεκίνησε, μόνο τον κοίταζε που απομακρυνόταν από κοντά της. Λίγα βήματα μόλις μακριά από το σπίτι στάθηκε, και χωρίς να την κοιτάξει της είπε λίγα τελευταία λόγια.

    -Πριν όμως κάνουμε παιδιά, και ζούμε πλέον μόνο για εκείνα, θα κάνουμε ένα ταξίδι οι δυο μας. Μπορεί να μην είναι πολύ μακρινό, μπορεί να μην έχουμε πολλά λεφτά για πολυτέλειες, όμως θα είναι μόνο για εμάς. Και τώρα φύγε γρήγορα.  Είπε και μπήκε βιαστικά μέσα στο σπίτι για να μην τη δει να φεύγει .

 

    Την άλλη μέρα έγινε η κηδεία, στην οποία ήρθαν πολλοί συγχωριανοί του Αποστόλη για να τον ξεπροβοδίσουν στο τελευταίο και πιο μακρινό του ταξίδι. Πολλοί σίγουρα θα ήρθαν κι από περιέργεια, αν και ποτέ δεν κατάλαβα τι περιμένει κάποιος να δει σε μία κηδεία, μόνο αν ελπίζει σε νεκρανάσταση. Πίσω από το φέρετρο ακολουθούσε ο Δημήτρης που κρατούσε την αδερφή του από το μπράτσο. Το πρόσωπο του ήταν σοβαρό και ανέκφραστο, η Λίζα είχε αντιθέτως κατακόκκινα μάτια από την κούραση και το κλάμα.

    Την ώρα που περνούσαμε την πόρτα του κοιμητηρίου, ένιωσα ένα χέρι να με πιάνει από το μπράτσο.

    -Ήμουν σίγουρη ότι θα έρθεις γύρισα και της ψιθύρισα στο αυτί.

    -Δε γινόταν να μην έρθω.

    Περιμέναμε πολύ ώρα μέχρι να συλλυπηθούμε τα παιδιά του μακαρίτη, αρκετός ο κόσμος και εμείς μείναμε για το τέλος. Φτάνοντας η Κατερίνα μπροστά από το Δημήτρη, του έδωσε όσο πιο απλά μπορούσε το χέρι της που έτρεμε, εκείνος το έσφιξε μέσα στο δικό του και την ευχαρίστησε.

    Ο Νίκος επέμενε ότι θα ήταν καλύτερα να επιστρέψουμε σπίτι παρά να συνοδέψουμε τους υπόλοιπους, όλοι μας ήμασταν κουρασμένοι άλλωστε έπρεπε να αφήσουμε να ξεκουραστούν και τα παιδιά του εκλιπόντος. Ένας ακόμη λόγος, που φυσικά δε μας τον είπε, ήταν ότι δεν του άρεσε καθόλου η απρόσμενη παρουσία της Κατερίνας το μεσημέρι στην κηδεία, και επίσης είχε να ξεκαθαρίσει ένα θέμα μαζί μου.

    -Λοιπόν Στέλλα σε ακούω.

    Και εγώ τώρα τι να του πω; 

 

 

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

   

    Περνάν οι ώρες σαν νερό κι οι χρόνοι σαν ποτάμι, άκουγα συχνά τη γιαγιά μου να λέει. Έτσι λοιπόν πέρασαν τα χρόνια μας σαν αγριεμένοι ποταμοί και μεγαλώσαμε χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε, και με τον ίδιο τρόπο συνέχισαν να φεύγουν, για πείσμα δικό μας που θέλαμε να παραμείνουμε παιδιά. Ήταν όμως κι ένα παιδί που ήθελε να φύγουν τα χρόνια για να ξεχάσει. Ήθελε να είναι δυνατός, κι όμως μόλις νύχτωνε πάλευε με τα φαντάσματα του, με τις δικές του ερινύες. Κι ας μην ήτανε μόνος του πια, κι ας αγαπούσε βαθιά το γυναικείο κορμί που ξάπλωνε πλάι του. Αυτές τις μάχες όμως τις κρατούσε για τον εαυτό του, ήταν αδύνατο να βασιστεί σε συμμάχους. Τόσοι φόβοι, τόσες ανασφάλειες, τόσοι εφιάλτες που επαναλαμβά­νο­νταν κάθε βράδυ. Κι ο μεγα­λύτερος; Μην χάσει εκείνο το σώμα, εκείνη την ψυχή, που τόσο του θύμιζε πεταλούδα.

    «Όταν δεν έχεις τίποτα και ξαφνικά αποκτάς τα πάντα, τρέμεις μην τα χάσεις». Γιατί για εκείνον τα πάντα ήταν η Κατερίνα. Και να η παλιά ζήλια που επιστρέφει στην καρδιά μου, άραγε για το Γιάννη να είμαι εγώ τα πάντα, ή απλώς μια μέσα στα εκατομμύρια των γυναικών του κόσμου.

    Η ζωή κυλούσε ήρεμα για το Δημήτρη, ήρεμα και απλά, όπως ακριβώς την επιθυμούσε. «Και που ξέρεις αργότερα, ίσως και να παντρευτούμε, να κάνουμε οικογένεια, μια οικογένεια αγαπημένη και ενωμένη, όπως αυτή που δεν είχα ποτέ.»

    Όμως υπάρχουν παράγοντες που οι άνθρωποι ξεχνάμε, τους αγνοούμε κι όμως είναι φορές που τους προκαλούμε οι ίδιοι, όπως για παράδειγμα ένα ατύχημα, περνάμε το δρόμο χωρίς να κοιτάξουμε το φανάρι, και την αμέσως επόμενη στιγμή βρισκόμαστε στο νοσοκομείο, για να μην φτάσω στα άκρα και πω στο νεκροτομείο.

    Γιατί ένα παρόμοιο ατύχημα ήταν εκείνη η συνάντηση του Δημήτρη μαζί της. Ανοιχτοί λογαριασμοί που δεν κλείνουν ποτέ, εκείνος πάλευε να κλείσει τις πληγές του, και θα τα κατάφερνε. Όμως ποιος Θεός την έφερε ξανά στον δρόμο του; Σχεδόν εννέα χρόνια αργότερα.

 

    Επέστρεφε στο σπίτι με τα χέρια στις τσέπες και σφυρίζοντας, του άρεσε να προχωράει ανέμελα, ήθελε να έχει την αίσθηση ότι δεν είχε τίποτα να κάνει παρά να «αλητέψει». Και νάτος φτάνει στη γωνία, ένα βήμα ακόμα και θα έπεφτε επάνω της. Η ταραχή από τη μεριά της μεγάλη, κοιτάζονται στα μάτια χωρίς να πούνε λέξη, εκείνη χαμηλώνει το βλέμμα της και τον προσπερνάει, εκείνος βράχος στη θέση του.

    -Πως είσαι Λόπη; Τη ρωτάει ο Δημήτρης, μόλις ένα βήμα μακριά της.

    Γυρίζει προς το μέρος του μα δεν του απαντάει αμέσως, περιμένει να την κοιτάξει, και να που στρέφετε προς εκείνη. Κοιτάζονται λίγο ακόμα στα μάτια, έχει ομορφύνει τόσο πολύ, έχει κάτι επάνω του παράξενο, κάτι άγριο σαν άντρας, μα και κάτι τρυφερό σαν αγόρι. Ήταν τόσο άγουρο σαν παιδί, όμορφο πάντα, αλλά τότε της ήταν σχεδόν αδιάφορος.

    -Καλά. κατάφερε να ψελλίσει στο τέλος. Εσύ;

    -Κι εγώ. της απάντησε κοφτά. Πως είχε χαλάσει έτσι, τη θυμόταν πιο όμορφη.

    -Η αδερφή σου;

    -Κι εκείνη καλά.

    Πήγε κάτι να ρωτήσει μα το μετάνιωσε, κι εκείνος δεν έλεγε να φύγει, να συνεχίσει τον δρόμο του να πάει στη δουλειά του, αν έκανε καμιά δουλειά δηλαδή. Αντιθέτως στεκόταν απέναντι της σοβαρός με τα χέρια στις τσέπες και την κοίταζε ευθεία στα μάτια σαν να τη δίκαζε. Το σωστό για την ιστορία θα ήταν να τον χαιρετήσει και να φύγει, αφού εκείνος επέμενε να παραμένει, αλλά αντί να προτιμήσει τη σιγουριά της φυγής, στεκόταν εκεί σαν την χαζή και τον κοίταζε. Ξαφνικά κάτι μέσα της χτύπησε συναγερμό, του γύρισε την πλάτη αποφασιστικά, έτοιμη να φύγει.

    -Δε θα με ρωτήσεις για τον πατέρα μου; Της έκοψε την ταχύτητα της φυγής της.

    Στράφηκε αδιάφορα προς το μέρος του και τυπικά τον ρώτησε αυτό που πραγματικά ήθελε να μάθει. 

    -Α! ναι, ο πατέρας σου; Πως περνάει;

    -Να ρωτήσουμε τον αδερφό σου.

    -Τι εννοείς;

    -Ότι από τον περασμένο Αύγουστο άδειασε τη γωνιά του μάταιου τούτου κόσμου, του κάναμε την κηδεία.

    -Πέθανε ο Αποστόλης;

    -Αυτοκτόνησε στο κελί του, έτσι τουλάχιστον μας είπαν.

    -Θεέ μου. Είπε και έκανε να κρατηθεί για να μην πέσει. Ο Δημήτρης πρόλαβε να την πιάσει πριν σωριαστεί στο πεζοδρόμιο και στηρίζοντας την, την έβαλε να καθίσει σε ένα παγκάκι στο πάρκο που βρίσκεται απέναντι από το κάστρο. Στην αρχή η Λόπη παρέμενε σιωπηλή, μα απότομα ξέσπασε σε παραμιλητό.

    -Εγώ φταίω, εγώ φταίω για το θάνατο του αδερφού μου, εγώ φταίω τώρα και για το θάνατο του Αποστόλη.

    -Το ξέρω. Απάντησε απλά ο Δημήτρης.

    -Εγώ φταίω για όλα, οι πράξεις μου σκότωσαν τον αδερφό μου, οι δικές μου πράξεις ήταν εκείνες που ξερίζωσαν την οικογένεια μου. Έκρυψε το πρόσωπο της μέσα στα χέρια της, ο Δημήτρης κάθισε δίπλα της, της πήρε ήσυχα τα χέρια από το πρόσωπο και την κοίταξε στα μάτια, χρειαζόταν να μάθει τις λεπτομέρειες από αυτή την ιστορία.

    -Γιατί ήσουν με τον πατέρα μου, για τα χρήματα; Προσπάθησε η ερώτηση να μην ακουστεί τόσο προσβλητική, άλλωστε αυτό που ήθελε να μάθει ήταν η αλήθεια, δεν είχε διάθεση να μαλώσει μαζί της, όχι ότι δεν τον ευχαριστούσε το γεγονός ότι την έβλεπε τόσο εύθραυστη.

    -Όχι, μην το λες αυτό.

    -Τότε;

    -Είναι δύσκολο για μένα να σου εξηγήσω.

    -Θέλω να ξέρω, τον αγάπησες;

    -Όχι.

    -Τότε;

    -Θα σκεφτείς ότι ήμουν διεφθαρμένη, πρόστυχη.

    -Τι σημασία έχει τι θα σκεφτώ εγώ;

    -Ήμουν, ψέλλισε. Πριν τον πατέρα σου είχαν προηγηθεί δύο άλλα αγόρια, όμως ήταν τόσο άγουρα, δεν ήξεραν να φερθούν, δεν είχαν την παραμικρή πείρα. Τον πατέρα σου εγώ τον προκάλεσα, ήταν άντρας, ήξερε πως θα έπρεπε να φερθεί, πλάι του ένιωθα γυναίκα, ήταν τρυφερός μαζί μου και…

    -Σου πραγματοποιούσε όλα τα βίτσια. Συμπλήρωσε ο Δημήτρης. Η Λόπη δάγκωσε αμήχανα τα χείλη της. Και η περιουσία που του έφαγες;

    -Μου έκανε δώρα, εγώ θεωρούσα σωστό να τα δέχομαι, ήμασταν ζευγάρι, πίστευα ότι δεν ήταν λάθος να μου κάνει δωράκια.

    -Η οικογένεια σου το ήξερε;

    -Όχι, δεν ήξεραν τίποτα, θέλω να με πιστέψεις.

    -Κι ο Κυριάκος; Δεν του είχες πει τίποτα;

    -Όχι, θα με σκότωνε, αν και θα ήταν προτιμότερο να είχα πεθάνει εγώ παρά εκείνος.

    -Και πως το έμαθε τότε;

    -Ήμασταν ήδη δύο χρόνια με τον πατέρα σου, σε αυτό το διάστημα δεν είχα κοιτάξει κανέναν άλλον γιατί δεν είχα ανάγκη, δεν ήμουν ερωτευμένη με κάποιον άλλον.

    -Οπότε πλάγιαζες με τον πατέρα μου όποτε είχες κέφι .

    -Βρισκόμασταν σχεδόν κάθε βράδυ, στην αρχή δεν ξεμυτίζαμε από την καλύβα, τον τελευταίο όμως μισό χρόνο είχα αρχίσει να βαριέμαι, βαριόμουν αυτόν και την καλύβα, όμως αντιλαμβανόμουν ότι ο Αποστόλης ήταν προσκολλημένος επάνω μου, ότι δεν ήμουν για εκείνον απλώς μια περιπέτεια, ένα βίτσιο, ένα γόητρο για τον αντρικό του εγωισμό. Ήταν βραδιές που εγώ περιτριγύριζα μέσα στην καλύβα χωρίς να κάνω τίποτα και εκείνος ξαπλωμένος πάνω στο στρώμα να κάνει μεγαλεπήβολα σχέδια για το κοινό μας μέλλον. Μια φορά μου έκανε αναφορά και για οικογένεια, στην αρχή τον κοίταξα έκπληκτη και ύστερα έβαλα τα γέλια. Δεν μπορείς να φανταστείς, έγινε θηρίο, πετάχτηκε όρθιος και με άρπαξε από το λαιμό. Αν καταλάβαινε ότι έπαιζα μαζί του, θα έβαζε φωτιά στο σπίτι μας και θα μας έκαιγε όλους. Τον είχα ικανό να το κάνει, από τότε και στο εξής προσπαθούσα να τον αποφύγω, όμως τον έβρισκα συνέχεια μπροστά μου, όπου κι αν πήγαινα ήταν εκεί, για να του ξεφύγω άρχισα να παίρνω μαζί μου συνέχεια και τον Κυριάκο, πίστευα ότι ο πατέρας σου λόγω της παρουσίας του Κυριάκου θα ήταν διακριτικός, όμως όχι. Στην αρχή ο αδερφός μου δεν του έδινε σημασία, θεώρησε τις συναντήσεις μας τυχαίες, όμως ο Αποστόλης ήταν προκλητικός, ο τρόπος που με κοίταζε.     Ο Κυριάκος το πρόσεξε και άρχισε να ρωτάει δεξιά και αριστερά για εκείνον, το όνομα του, την οικογενειακή κατάσταση και γενικά άρχισε να συλλέγει πληροφορίες. Το ξαφνικό ενδιαφέρον που έδειξε ο Κυριάκος για τον πατέρα σου, με ανησύχησε, ξαναπλησίασα τον πατέρα σου για να τον απομακρύνω από τον Κυριάκο, πλάγιασα ξανά μαζί του, και έκανα ό,τι κι αν μου έλεγε ώστε να τον πείσω ότι του ανήκω, ήλπιζα ότι αν ο Αποστόλης έπαυε να γίνεται προκλητικός και ότι αν σταματούσανε οι συναντήσεις τους, θα ξεχνούσε το θέμα κι ο Κυριάκος. Όμως μάταια, ο αδερφός μου είχε μάθει πολλά, ήρθε κι η ώρα που ρώτησε εμένα αν τον γνώριζα, το αρνήθηκα, ο Κυριάκος ήθελε να με πιστέψει και το έκανε. Και να που ξεκίνησε η αντίστροφη κατάσταση, ο Κυριάκος άρχισε να ψάχνει τον Αποστόλη, τον βρήκε και του μίλησε, ο Αποστόλης ισχυρίστηκε ότι αγαπιόμαστε και ότι δε θα άφηνε κανένα κωλόπαιδο να διαλύσει την σχέση μας, πιάστηκαν στα χέρια. Εκείνο το απόγευμα ο αδερφός μου γύρισε στο σπίτι μελανιασμένος σε όλο το πρόσωπο, μόλις μπήκε στο σπίτι αρνήθηκε να δώσει κάθε εξήγηση στη μητέρα μας, ήρθε κατευθείαν στο δωμάτιο μας, κλείδωσε την πόρτα και αρπάζοντας με με κόλλησε στον τοίχο.                         

    Με ρωτούσε, επέμενε να του πω την αλήθεια, ήταν αδύνατον να ξεστομίσω λέξη, αναγκάστηκα να ρίξω όλη την ευθύνη στον Αποστόλη, ισχυρίστηκα ότι με πλάνη με πήγε στην καλύβα του και με τις απειλές του αναγκάστηκα να κοιμηθώ μαζί του, ότι ήταν τρελός που με ξεφτίλιζε στα χωριά και με διάφορους τρόπους με κρατούσε κοντά του. Ο Κυριάκος με παράτησε κι άρχισε να χτυπάει τα χέρια του στον τοίχο, η μάνα μας έξω φώναζε να της ανοίξουμε, ενώ ο αδερφός μου την έδιωχνε με βλαστήμιες, είχε βγει εκτός εαυτού. Αφού κατάφερα να τον ηρεμήσω τον έβαλα να μου ορκιστεί ότι δε θα πει τίποτα στους γονείς μας, εκείνος κάθισε δίπλα μου στο πάτωμα και συμφώνησε, ήταν καλύτερα να ξεκαθαρίσει μόνος του το θέμα με τον Αποστόλη, έπρεπε επιτέλους να με αφήσει ήσυχη, με το καλό ή με το άσχημο. Τον παρακάλεσα να μην κάνει τίποτα, ότι θα έφερνα εγώ στα λογικά του τον Αποστόλη, δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα, εγώ θα έμενα μακριά από τον Αποστόλη και θα το ξεκαθάριζε εκείνος το θέμα. Όμως εγώ ήξερα τον πατέρα σου και φοβόμουν, φοβόμουν για χίλια πράγματα. Έπρεπε να τον κρατώ ήρεμο, οπότε εξακολουθούσα να τον επισκέπτομαι κρυφά στην καλύβα, ίσως όχι τόσο συχνά όσο παλιότερα, όμως όταν κατάφερνα να ξεφεύγω από την επιτήρηση του αδερφού μου πήγαινα. Στο μεταξύ ο πατέρας σου όταν βρισκόμασταν μου έκανε παράπονα για τον αδερφό μου. Όταν συναντιόνταν δεν έχανε την ευκαιρία να τον προσβάλει. Ο Αποστόλης μαλακωμένος, του είχε ζητήσει συγνώμη για όσα είχαν προηγηθεί, μα ο Κυριάκος τον έφτυσε, μπροστά στους θαμώνες ενός καφενείου, ενώ τον απείλησε ότι αν ξαναενοχλούσε την οικογένεια του θα τον κάρφωνε στην αστυνομία για αποπλάνηση ανηλίκου. Μπορούσα να ηρεμήσω τον πατέρα σου μα όχι και τον Κυριάκο, αυτή τη φορά ήθελε εκείνος να βάλει φωτιά στο σπίτι σας, μα τον πρόλαβα, αναγκάστηκα να του μιλήσω για την καλύβα. Ο Κυριάκος θεώρησε ότι ο Αποστόλης είχε βίτσιο με τα ανήλικα, αυτός ήταν και ο λόγος που έκαψε την καλύβα. Η Λόπη δίστασε λίγο μα συνέχισε. Ολόκληρη η αλήθεια είναι ότι τη βραδιά της φωτιάς είχε προηγηθεί κάτι ακόμα, με άκουσε να λέω στην αδερφή μας ότι φοβόμουν ότι ήμουν έγκυος, τότε μάζεψε τρεις φίλους του και κάψανε την καλύβα. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις.

    -Και τελικά, ήσουν έγκυος;

    -Ναι.

    -Από τον πατέρα μου;

    -Δε θα τολμούσα ποτέ να πάω με άλλον, ήξερα ότι είχε γίνει η σκιά μου.

    -Και το παιδί;

    -Έκανα έκτρωση, δε θα μπορούσα να κρατήσω το παιδί του φονιά του αδερφού μου, θα μου θύμιζε την ενοχή μου. Μετά από το θάνατο του Κυριάκου και τη δική μου φυγή στην Αθήνα για την έκτρωση, άρχισαν να ακούγονται πολλά στο χωριό, δεν ήταν λίγοι άλλωστε εκείνοι που μας είχαν δει μαζί με τον πατέρα σου, τα κουτσομπολιά αυξάνονταν. Μόλις επέστρεψα ντρεπόμουν να βγω από το σπίτι μας, ένιωθα ότι όλοι με κοίταζαν, ότι όλοι ήξεραν ότι εγώ ήμουν η πραγματικά ένοχη. Δεν άντεχα κλεισμένη στο σπίτι, μα ούτε και να γυρίζω στα μέρη που όλα μου θύμιζαν τον αδερφό μου, εκεί που κάναμε τα παιχνίδια μας, τις κουβέντες μας, τα όνειρα μας για το μέλλον που για εκείνον δεν ήρθε ποτέ. Ήθελα να φύγω μα δεν είχα και που να πάω. Σκέφτηκα και την αυτοκτονία μα λυπόμουν τη μητέρα μου, πήγαινε καθημερινά τρεις φορές στον αδερφό μου, στο νεκροταφείο. Δεν είχα δικαίωμα να της το κάνω, να της προσθέσω κι άλλο πόνο, φαντάζομαι ότι καταλαβαίνεις

    »Ο πατέρας μου με πήρε και μου μίλησε, δεν άντεχε ούτε εκείνος τους συγχωριανούς μας, διάβαζε τις σκέψεις τους. Ύστερα υπήρχα κι εγώ, έπρεπε να συνεχίσω το σχολείο και εκεί ήταν αδύνατον, καλό ήταν να φύγουμε από το χωριό, μα η μητέρα μου ούτε να το ακούσει, έδιωξαν εμένα και τα αδέρφια μου, και μείνανε μόνοι τους, έχοντας για μόνη συντροφιά τους το μνήμα του αδερφού μου.

    »Αχ ο πατέρας μου, είμαι σίγουρη ότι ήξερε ότι εγώ ευθυνόμουν για το θάνατο του Κυριάκου, όμως με αγαπούσε, ήμουν η μικρή του, είχε χάσει τον αδερφό μου, δεν ήθελε να χάσει κι εμένα. Ίσως μάλιστα να διαισθανόταν και τις ενοχές μου, να φοβόταν αυτό που τόσο συχνά περνούσε από το μυαλό μου να κάνω και θέλησε να με βοηθήσει, να με κάνει να ξεχάσω. Κι αφού όλα τα Ιωάννινα βούιζαν, καλό θα ήταν να απομακρυνθούμε όσο ήταν φρέσκια η ιστορία, έτσι φύγαμε για την Άρτα, αλλά για μένα και εκεί ήταν έρημος τόπος».   

 

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

 

    Η Κατερίνα έδειχνε κατανόηση για τις συχνές εξόδους του Δημήτρη. Αφού δεν τολμούσανε να κυκλοφορήσουνε μαζί, δεν μπορούσε να μένει κλεισμένος και στο σπίτι, άλλωστε αυτόν το φίλο του τον Αλέκο, που δουλεύανε μαζί στο συνεργείο, τον είχε γνωρίσει και της είχε φανεί πολύ καλό παιδί. Από τη μεριά του ο Δημήτρης, ντρεπόταν για τα ψέματα που αναγκαζόταν να λέει στην Κατερίνα, όμως μια τυφλή δύναμη τον τραβούσε να παίζει με τη Λόπη, όπως η πεταλούδα με τη φλόγα.

   Για ένα ακόμα απόγευμα είχανε βρεθεί, και να που έφτασε και η νύχτα, κι όμως η Λόπη δεν έλεγε να ξεκολλήσει από πάνω του. Φτάσανε μπροστά από το σπίτι της και του πρότεινε να μπει μέσα για ένα τελευταίο ποτό. Ο Δημήτρης κάθισε σε μια πολυθρόνα και παρακολουθούσε όλες της τις κινήσεις. Η Λόπη άναψε το τζάκι, ο Μάρτιος στα Ιωάννινα μοιάζει χειρότερος κι από Γενάρης, ο ήλιος τη μέρα μπορεί να σε ξεγελάσει, όμως μόλις αρχίσει να πέφτει, το κρύο φτάνει ως τα κόκαλα. Στο φως της φωτιάς τα χαρακτηριστικά του Δημήτρη είχαν πάρει κάτι το απόκοσμο και το σκοτεινό. Η Λόπη γύρισε και τον κοίταξε χαμογελαστή, όμως τα χείλη του Δημήτρη δε σάλεψαν παρά μόνο για να πουν μια λέξη.    

    -Γδύσου.

    Η Λόπη τον κοίταξε σαν να μην κατάλαβε τι της είπε.

    -Γδύσου. Επανέλαβε ο Δημήτρης.

    -Τι λες Δημήτρη;

    -Γδύσου. επέμενε εκείνος.

    -Μα τι είναι αυτά που λες, σε παρακαλώ.

    -Γδύσου, και κάθε ρούχο που θα βγάζεις θα το ρίχνεις στη φωτιά. Τι ντρέπεσαι;

    -Δεν καταλαβαίνω τίποτα.

    -Τι είναι αυτό που δεν καταλαβαίνεις;

    -Τι σε κάνει να νομίζεις ότι θα το κάνω; Έγινε προκλητική και η Λόπη.

    -Το ότι είσαι εδώ μαζί μου. Δεν είναι λογικό να βρισκόμαστε εμείς μαζί, είμαι ο γιος του ανθρώπου που στέρησε τη ζωή από τον αδερφό σου, σου κατάστρεψε τη ζωή και σε γέμισε τύψεις, είσαι η ερωμένη του πατέρα μου, που τον οδήγησε στη φυλακή και στο θάνατο.

    -Προσπαθείς να μου δημιουργήσεις ενοχές;

    -Όχι, κανείς από τους δυο μας δεν μπορεί να έχει ενοχές, είμαστε πλασμένοι από την ίδια πάστα, σκοτώνουμε ό,τι όμορφο υπάρχει γύρω μας, ό,τι μας αγαπάει. Όμως αυτό δε μας εμποδίζει να θέλουμε να απολαύσει ο ένας το κορμί του άλλου, εδώ και τώρα. Ας το κάνουμε λοιπόν τι περιμένουμε; Τι σκέφτεσαι; Λυπάσαι για τα ρούχα; Μέσα φαντάζομαι έχεις μια ντουλάπα γεμάτη, μόλις φύγω θα βρεις κάτι άλλο να φορέσεις. Λοιπόν κάνε ό,τι σου λέω και να είσαι σίγουρη ότι θα το απολαύσεις.

    Η Λόπη στάθηκε μπροστά του, τον κοίταξε στα μάτια. Ναι, μιλούσε σοβαρά. Άρχισε να γδύνετε κι ένα προς ένα τα ρούχα που έβγαζε τα πετούσε στη φωτιά όπως της είχε υποδείξει ο Δημήτρης, στο τέλος στάθηκε απέναντι του γυμνή, όπως είχε σταθεί άλλοτε μπροστά στον πατέρα του. Ο Αποστόλης την πρώτη φορά που την είχε δει γυμνή είχε σαστίσει, ο Δημήτρης όμως παρέμενε ακίνητος στην πολυθρόνα του και την κοίταζε σοβαρός χωρίς καμιά απολύτως έκφραση, η Λόπη ένιωσε αμήχανη, σαν εμπόρευμα, γύρισε την πλάτη της στο Δημήτρη και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της, η φωνή του την σταμάτησε.

    -Που πας;

    Τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει.

    -Ντρέπεσαι;

    Και πάλι δε μίλησε, μόνο τον κοίταξε στα μάτια, μα τι της συνέβαινε, δεν χόρταινε να τον κοιτάζει.

    -Έλα εδώ, μη με φοβάσαι. Της μίλησε μαλακά αυτή τη φορά ο Δημήτρης. Η Λόπη τον πλησίασε και κάθισε στην αγκαλιά του πάνω στον καναπέ. Πλησίασε τα χείλη της προς τα δικά του μα ο Δημήτρης πιάνοντας την από τα μαλλιά την τράβηξε προς τα πίσω πριν προλάβει να τον αγγίξει.

    -Απαγορεύονται τα φιλιά στο στόμα. Της λέει.

    -Με πονάς. Ουρλιάζει εκείνη προσπαθώντας να ελευθερώσει το κεφάλι της από τα χέρια του.

    -Αυτό θέλω.

    Και πριν προλάβει να πει κάτι άλλο, τη ρίχνει στο πάτωμα πέφτοντας από πάνω της. Τα πρόσωπα τους και τα μάτια τους δε συναντιούνται ποτέ. Αντί για φιλιά γεμίζουν τα κορμιά τους με γρατσουνιές και δαγκωματιές. Η πράξη τους μοιάζει με πόλεμο γεμάτο μίσος. Δυο άνθρωποι αυτοκαταστροφικοί, μα αντί να βάλουν τέλος στην άθλια ζωή τους, προτιμούν να σκοτώνουν την ψυχή τους. Άλλωστε το ήξεραν πολύ καλά ότι μετά από αυτό θα τα είχαν χάσει όλα. Για τη Λόπη ίσως ήταν λίγο πιο ξεκάθαρο, ο Δημήτρης όμως είχε συνηθίσει αλλιώς, είχε μάθει να ελπίζει, να ονειρεύεται. Όμως όταν ρίχνεις έναν άνθρωπο στην άβυσσο, θα πρέπει να περιμένεις ότι θα έρθει η στιγμή που θα πιαστεί από πάνω σου, είτε για να σωθεί, είτε για να σε πάρει μαζί του.

 

    Όταν ο Δημήτρης την εγκατέλειψε το πρωί, χωρίς να της πει κουβέντα, η Λόπη κουλουριάστηκε στο πάτωμα και έβαλε τα κλάματα. Το κορμί της πονούσε, ήταν γεμάτο πληγές από τα δόντια του, μα υπέφερε και η ψυχή της, δεύτερη φορά πρόδιδε την οικογένεια της, πρόδιδε τον νεκρό αδερφό της. Κι αν την πρώτη φορά δεν είχε πείρα, τώρα όλα της φαινόταν χειρότερα. Μα εκτός από όλα αυτά, εκτός από τις τύψεις και την προδοσία, δεν μπορούσε να καταλάβει την απότομη αλλαγή του Δημήτρη.

    Ένα μήνα τώρα που συναντιόνταν, σα φίλοι, ήταν τόσο καλός μαζί της, είχε δείξει τόση κατανόηση για το παρελθόν της, ήταν η πρώτη φορά που ήταν με κάποιον τόσο διάφανη, μιλούσε καθαρά για ό,τι είχε ζήσει, για ό,τι την είχε βασανίσει. Τον είχε εμπιστευτεί, ήξερε τα πάντα.

    -Ήσουν θύμα κι εσύ της απειρίας σου και των καταστάσεων.

    Και να η εξέλιξη, όλα όσα της έλεγε δεν τα εννοούσε, ήθελε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της και να τη γεμίσει ύστερα με περισσότερες ενοχές, δικάζοντας την με τον δικό του τρόπο. Με τον τρόπο της απόλαυσης, πείθοντας την ότι δεν διαφέρει από μια πόρνη. Πρώτα με τον πατέρα και ύστερα με τον γιο.

    Όμως σε αυτό το παιχνίδι ήταν συνένοχοι, κι αν το πλήρωνε αυτή τώρα, θα ερχόταν η ώρα που θα το πλήρωνε κι εκείνος. Κι αν με τον πατέρα έγινε από λάθος, με το γιο θα ήταν από εκδίκηση. Γιατί αυτή τον είχε πιστέψει το Δημήτρη, τον είχε αγαπήσει… άλλωστε μόνος του το είχε πει, ήταν κι η ίδια θύμα, το ότι ζούσε δε σήμαινε ότι δεν είχε πληρώσει ακριβά τα λάθη της. Κι αφού ήταν χαμένη, κι αφού εκείνος της είχε δείξει ότι ήταν χαμένη, θα το έφτανε ως το τέλος παρασέρνοντας τον μαζί της.   

 

    Ο Δημήτρης ξεκλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματός του, τα έπιπλα μπροστά του είχαν στήσει τρελό χορό, ενώ το στομάχι του ανακατευόταν. Έτρεξε στο μπάνιο και έκανε εμετό, κοίταξε το πρόσωπο του στον καθρέφτη, κάτω από τα μάτια του είχαν κάνει την εμφάνιση τους μαύροι κύκλοι. Γδύθηκε και μπήκε στο ντους, το νερό έπεφτε παγωμένο πάνω στο σώμα του.

    «Και τι κατάφερες, ηλίθιε;» ρώτησε τον εαυτό του. Κουλουριασμένος μέσα στο ντους, δεν μπορούσε να αντιδράσει στο κρύο νερό που έπεφτε στο σώμα του, είχε μετανιώσει, ήταν λάθος και το γνώριζε από την πρώτη στιγμή, δεν ήταν μόνος του πια, δεν έπρεπε να το κάνει. Μετά από ώρα κατάφερε να βγει από τη ντουζιέρα, στάθηκε γυμνός μπροστά από το καθρέφτη και κοίταξε το είδωλο του, ήταν γεμάτος από τα σημάδια των δοντιών της. Κοίταξε με μίσος τις πληγές του, ύστερα έστρεψε το βλέμμα του στα μάτια του, μα τα ντράπηκε,  και τώρα πως θα ξανακοίταζε την Κατερίνα.    

    Η ώρα είχε περάσει, έπρεπε να πάει και στη δουλειά, όχι ότι τον ενδιέφερε το μεροκάματο, αλλά να, στη δουλειά θα κατάφερνε να ξεχαστεί λίγο. Έφτασε στο συνεργείο με μεγάλο κόπο, και με μία ώρα καθυστέρηση, το αφεντικό του μόλις τον είδε σε αυτά τα χάλια ανησύχησε και τον έδιωξε, ο Δημήτρης ήθελε να μείνει μα ήταν αδύνατον να καταφέρει να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του συνεργείου.

    -Μιλάς σοβαρά παιδί μου, θες να πάθεις κανένα ατύχημα; Ξεκουράσου και μόλις νιώσεις καλύτερα επιστρέφεις στη δουλειά.

    Ο Δημήτρης κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και ξεκίνησε να φύγει, περνώντας δίπλα από το φίλο του τον Αλέκο άκουσε να του λέει χαμηλόφωνα.

    -Άντε τυχερούλη, πήγαινε να σε κάνει καλά η γιατρίνα σου. Ο Δημήτρης προσπάθησε να του χαμογελάσει μα δεν τα κατάφερε.

    Έφτασε στο σπίτι του, κι όπως ήταν με τα ρούχα της δουλειάς έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι του. «Και τώρα οι δυο μας» μουρμούρισε. «Πρέπει να συνηθίσουμε να μένουμε μόνοι οι δυο μας, γιατί όταν μάθει η Κατερίνα τα κατορθώματα μας θα μας αφήσει μόνους. Εμάς τους δύο που είμαστε ένα, ο επιρρεπής στα λάθη κι ο άλλος, αυτός που θέλει να κάνει το σωστό, μα δεν το κάνει. Κάποτε γνώριζα μόνο τον έναν από τους δύο, ύστερα εμφανίστηκε ο άλλος, και νόμιζε ότι άφησε για πάντα πίσω του τον κακό του εαυτό, και να που τώρα υπάρχουν κι οι δύο σε ένα σώμα. Ο δίκαιος κι ο άδικος. Αχ Θεέ μου είπε γελώντας, η ζωή έχει τον τρόπο πάντα να μας πείθει ότι δεν ήμαστε αυτό που θεωρούσαμε.»

    Σηκώθηκε από το κρεβάτι του και πήγε προς τα ντουλάπια της κουζίνας, όλα άδεια, μα όχι, θυμόταν καλά, κάπου υπήρχε μια βότκα, α να τη. Μα όχι, αυτή δεν ήταν βότκα, ήταν ούζο ή μήπως τσίπουρο. «Από το ολότελα.» μουρμούρισε και επέστρεψε στο κρεβάτι του.  Μια γουλιά από το δυνατό ποτό ήταν αρκετή για να τον ξαναστείλει στην τουαλέτα       

    Γύρισε και έπεσε στο στρώμα του ανάσκελα, «ποτέ δεν περίμενα ότι οι τύψεις προκαλούνε πυρετό.» Το ταβάνι σαν τρενάκι σε λούνα πάρκ έκανε τρελές στροφές. Από το πάνω διαμέρισμα άκουγε τα βήματα της Κατερίνας, θα είχε πια νυχτώσει, είχε επιστρέψει από το ιατρείο, σήκωσε το χέρι του σα να ήθελε να αγγίξει το πόδι της. «Εσύ πάντα στον αφρό κι εγώ πάντα εδώ κάτω. Όχι, όχι αγάπη μου δεν φταις εσύ, εγώ φταίω, μόνο εγώ κάνω λάθη, σε αγαπώ και σε μισώ μαζί, σε μισώ γιατί δε μου μοιάζεις, γιατί δεν μπορώ να σε έχω, γιατί πάντα θα είμαστε τόσο διαφορετικοί, σε μισώ γιατί αν με αγαπούσες θα είχες σταθεί απέναντι σε όλους και θα φώναζες ότι με αγαπάς, δε θα κρυβόσουν, μπορεί εγώ να σου ζήτησα να μην κάνεις τίποτα, να σε παρακάλεσα να σωπάσεις, όμως κι εσύ τι έκανες για την αγάπη μας; Εγώ σου έδωσα ό,τι είχα, μπορεί να μην είχα τίποτα που να αξίζει, όμως κι αυτό το λίγο, το ανάξιο  στο έδωσα απλόχερα, ενώ εσύ τα ήθελες όλα δικά σου, αλλιώς θα με έπαιρνες από το χέρι και με αποσκευές μόνο την ψυχή μας και το κορμί μας θα φεύγαμε μακριά. Εσύ είσαι εντάξει απέναντι σε όλους και αναγκάζεις εμένα χρόνια τώρα να κρύβομαι σαν ποντικός. Γι’ αυτό κι εγώ εκδικήθηκα και τους τρεις μας. Εκδικήθηκα εκείνη, εκδικήθηκα εσένα μα πάνω από όλους εκδικήθηκα εμένα. Το κεφάλι μου γυρίζει, το μυαλό μου παραμιλάει, το σώμα μου καίγεται και πρέπει να κρύβομαι από σένα μέχρι να φύγουν τα σημάδια από το κορμί μου και θα πάρει καιρό.

    Εγώ φταίω, εγώ που σου ζήτησα να μη μιλήσεις, να μην πεις τίποτα για την αγάπη μας, γιατί ήταν μεγάλη και θα τη ζηλεύανε, θα μπαίνανε στη μέση και θα μας χώριζαν, και εγώ τι θα έμενα τότε; Ένα φτωχό παιδί μέσα στο χειμώνα που θα με έδερνε το κρύο χωρίς εσένα. Και συ έχεις τόσους ανθρώπους που σε αγαπάνε, γιατί να μαλώσεις για ένα αλητάκι που δεν ξέρει να αγαπάει. Γιατί αυτοί δεν ξέρουνε ότι κι εγώ ο τελευταίος μπορώ να αγαπήσω. Ενώ αυτοί, με τη τόσο μεγάλη καρδιά σίγουρα θα έχουν μετρήσει το μέγεθος της αγάπης που προσφέρουν και θα είναι μπόλικη. Κι όμως εγώ για σένα βρήκα δουλειά και άλλαξα. Και ξέρεις κάτι, προτιμούσα τη ζωή μου πριν σε γνωρίσω, να μην έχω έννοιες, να ρεμπελεύω, να μη δουλεύω Είχε περισσότερη δράση η ζωή μου πριν σε γνωρίσω. Όμως μαζί σου είναι πιο γλυκά, πιο ζεστά. Θέλω να είμαι μαζί σου μα δε με αφήνεις.»   

 

    -Σε αγαπώ Κατερίνα, κι όμως εγώ είμαι εδώ κρυμμένος κι εσύ βρίσκεσαι μια σκάλα μόλις πάνω από μένα, και δεν έρχεσαι να με βοηθήσεις. Να με βγάλεις από το παραμιλητό μου, να μου δροσίσεις το μέτωπο με το χέρι σου. Αλλά όχι, καλύτερα να μην έρθεις, εγώ μιλάω πολύ τώρα και μπορεί να ακούσεις κάτι που δεν πρέπει, κάτι που να σε πληγώσει. Αχ Κατερίνα σ’ αγαπάω. Που είσαι; γιατί με αφήνεις μόνο; Φοβάμαι το σκοτάδι, νομίζω ότι βρίσκομαι σε τάφο, βγάλε με από τον τάφο πριν πεθάνω από ασφυξία. Κατερίνα βοήθησε με, εσύ κανένας άλλος, μόνο εσύ, εσύ σώσε με ή εσύ σκέπασε με, με χώμα κι άσε με να πεθάνω. Αχ Κατερίνα, το χέρι του θανάτου είναι παγωμένο. Είπε και της άρπαξε το χέρι από το μέτωπο του.

    -Δημήτρη σώπα, ηρέμησε. Είμαι δίπλα σου μη φοβάσαι.     

    -Αχ ψεύτη χάρε, πήρες την αγαπημένη μορφή για να σε ακολουθήσω.

    -Πάψε Δημήτρη.

    -Ναι, και μάλλον θα το κάνω, θα σε ακολουθήσω, γιατί είμαι πολύ κουρασμένος, βαρέθηκα να παλεύω χωρίς αποτέλεσμα. Αχ χάρε, θέλω να ζήσω, χαλάλι οι προσπάθειες, χαλάλι τα πάντα. Για κείνη μόνο, κι ας κάνει ό,τι θέλει μαζί μου.   

 

 

   ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

 

    Έπεσε ο πυρετός, σταμάτησε και το παραμιλητό του Δημήτρη, και έτσι σιγά σιγά η ζωή ξανάρχισε να παίρνει το ρυθμό της, φαινομενικά τουλάχιστον. Ο Δημήτρης εγκαταστάθηκε ξανά στα ιδιαίτερα διαμερίσματα της Κατερίνας, τα σημάδια όμως δεν είχαν σβήσει ακόμα από το κορμί του, τις νύχτες έμενε ξάγρυπνος να κρατάει το σώμα της μέσα στα χέρια του, να τρέμει στην κάθε της κίνηση, ακόμα και στην πιο αθώα, και να προσπαθεί να καταπνίξει τον πόθο του. Την ερωτική αποχή του Δημήτρη είχε αντιληφθεί και η Κατερίνα, κι όσο εκείνος προσπαθούσε να αγνοεί τα λικνίσματα της καλής του τόσο εκείνη τα πολλαπλασίαζε, κι όσο εκείνη τα πολλαπλασίαζε τόσο ο Δημήτρης τρελαινόταν από τον καταπιεσμένο του πόθο.

    Η Κατερίνα δε θα έδινε ιδιαίτερη σημασία σε αυτή την αποχή, φτάνει βέβαια να μην το παρατραβούσε ο καλός της, όμως υπήρχε και κάτι άλλο. Ο Δημήτρης είχε χάσει τη διάθεση του, δεν ικανοποιούταν με τίποτα, δε μάλωνε μαζί της, αλλά έμοιαζε να είναι πάντα θυμωμένος, μα όταν τον ρωτούσε αν του συμβαίνει κάτι εκείνος αποφεύγοντας το βλέμμα της κουνούσε αρνητικά το κεφάλι του, κι ανοίγοντας την τηλεόραση έμενε για ώρα προσκολλημένος στο αδιάφορο πρόγραμμα της. Η Κατερίνα που γνώριζε καλά πια τον Δημήτρη ήξερε ότι δεν έχει νόημα να τον πιέζει, αν εκείνος δεν ήθελε να μιλήσει δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρει να του πάρει λέξη.

    Έκλεισε το βιβλίο απότομα, πήρε το τηλεχειριστήριο από τα χέρια του και έσβησε την τηλεόραση.

    -Βαρέθηκα.

    -Κι εγώ. Της απάντησε σιγά.

    -Έχεις να προτείνεις κάτι;

    -Να πάμε μια βόλτα.

    Η Κατερίνα τον κοίταξε δύσπιστα.

    -Βόλτα;

    Της πήρε το τηλεχειριστήριο από τα χέρια και άνοιξε πάλι την τηλεόραση χωρίς να της απαντήσει.

    -Δημήτρη, νομίζω ότι πρέπει να μιλήσουμε.

    -Σε ακούω.

    -Γιατί είσαι απόμακρος;

    -Κουράστηκα.

    -Εμένα;

    -Εμένα. Την κατάσταση, αυτούς τους τέσσερις τοίχους που μας έχουν φυλακί­σει… Ζούμε μισή ζωή το έχεις καταλάβει αυτό;

    -Δε με νοιάζει αν είναι μισή, φτάνει να είναι μαζί σου.

    -Όχι Κατερίνα δεν είναι έτσι. Εγώ είμαι ο παράνομος σε αυτή την σχέση, και δεν αντέχω άλλο να παίζω κρυφτό, αυτό το παιχνίδι είναι για τα παιδάκια του δημοτικού και εσύ έχεις τελειώσει το πανεπιστήμιο. Δε λέω στην αρχή είχε γοητεία, αλλά μετά από τόσα χρόνια το πράγμα ή θα σταματήσει ή θα προχωρήσει.

    -Θες να χωρίσουμε; τον ρώτησε δειλά η Κατερίνα

    -Αυτό κατάλαβες εσύ;

    -Δεν ξέρω.

    Ο Δημήτρης γύρισε απογοητευμένος προς την τηλεόραση.

    -Τι προτείνεις;

    -Θες αλήθεια να μάθεις;

    -Φυσικά και θέλω.

    -Αφού αυτή η πόλη μας έχει περιορίσει τόσο, να πάμε σε μια άλλη. Θυμάσαι  το ταξίδι που σου είχα υποσχεθεί το περασμένο καλοκαίρι ότι θα πάμε κάποτε, νομίζω ότι ήρθε η ώρα του.

    -Σκοπεύεις να με αφήσεις έγκυο; Του είπε χαριτολογώντας.

    -Ναι. Της απάντησε όσο πιο απλά γινόταν.

 

     Οξυγόνο. Με μιας η Θεσσαλονίκη, τόσο για το Δημήτρη όσο και για την Κατερίνα, έγινε συνώνυμο της ελευθερίας. Μετά από περίπου έξι χρόνια σχέσης, τολμούσαν να βγούνε έξω και να κρατιούνται από το χέρι, να σταματάνε και να ανταλλάσουνε παθιασμένα φιλιά στα χείλη.

    -Έχουμε και μικρά παιδιά. άκουσε μια ηλικιωμένη κυρία να τους παραπονιέται.

    -Τότε να πετάξετε τις τηλεοράσεις από το σπίτι σας, και μάλιστα γρήγορα. Απάντησε ο Δημήτρης και τράβηξε την Κατερίνα από το χέρι, για να μη δώσει χρόνο στη γυναίκα να του απαντήσει.

    Ο παλιός Δημήτρης είχε επιστρέψει με μιας στην αγκαλιά της Κατερίνας. Όμως οι μέρες διαδέχονταν βιαστικά η μία την άλλη, και η Κατερίνα φοβόταν, ότι το αγόρι που αγάπησε θα ξανά χανόταν μέσα στην καθημερινότητα του διαμερίσματος και του συνεργείου.          

    Στη Θεσσαλονίκη ήταν όλα ανέμελα και ρομαντικά, δε γλεντούσανε ξέφρενα, άλλωστε δεν ήταν αυτό που τους ενδιέφερε. Όλη τη μέρα την περνούσαν κάνοντας βόλτες, γυρίζοντας από το λευκό πύργο, στις καμάρες, κι από τις καμάρες στο κάστρο, από το παλιό λιμάνι στο νέο και όλα πάλι από την αρχή. Όσο για το βράδυ απομονώνονταν στο δωμάτιο οι δυο τους, χορτασμένοι από τους ολοήμερους περιπά­τους τους.

 

    Η Κατερίνα ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του. Οι μέρες είχανε περάσει απελπιστικά γρήγορα. Τρεις μέρες ακόμα και ύστερα θα έπρεπε να μαζέψουν τα πρά­γ­ματα τους για να επιστρέψουν στην αγαπημένη τους πόλη, που είχε γίνει η  φυλακή τους. Θα ζούσανε σα ζευγάρι μέσα στο σπίτι μα έξω από αυτό θα υποκρίνονταν ότι είναι δυο ξένοι. Ο Δημήτρης θα γινόταν ξανά κακόκεφος και θα απέφευγε να συζητήσει μαζί της. Και ποιος ο λόγος, αφού και η ίδια γνώριζε πολύ καλά τι ήταν αυτό που τον ενοχλού­σε. Το είχε ακούσει στο παραμιλητό του όταν ήταν άρρωστος.

    Σκέφτηκε τους δικούς της, θα πάθαιναν σοκ μόλις μάθαιναν για την σχέση τους. Έξι χρόνια τώρα προσπαθούσε να τους προφυλάξει, μα με αυτό τον τρόπο αδικούσε το Δημήτρη. Δεν της ζητούσε τίποτα, στεκόταν πλάι της σιωπηλός, μα δεν ήξερε για πόσο θα έκανε ακόμη υπομονή. Μα και για την ίδια ήταν δίκαιο να μην μπορεί να ζήσει με τον άνθρωπο που αγαπούσε; Να μην έχει το δικαίωμα να τον παρουσιάσει, να κάνει οικογένεια μαζί του; Έξι χρόνια τώρα κρύβονταν, στην αρχή ίσως τους είχε φανεί αστείο, όμως τα πράγματα τώρα είχαν σοβαρέψει, δεν ήταν πλέον παιδιά και αυτό το παιχνίδι είχε αρχίσει να τους κουράζει και τους δύο.

    Άλλωστε ο Δημήτρης ήταν τόσο διαφορετικός από την οικογένεια του. Της το είχε αποδείξει, της το αποδείκνυε κάθε μέρα. Έπρεπε να τον βγάλει από το σκοτάδι, να ανάψει το φως και να τον αποκαλύψει, αυτό περίμενε και εκείνος σιωπηλά τόσα χρόνια και έπρεπε να τον ανταμείψει.

    Και τι θα σκέφτονταν οι δικοί της; Μα επιτέλους τι την ένοιαζε τι θα σκέφτονταν, τη δική της ζωή αφορούσε. Ήταν πάντα η αγαπημένη, η σωστή, ένα παράδειγμα για τους μικρότερους. Υπήρχανε πάντα ο Νίκος κι η Στέλλα, όμως ο Νίκος ήταν παράδειγμα προς αποφυγή, κι η Στέλλα ένα ασήμαντο ζιζάνιο, που στην προσπάθεια της να αποδείξει σε όλους ότι κάτι αξίζει έπεφτε από τη μια γκάφα στην άλλη, βέβαια τώρα που είχε την αναγνώριση του Γιάννη, είχε ηρεμίσει κι όλα κυλούσαν πιο σωστά, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. «Αχ Στελλίτσα μου.» συλλογί­στη­κε η Κατερίνα και χαμογέλασε στην ανάμνηση της.

    Ναι, η Κατερίνα ήταν πάντα το παράδειγμα, όμως έκρυβε τα τρωτά της σημεία, δεν ήταν διάφανη απέναντι σε όσους τη θεωρούσαν σωστή, όχι όμως ότι ήταν και λάθος. Μπορεί όλοι να βιάζονταν να την κατακρίνουν, τόσο η οικογένεια όσο και οι γνωστοί ακόμα και οι άγνωστοι, που απλώς γνώριζαν την ιστορία του Αποστόλη. Ήξερε ότι από την στιγμή που θα αποκάλυπτε την σχέση της με το Δημήτρη θα ξέσπαγε ένας πόλεμος, όλοι μα όλοι στην οικογένεια θα προσπαθούσαν να την πείσουν να μην κάνει βήμα μπροστά, όλοι εκτός από τη Στέλλα και το Νίκο, η Στέλλα θα ήτανε μια σιωπηλή σύμμαχος, ίσως στην ανάγκη να αναλάμβανε και την υπεράσπιση του Δημήτρη, όσο για το Νίκο, δε θα έλεγε τίποτα, από θυμό, γιατί τόσες φορές της είχε μιλήσει και τελικά τον είχε αγνοήσει.

    Έπρεπε να το κάνει όμως αυτό το βήμα μπροστά, ήτανε η μόνη που γνώριζε τόσο καλά το Δημήτρη. Ήτανε ένα παιδί που δε ζητούσε παρά μόνο αναγνώριση. Ίσως να μην ήτανε κι ο πιο πιστός άνθρωπος του κόσμου αυτά τα έξι χρόνια, το καταλάβαινε αυτό η Κατερίνα, δεν μπορούσε να της κρυφτεί, μα ήξερε ότι μόλις επισημοποιούνταν η σχέση τους όλα αυτά, τα μικρά αμαρτήματα θα τελείωναν. Έπρεπε λοιπόν να αποφασίσει να του δώσει η ίδια την ψήφο εμπιστοσύνης, ψήφο εμπιστοσύνης στο Δημήτρη κι ένα πικρό ποτήρι στους γονείς της. Όμως μερικά ποτήρια δεν είναι γραφτό να αδειάσουν.           

 

    Κάθισαν απέναντι στο στρογγυλό τραπεζάκι ο Δημήτρης πήγε να παραγγείλει το βραδινό τους και να πάρει κάτι να πιουν. Η Κατερίνα είχε μείνει μόνη στο τραπεζάκι να σκέφτεται ό,τι θα ακολουθούσε. Ο Δημήτρης επέστρεψε στο τραπέζι με το φαγητό και τις μπύρες. Η Κατερίνα έριξε το βλέμμα γύρω της, δεν ήταν και το πιο κατάλληλο μέρος για τέτοιου είδους προτάσεις.

    -Τι σκέφτεσαι;

    -Διάφορα.

    -Κατέληξες σε κανένα συμπέρασμα ή άδικα βασανίζεις το μυαλουδάκι σου;

    -Κάπου κατέληξα.

    -Θα μου πεις και εμένα ή είναι από αυτά που δε λέγονται;

    -Αχ θα σου πω, μόλις φύγουμε όμως.

    -Όπως θες.

 

    Περπατούσαν σιωπηλοί στην παραλία, ο Δημήτρης ένιωθε ότι ερχόταν το τέλος μιας εποχής και δεν τολμούσε να ρωτήσει την Κατερίνα τι ήταν αυτό που σκεφτόταν, την κρατούσε σφιχτά από το χέρι και περίμενε να ξεκινήσει εκείνη τη συζήτηση. Ένας βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε από μέσα της.

    -Συμβαίνει κάτι;

    -Ναι.

    -Τι; Αρχίζω να ανησυχώ.

    -Και καλά κάνεις.

    -Αφορά εμάς;

    -Ακριβώς.

    -Θες να χωρίσουμε;

    -Αν δεν πάρεις αποφάσεις, θα πρέπει.

    Οι παλμοί της καρδιάς του αυξήθηκαν, ήξερε τι ήθελε να του πει, ότι έπρεπε να το πάρει απόφαση ότι η σχέση τους θα συνεχιζόταν έτσι αλλιώς θα έπρεπε να χωρίσουν, αλλά εκείνος ήταν έτοιμος να πάρει μια απόφαση; Έτσι όπως ήταν τα πράγματα καλύτερα να χωρίζανε, δεν υπήρχε νόημα. Ήταν λάθος από την αρχή αυτή η σχέση και το γνώριζαν και οι δύο, αλλά αφέθηκαν να παρασυρθούνε, αδιάφοροι τότε για το μέλλον. Έπρεπε να είχε φύγει, να απομακρυνθεί από τα Ιωάννινα, να διαγράψει το παρελθόν του και να το ανασκευάσει, έπρεπε να ζητήσει την τύχη του κάπου που δε θα τον γνώριζαν, όμως όσο η Κατερίνα υπήρχε στα Ιωάννινα για εκείνον δεν υπήρχε άλλη πόλη στον χάρτη του κόσμου, και να τώρα ήταν αυτή που θα τον έδιωχνε. Όμως έπρεπε να μιλήσουν, ακόμα και αν αυτή ήταν η τελευταία τους βραδιά μαζί, έπρεπε να εξηγηθούν, δεν έπρεπε να μένουν κενά και αμφιβολίες ανάμεσα τους. Από αυτή την σκέψη πήρε κουράγιο και την προέτρεψε να του μιλήσει.     

    -Σε ακούω.

    -Πόσα χρόνια είμαστε μαζί Δημήτρη;

    -Έξι.

    -Και πόσο έχεις σκοπό να συνεχιστεί;

    -Τι εννοείς;

    -Εννοώ ότι αυτή την πρόταση έπρεπε να την κάνεις εσύ και να μη με αναγκάζεις να πάρω δραστικές αποφάσεις;

    -Δεν καταλαβαίνω.

    -Νομίζω ότι πρέπει να παντρευτούμε, συγνώμη αν σε πιέζω αλλά δεν μπορείς να με έχεις άλλο αστεφάνωτη;

    Ο Δημήτρης σταμάτησε και έμεινε να την κοιτάει προσπαθώντας να καταλάβει τι του έλεγε, περίμενε να ακούσει ότι θα χωρίζανε και ξαφνικά η εκλεκτή της καρδιάς του, του έκανε πρόταση γάμου και μάλιστα με γκρίνια. Δεν ξεκινούσαμε καλά.

    -Οι δικοί μου έχουνε αρχίσει να με πιέζουν.  Πάλι οι δικοί της στη μέση.

    -Δηλαδή;

    -Κάθε φορά που πηγαίνω στην Αθήνα η μητέρα μου με ρωτάει αν έχω κάποια σχέση, και ύστερα ξεκινάει τα προξενιά, δεν μπορώ να την αποφεύγω άλλο εξαιτίας σου.

    -Ώστε έτσι ε; Και γιατί δε μου το είχες πει νωρίτερα;

    -Δεν ήθελα να νομίζεις ότι σε πιέζω.

    -Μάλιστα. Εντάξει λοιπόν αγάπη μου, μπορείς να πεις στην πεθερούλα μου ότι δεν έχεις ανάγκη τα προξενιά της και ότι βρήκες τον καλύτερο γαμπρό της Ηπείρου.

    -Εγώ θα της το πω, εκείνη δεν ξέρω αν θα το πιστέψει.

    -Δε σε έχει ικανή ε;

    -Η αλήθεια είναι ότι δε θα περίμενε ποτέ να της πάω τόσο άξιο γαμπρό.

    -Θα τρίβει τα μάτια της η Κυρία Ντίνα.

    -Τόσο που μπορεί να τα βγάλει.

    -Δε θα της αρέσω.

    -Εμένα θα παντρευτείς, δεν της πέφτει λόγος.

    -Πάντα φοβόμουν τις πεθερές.

    -Είχες προαίσθημα φαίνεται για τη δική σου.

    -Και αφού ήξερες ότι δεν ήθελα τίποτα περισσότερο στον κόσμο από το να κάνω οικογένεια μαζί σου, γιατί μπήκες έτσι απότομα στο θέμα και με φόβισες;

    -Χαίρομαι που πέτυχα τον σκοπό μου. Μη με θεωρείς και δεδομένη!

    -Μου έπαιξες θέατρο! Την επόμενη παράσταση να την σκεφτείς καλά πρώτα εκτός κι αν θες να μείνεις χήρα… Και πότε λες να έρθω να γνωρίσω τους γονείς σου;

    -Το Πάσχα.

    -Θα τους ενημερώσεις νωρίτερα ότι παντρεύεσαι κάποιον άγνωστο ή θα περιμένεις να τους τα πεις από κοντά όλα τα νέα;

    -Από κοντά όλα.

    -Και κάτι τελευταίο, τι ήταν αυτό που είπες για τα προξενιά;

    Η Κατερίνα γέλασε στην ανάμνηση της μητέρας της.

    -Η καημένη η μανούλα μου νόμιζε ότι θα της μείνω στο ράφι, κάθε φορά μα κάθε φορά που πήγαινα στην Αθήνα προσπαθούσε να με ψαρέψει αν έχω δεσμό.

    -Και γιατί δε μου το είπες ;

    -Γιατί, τι μπορούσες να κάνεις;

    -Θα σου αραίωνα τις επισκέψεις στους γονείς σου. Και για λέγε παρακάτω.

    -Επειδή την απόπαιρνα θεωρούσε ότι τόσα νεύρα οφείλονταν σε παντελή έλλειψη συντρόφου, μετά άρχιζε να μου μιλάει για διάφορους, ενώ όταν ήταν εκεί η Στέλλα της έλεγε να με συμβουλέψει κι εκείνη.

    -Και η ξαδέρφη σου τι έλεγε;

    -Η ξαδέρφη μου; Την καθησύχαζε ότι θα τον βρω τον δρόμο μου, και ότι το καλό πράγμα αργεί.

 

    Πόσες φορές αυτό που θέλουμε στη ζωή ξαφνικά μας φοβίζει, προτιμάμε να το φυλάμε όνειρο τα βράδια μας παρά να το χάσουμε διεκδικώντας το σε μια μάταιη προσπάθεια! Ο Δημήτρης γνώριζε πολύ καλά ότι δεν είχε τελειώσει ακόμα τίποτα, ίσως είχε γίνει το πρώτο βήμα μιας και η Κατερίνα είχε πάρει επιτέλους την απόφαση να μιλήσει στους δικούς της, αλλά από την απόφαση ως τον πόλεμο υπήρχε μια μικρή μα ουσιαστική απόσταση. Μετά από έξι χρόνια είχε πλησιάσει αυτό που ονειρευόταν τόσο καιρό μα δεν το είχε αποκτήσει ακόμα.

    Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα είχε περάσει αλητεύοντας. Στους ώμους του είχε σηκώσει το φορτίο της κακής φήμης της οικογένειας του αλλά και των δικών του σφαλμάτων. Ύστερα ήρθε η Κατερίνα, τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, χωρίς καμία προκατάληψη. Δεν την ενδιέφερε τι έλεγε ο κόσμος για την οικογένεια του, δεν την ενδιέφερε το παρελθόν, για το μόνο που νοιαζόταν ήταν τι θα έκανε στην ιστορία από εδώ και στο εξής, που θα ήταν μαζί, του έδινε την ευκαιρία και εκείνος την ήθελε.

    Αυτό που ζητούσε σε όλη του τη ζωή, μα που δεν δεχόταν να το μαρτυρήσει ούτε στον ίδιο του τον εαυτό, ήταν μια οικογένεια. Ποτέ δεν είχε κανέναν να τον προστατέψει, ήταν θαύμα που δεν είχε μπλέξει με πολύ χειρότερα στη ζωή του. Είχε μάθει στην ελευθερία και στην ανεξαρτησία, κανείς να μην τον ελέγχει. Ήταν εικοσιέξι ετών, σε μια ηλικία που κανένας συνομήλικος του δε ζητάει τέτοιου είδους δεσμεύσεις, και όμως εκείνος ήταν έτοιμος να κολυμπήσει στα βαθιά, να παντρευτεί και να κάνει παιδιά.

 

 

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

 

    Ο Δημήτρης με την Κατερίνα περπατούσαν πλάι πλάι σιωπηλοί, βυθισμένος ο καθένας στις δικές του σκέψεις. Ανάμικτα τα συναισθήματα τους. Η Κατερίνα αναρωτιόταν μήπως είχε βιαστεί κι ο Δημήτρης από τη μεριά του αν η καλή του θα είχε το σθένος να φτάσει ως το τέλος για χάρη του. Ή μήπως αυτή η πρόταση αργά ή γρήγορα θα σήμαινε το τέλος της σχέσης τους; Ήταν πολλά χρόνια μαζί και ήξερε καλά πως δεν μπορούσε να πιέσει πολύ την Κατερίνα γιατί θα έσπαγε. Όλον αυτό τον καιρό της έδειχνε τι ήθελε και την άφηνε να παίρνει αυτή τις αποφάσεις όσον αφορά τις ζωές τους, αλλά ήταν οι δυο τους. Τώρα στο παιχνίδι θα μπαίνανε και οι γονείς της και σίγουρα θα είχανε λόγο σε όλα. Τώρα θα φαινόταν ποιος την επηρέαζε περισσότερο και θα αποδεικνυόταν πόσο πραγματικά τον αγαπούσε.

    -Τι σκέφτεσαι; Του έκανε μια από τις συνηθισμένες της ερωτήσεις. Ο Δημήτρης με κόπο κατάφερε να διώξει τις ενοχλητικές σκέψεις και να χαμογελάσει.

    -Να, ότι η πρόταση που μου έκανες ήταν κομματάκι στεγνή βρε κορίτσι μου!

    -Δεν πιστεύω να θες να πέσω στα γόνατα για να σου κάνω πρόταση. Μου λείπει και το μονόπετρο. 

    -Όχι, δεν χρειάζομαι μονόπετρο, ούτε υπερβολές. Αλλά να όταν δέχτηκα την πρόταση σου, θα μπορούσες να με φιλήσεις.

    -Περίμενα ότι θα το έκανες εσύ αυτό. Άλλωστε δε μου είπες ακόμα το ναι!

    -Σου είπα τόσα πράγματα που παραπέμπουν σε ναι. Εννοείται.

    -Τίποτα δεν εννοείται.

    Ο Δημήτρης αναστέναξε, στάθηκε απέναντι της και πέρασε τα χέρια του γύρω από τη μέση της.

    -Ναι, δέχομαι να γίνω σύζυγός σου, στις καλές και στις κακές στιγμές θέλω να είμαι δίπλα σου, να σε αγαπώ και να σε φροντίζω.

    -Ώπα.

    -Πάλι λάθος;

    -Έχεις ξεσηκώσει ό,τι έχεις δει από τις ταινίες και μου τα λες.

    -Το θες ξερό δηλαδή;

    -Έλα ρε Δημήτρη, βάλε λίγη φαντασία.

    -Να σκεφτώ. Πως σου φαίνεται αυτό: Δέχομαι να γίνω σύζυγός σου και να με παιδεύεις γλυκά, με τον τρόπο που μόνο εσύ ξέρεις να το κάνεις!

     -Και τώρα φίλα με.

     Ο Δημήτρης την τράβηξε απαλά επάνω του και της έδωσε το πιο γλυκό και συνάμα γεμάτο πάθος φιλί που θα έπαιρνε ποτέ στη ζωή της. Όταν μετά από κάποια λεπτά χωρίστηκαν και κοιτάχτηκαν, χαμογέλασαν ντροπαλά  ο ένας στον άλλον και συνέχισαν το δρόμο τους.

     -Τι λες αύριο να πάμε για τις βέρες;

     -Όταν γυρίσουμε στα Ιωάννινα θα πάμε για τις βέρες.

     -Θα ήταν ωραία να παίρναμε από εδώ τις βέρες, θα θυμόμασταν για πάντα το ταξίδι μας.

    -Θα κάνουμε κι άλλα, άλλωστε δεν ξέρουμε πόσες μέρες θα χρειαστούν για να είναι έτοιμες κι εμείς μεθαύριο επιστρέφουμε στη βάση μας.

     -Ναι, σωστά.

     -Δε μου είσαι λίγο βιαστικός;

     -Καθόλου, αν βιαζόμουν αύριο θα σε πήγαινα στον παπά.

     -Όχι, πρέπει να έρθουν και οι δικοί μου στο γάμο μας, δεν μπορούμε να παντρευτούμε μόνοι μας.

     Οι δικοί της, τους δικούς του όμως ούτε που τους ανέφερε. Έπρεπε να το συνηθίσει, από τη μία πλευρά ήταν αυτός μόνος του και από την άλλη εκείνη με τους δικούς της. Τι παράξενο, όλα αυτά τα χρόνια αναθεμάτιζε την οικογένεια του, δεν είχε καμία σχέση με εκείνους, δεν τους ήθελε στα πόδια του, κι όμως τώρα που όλη η οικογένεια της αγαπημένης του, γονείς, θείοι, ξαδέρφια, ξεπρόβαλαν μπροστά του, άρχισε να αναζητά συμμάχους, αλλά γνώριζε ότι δεν υπήρχε κανείς που θα μπορούσε να πάρει θέση μάχης στο πλάι του. Η μόνη που του είχε απομείνει ήταν η Λίζα, αλλά και με αυτή επικοινωνούσε αραιά και που. Η Λίζα το μόνο που γνώριζε για τον αδερφό της ήταν ότι ζούσε και δούλευε στα Ιωάννινα, αλλά ούτε κι ο Δημήτρης γνώριζε αναλυτικά τι συνέβαινε στη ζωή της αδερφής του, όπως όφειλε να κάνει. Ξαφνικά ένιωσε ενοχή απέναντι στη Λίζα, εντάξει μεγάλη κοπέλα ήταν αλλά δεν είχε καμιά δικαιολογία για την αδιαφορία που είχε δείξει όλο αυτό τον καιρό απέναντι στην αδελφή του.

     -Θα πω και στη Λίζα να ‘ρθει στο γάμο μας. Είπε αποφασιστικά.                                    

     -Ναι, φυσικά. Συμφώνησε η Κατερίνα.

     -Όταν μιλήσουμε με τους γονείς σου, θα ήθελα να την καλέσω μια μέρα στο σπίτι να γνωριστείτε. Αν ήθελες και εσύ.

     -Φυσικά γιατί να μη θέλω, αδερφή σου είναι.

     -Ωραία.

     -Δημήτρη, περίμενες ότι θα σου αρνηθώ;

      -Όχι. 

     -Ακούγεσαι κάπως αγχωμένος.

    -Μπαίνουμε σε μια νέα συνθήκη. Μέχρι στιγμής ήμασταν οι δυο μας, τώρα θα εισχωρήσουν διάφοροι στην κοινή ζωή μας και κάπως απότομα.

     -Εγώ φταίω γι’ αυτό. Τόσο καιρό σε ανάγκαζα να υπομένεις τον μυστικισμό μου. Άθελα μου δε σου αναγνώρισα την πραγματική αξία που είχες στη ζωή μου.

   -Μην το σκέφτεσαι. Δεν είναι μόνο δική σου η ευθύνη. Έφταιγα κι εγώ. Ήταν το παιχνίδι μας, τώρα που ωριμάσαμε μπορούμε να χειριστούμε καλύτερα την όλη κατάσταση.

     -Δημήτρη σ’ αγαπώ.

     -Κι εγώ σ’ αγαπάω μωρό μου. Συγνώμη αν κάποιες στιγμές έγινα πιεστικός.

     -Όχι, μη μου ζητάς συγνώμη. Είχες δίκιο. Πρέπει να προχωρήσουμε κι αυτό θα το κάνουμε μαζί.

     Ο Δημήτρης κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.

 

   Ήταν Παρασκευή βράδυ και ετοιμαζόμουν για τη συνηθισμένη μου έξοδο με το Γιάννη όταν χτύπησε το τηλέφωνο μου. «Πάλι θ’ αργήσει!» σκέφτηκα, απάντησα χωρίς να κάνω τον κόπο να κοιτάξω την αναγνώριση, κι όμως αντί για το Γιάννη, άκουσα την γνώριμη φωνή του ξάδερφου μου.

     -Νίκο, σαν τα χιόνια, πως και με θυμήθηκες;

     -Παράπονα;

     -Κουβέντα να γίνεται. Πως είσαι; Που βρίσκεσαι;

     -Καλά είμαι, στη συμπρωτεύουσα για μια φωτογράφηση.

     -Α! θα περνάς ωραία. Πόσα μοντέλα έχεις συντροφιά;                 

     -Αρκετά, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.

     -Έχουμε θέμα, για πες.

     -Μη μου το παίζεις εμένα ανήξερη.

     -Ώχου βρε Νίκο, τι λες, δε σε πιάνω.

     -Δεν έχεις σήμα;

    -Στην πραγματικότητα διαύγεια δεν έχω μετά από τόσες ώρες στο δικηγορικό γραφείο. Οπότε άσε τα αινίγματα και λέγε το λόγο για τον οποίο μου τηλεφώνησες, και ελπίζω να αξίζει τον κόπο.

    Περίμενα να σκάσει η βόμβα στα μούτρα μου, στην πραγματικότητα όμως είχε σκάσει στο πρόσωπο του ξάδερφού μου, που χρόνια, τώρα επέμενε να πιστεύει αυτό που ήθελε.

    -Η Κατερίνα είναι εδώ.

   -Την πήρες μαζί σου για φωτογράφηση; Ωραία! είπα και γέλασα, αλλά γνώριζα πολύ καλά ότι ο Νίκος είχε μάθει. Για να είναι εκείνη μακριά από τα Ιωάννινα θα ήταν μαζί της και ο Δημήτρης. Σχεδόν ποτέ δεν την άφηνε να απομακρυνθεί από το σπίτι τους μόνη της, ακόμα και στην Αθήνα ερχόταν, όταν εκείνη επισκεπτόταν τους γονείς της, είχε κάνει φίλους στον στρατό οπότε όλο και κάπου είχε να μείνει. Στο αγροτικό της σε ένα ορεινό χωριό της Πελοποννήσου, κόντεψε να παραιτηθεί από τη δουλειά του και να πάει να γίνει νέος αγρότης για χάρη της. Τελικά καταφέραμε να τον αποτρέψουμε, αλλά ήταν ένα διάστημα που το περνούσαν στο τηλέφωνο, ενώ με κάθε ευκαιρία ο Δημήτρης την επισκεπτόταν.           

    -Έχει και καλύτερο, συνέχισε ο Νίκος το παραμιλητό του, δεν είναι μόνη της, αλλά κόβει βόλτες χεράκι χεράκι με τον αγαπητικό της.

    -Έχει η Κατερίνα σχέση; Α! την απαίσια, δε μου είχε πει τίποτα.

    -Θα είχε τους λόγους της.

    -Όμορφος; 

    -Τον ξέρεις!

    -Ποιος είναι;

    -Ο Δημήτρης Σακάς.

    -Πάλι έμπλεξε μαζί του; Δεν παίρνει από λόγια αυτό το κορίτσι.

    -Άκου να σου πω Στελλίτσα… μάλλον δεν ήταν πολύ καλή η επιλογή μου να κάνω την ανήξερη. Ο Νίκος όπως πολύ σωστά παρατήρησε ο ίδιος δεν ήταν ούτε κανένας βλάκας, ούτε είχε γεννηθεί «χτες». Επίσης γνώριζε καλά την Κατερίνα κι ακόμα καλύτερα εμένα, ενώ η φύση τον είχε προικίσει με μια εξαίρετη μνήμη η οποία συνδύαζε συνέχεια γεγονότα.

  Τη μέρα που έφτασε στη Θεσσαλονίκη έτυχε να δει το Δημήτρη. Δεν του έδωσε σημασία, πολύ πιθανόν να κατοικούσε στη συμπρωτεύουσα, μακριά από τα Ιωάννινα και όπου να ’ναι σκέφτηκε. Το ίδιο βράδυ όμως είδε και την Κατερίνα, χαρούμενος για τη σύμπτωση πήγε να της μιλήσει, όμως στη μνήμη του ήρθε η πρωινή συνάντηση του με το Δημήτρη, οπότε δε βιάστηκε, αντιθέτως περίμενε να δει αν είχε παρέα και κυρίως ποιόν. Του έκανε εντύπωση που τα δύο συγκεκριμένα πρόσωπα βρίσκονταν την ίδια περίοδο στην ίδια πόλη, και μάλιστα σε μια πόλη που κανένας φίλος ή μέλος της οικογένειας μας δε ζούσε εκεί. Και όπως πολύ σωστά είχε μαντέψει, λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκε ο Δημήτρης και αφού της έσκασε ένα φιλί στα χείλη κάθισε μαζί της. Και τι ήταν αυτό που τον έκανε να πιστέψει ότι εγώ γνώριζα για την σχέση τους; Θυμήθηκε ότι το βράδυ, παραμονές της κηδείας, μας βρήκε αγκαλιασμένους στην αυλή, και όταν με ρώτησε, εγώ απλά ανασήκωσα τους ώμους μου και έφυγα.

    -Αστυνομικό μυθιστόρημα το κατάντησες. Τόλμησα να μιλήσω.

    -Ώστε ήξερες, άρχισε να μου ξεφωνίζει στο τηλέφωνο, πόσο καιρό είναι ξανά μαζί;

    -Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι χώρισαν κάποτε;

    -Όχι; 

    -Όχι, είναι μαζί από εκείνο το καλοκαίρι που τους είχες δει στον καταρράκτη, πάνω από έξι χρόνια τώρα. Παραδέξου το Νίκο, έπεσες έξω για το Δημήτρη, όπως έπεσα κι εγώ. Την αγαπά την Κατερίνα, οπότε ηρέμησε, πάψε να κάνεις σαν ζηλιάρης εραστής και αποδέξου το.

   Αντί για απάντηση, ο ξάδερφος μου έκλεισε το τηλέφωνο, για δεύτερη φορά ανασήκωσα τους ώμους μου αδιάφορα και πήγα να ντυθώ αφού σε λίγο θα ερχόταν ο Γιάννης.

 

    Όσο περνούσαν οι μέρες ολοένα και περισσότερο άρεσε της Κατερίνας η ιδέα ότι επιτέλους θα επισημοποιούταν η σχέση της με το Δημήτρη, ενώ συχνά απορούσε με τον εαυτό της πως είχε αντέξει όλα αυτά τα χρόνια να παραμένει κρυμμένη στο σκοτάδι, να μην τολμά να πάρει τον άνθρωπο της από το χέρι και να κάνει μια βόλτα μαζί του στην πόλη. Λίγη υπομονή θα έκαναν ακόμα, αφού θα έπρεπε να περιμένουν ως το Πάσχα, να το μάθουν από τους ίδιους οι γονείς της κι όχι από κανέναν γνωστό που έτυχε να τους δει. Τους είχε κάνει καλό τελικά το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη. Η να παραδεχτεί ότι όσο κι αν αγαπιόνταν με τον τρόπο που ζούσαν έχαναν τη μισή ευτυχία του έρωτα τους.      

     Βέβαια όσο πλησίαζε ο καιρός να ξεκαθαρίσει την κατάσταση και να μιλήσει στους γονείς της για την σχέση της, ένιωθε παράξενα και ένα άγχος γεννιόταν μέσα της. Όμως μια αγκαλιά του, μια απλή γλυκιά ματιά του, της έδιναν δύναμη. Είχε γίνει πολύ τρυφερός από όταν είχαν επιστρέψει στα Ιωάννινα. Σαν να είχαν επιστρέψει στο πρώτο στάδιο του έρωτα τους. Όταν ο ένας προσπαθούσε να γνωρίσει τον άλλον, όταν έδιναν τον καλύτερο τους εαυτό. Ό,τι τους είχε διχάσει όλο αυτό τον καιρό είχε πάψει πλέον να υφίσταται.

    Το σπίτι τους είχε γεμίσει με περιοδικά γάμου. Η Κατερίνα δεν μπορούσε να αρνηθεί τη γυναικεία της φύση, όπου ήθελε να πραγματοποιήσει τον ονειρεμένο γάμο της, ήθελε να είναι όμορφη μέσα στο ολόλευκο νυφικό της και να μοιάζει σαν πριγκίπισσα για τον πρίγκιπα της.

    -Πότε όρισες ημερομηνία; Την πείραξε ένα βράδυ όταν μπήκε στο σπίτι και την είδε να χαζεύει ένα περιοδικό με συμβουλές για ένα ανεπανάληπτο γάμο.

    -Δεν ξέρω ακόμα, καλοκαίρι θα είναι πάντως.              

    -Θα καλέσεις όλο το χωριό;

   -Όχι, η οικογένεια μου είναι αρκετή, με τόσα μέλη φτιάχνουμε χωριό μόνοι μας, φυσικά θα καλέσουμε κι όποιον άλλον θες εσύ. Από την οικογένεια σου, από τους φίλους σου.

    -Εγώ δεν έχω πολύ κόσμο, το ξέρεις.

    -Κάλεσε όποιον σε κάνει να νιώθεις καλά και τον θες να παρευρίσκεται στην χαρά μας.

    -Δε θα σε πείραζε;

    -Τι να με πειράξει αγάπη μου, δεν παντρεύομαι μόνη μου. Αλήθεια πότε λες να καλέσουμε την αδερφή σου;

    -Αφού γνωριστώ με τους γονείς σου.

    -Γιατί αυτό; Μίλα με την κοπέλα και πες της να έρθει, που θα περιμένουνε να έρθει το Πάσχα να γνωρίσεις τους γονείς μου πρώτα.

    -Η Λίζα μιλάει πολύ, δε θέλω να μαθευτεί κάτι πριν συναντηθώ με τους δικούς σου και έχουμε εμφράγματα.

    -Τα εμφράγματα ούτως ή άλλως δεν τα γλιτώνουμε.

    -Οπότε μια ψυχή που είναι να βγει ας βγει μια ώρα αρχύτερα;

    -Δεν ξέρω, κάνε ότι καταλαβαίνεις.

    -Κατερίνα ασ’ τους λίγο αυτούς. Από την στιγμή που μιλήσαμε για γάμο όλο σε άλλους αναφέρεσαι.

    -Μέχρι να φτιάξουμε τη λίστα των καλεσμένων μας.

    -Άσε τις λίστες για λίγο, μπορεί οι γονείς σου να πουν όχι.

    -Να σου θυμίσω ότι δε ζούμε στο 1950, που ακόμα και τότε αν μια γυναίκα και ένας άντρας αγαπιόνταν στην ανάγκη κλέβονταν. Οπότε αν οι γονείς μου θέλουνε η κόρη τους να είναι ευτυχισμένη, ας πάρουνε απόφαση ότι θα έχουν κι εσένα γιο. Άλλωστε γιατί να πουν όχι, είσαι αξιολάτρευτος, μόλις σε γνωρίσουν θα σε αγαπήσουν, όσο γι’ αυτό είμαι σίγουρη.

    Ο Δημήτρης ακούμπησε το κεφάλι του στην κοιλιά της. Αγαπημένο κορμί, τόσα χρόνια μαζί κι όμως δεν είχε μειωθεί καθόλου το ενδιαφέρον και η αγάπη του γι’ αυτό. Άραγε ο λόγος να ήταν το κρυφτούλι που έπαιζαν στους δικούς της και στον έξω κόσμο, όλα αυτά τα χρόνια! Οι μυστικές σχέσεις ασκούν άλλη δυναμική στα μέλη της. Όλος αυτός ο μυστικισμός είχε τη γοητεία του όμως μετά από έξι χρόνια όλη αυτή η κατάσταση μετατρέπεται από γοητευτική που μπορεί να ήταν τον πρώτο καιρό, σε κουραστική. Δεν μπορείς να βλέπεις τον άνθρωπο που αγαπάς μόνο μέσα σε τέσσερις τοίχους, κάτι τέτοιο φθείρει την σχέση. Σ’ αναγκάζει να βρεις διέξοδο και ο Δημήτρης δεν είχε καταφέρει να αντισταθεί πάντα στον πειρασμό. Πριν από την Λόπη, που το τράβηξε μόνο και μόνο για λόγους εκδίκησης, είχε συνάψει σχέση και με άλλες γυναίκες. Τις οποίες έπρεπε εξαιτίας της Κατερίνας να κρατάει κρυφές, αφού σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να χωρίσει με το κορίτσι του. Ένας φαύλος κύκλος ήταν η ερωτική ζωή του Δημήτρη. Αφού όπως κρατούσε κρυφές τις περιπετειούλες του, έτσι έκανε και με την γυναίκα της ζωής του. «Πρέπει να είμαι τρελός», συλλογιζόταν συχνά. Ευτυχώς την κατάλληλη ώρα η Κατερίνα πήρε αποφάσεις, ήταν ζήτημα το πόσο ακόμα θα άντεχε έτσι. Πήρε το χέρι της από το μάγουλο του και το φίλησε. Ήξερε τις γραμμές της παλάμης της καλύτερα από ότι της δικής του.        

    -Είσαι σίγουρη γι’ αυτό που πάμε να κάνουμε;

    -Φυσικά.

    -Και δε θα το μετανιώσεις;

   -Τι ερώτηση. Μήπως άρχισες να το μετανιώνεις εσύ; Ξέρεις ότι από την στιγμή που θα γίνω γυναίκα σου και θα επισημοποιηθεί η σχέση μας, τέρμα, δε θα μπερμπαντεύεις δεξιά και αριστερά.

    -Τι εννοείς;

    -Ότι τέλος ο ποδόγυρος.

    Ανασηκώθηκε και την κοίταξε στα μάτια, άραγε ήξερε ή απλά προσπαθούσε να τον ψαρέψει.

    -Ποιος ποδόγυρος; Εγώ δεν έχω μάτια για άλλη.

    -Και καλά κάνεις, γιατί θα στα βγάλω και θα στα δώσω να τα φας.

    -Υπέροχα, ευτυχώς μαγειρεύεις καλά.

    -Μη με κοροϊδεύεις.  

    -Τι έγινε ζηλεύουμε;

    -Δεν ξέρω αν ζηλεύετε, εγώ πάντως δεν ζηλεύω.

    -Τότε;

    Η Κατερίνα πήρε μια ειρωνική έκφραση και δεν του απάντησε, ο Δημήτρης φίλησε το χέρι της, και γονάτισε μπροστά της, βγάζοντας ένα κουτί με ένα δαχτυλίδι από την τσέπη του που της το πέρασε στο δάχτυλο.     

    -Τι είναι αυτό;

    -Επειδή είμαι παραδοσιακός άντρας, αν και σε άφησα να κάνεις εσύ την πρόταση του γάμου μας, και απέσπασες το ναι με γκρίνια, θέλω να ξέρεις ότι θέλω πολύ να γίνουν όλα σωστά και να ζήσω πλάι σου για πάντα. Αυτό είναι το δαχτυλίδι της πρότασης που εγώ θα έπρεπε να σου είχα κάνει.

    -Αν περίμενα από σένα…

    -Μην το συζητήσουμε αυτό τώρα. Μέσα στην βδομάδα αν θες κι εσύ και δε θεωρείς ότι βιάζομαι πάμε να πάρουμε τις βέρες, το φιλί που του έδωσε στο στόμα τον διέκοψε.

    -Ναι.

    -Τι ναι; Δεν είχα ολοκληρώσει ακόμα, σκεφτόμουνα να αρραβωνιαζόμασταν τη Δευτέρα του Πάσχα, παρουσία των δικών σου.

    -Θα το έχουν χωνέψει οι γονείς μου μέχρι τότε;

    -Μα είμαι αξιολάτρευτος, θα με αγαπήσουν.

    -Ναι σωστά, είπε και χώθηκε στην αγκαλιά του.          

 

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

 

    Όλα φαίνονταν να έχουν πάρει τον δρόμο που επιθυμούσε ο Δημήτρης. Η Κατερίνα ήταν αποφασισμένη να παλέψει για εκείνον, κι όμως βαθιά μέσα του ήταν ανήσυχος, δεν γνώριζε τι ακριβώς, αλλά περίμενε από στιγμή σε στιγμή να συμβεί κάτι και να καταστρέψει σαν ντόμινο ό,τι είχε χτίσει με κόπο και αγάπη ως εκείνη την στιγμή στη ζωή του. Κι αυτή η απειλή, που δεν την ονομάτιζε αλλά ήξερε καλά περί τίνος πρόκειται, ήρθε και τον συνάντησε στο συνεργείο που δούλευε. 

    Ήταν λίγο πριν από το σχόλασμα, όταν το αφεντικό τον φώναξε κα του έδωσε τα κλειδιά ενός αυτοκινήτου, για να πάει να το παραδώσει στον ιδιοκτήτη του, και μαζί του έδωσε και την απόδειξη όπου όριζε το ποσό που θα έπρεπε να πληρωθεί για την αποκατάσταση της βλάβης. Ο Δημήτρης με παιδικό ενθουσιασμό μπήκε στη BMW και έβαλε μπρος. Δεν πρόλαβε να κάνει λίγα μέτρα όταν πάνω στο πολυτελή αυτοκίνητο έπεσε ένα κορίτσι. Τρομαγμένος πάτησε το φρένο και βγήκε από αυτό. Το κορίτσι είχε σκυμμένο το κεφάλι και με τα δυο του χέρια στηριζόταν στο καπό.

    -Είσαι καλά;

    Το κορίτσι σήκωσε το κεφάλι του και τον κοίταξε στα μάτια.

    -Σου φαίνομαι καλά; τον ρώτησε όσο πιο απλά μπορούσε.

    -Λόπη! Τι θες εδώ;

     -Να σου μιλήσω.

    Γύρισε και κοίταξε πίσω του, το φρενάρισμα, λόγω της χαμηλής ταχύτητας που είχε το αμάξι, δεν είχε ακουστεί. Το αφεντικό και ο συνάδελφος του, που δοκίμαζαν εκείνη την στιγμή ένα άλλο αυτοκίνητο, δεν είχαν πάρει είδηση τι είχε συμβεί ελάχιστα μόλις μέτρα από την έξοδο του συνεργείου.

    -Μπες μέσα στο αμάξι. Της είπε επιβλητικά. Εκείνη που δεν ήθελε και πολλά παρακάλια τον υπάκουσε.            

    Ο Δημήτρης επέστρεψε στη θέση του οδηγού και ξεκίνησε βιαστικά, δεν ήθελε να βγει κάποιος από τον συνεργείο και να δει ότι ήταν ακόμα εκεί, και μάλιστα είχε στο ξένο αυτοκίνητο μια άγνωστη σε αυτούς γυναίκα. Κοιτάζοντας τον δρόμο μπροστά του και μη ρίχνοντας της ούτε μία ματιά προσπαθούσε να βρει την αυτοκυριαρχία του. Μα ούτε η Λόπη μιλούσε, καθόταν πειθήνια δίπλα του, λες κι αυτό της αρκούσε, περιμένοντας μια δική του κουβέντα.

    -Λοιπόν σε ακούω.

    -Θέλω να με κοιτάς.

    Της έριξε μια βιαστική ματιά.

    -Οδηγώ.

    -Πάμε κάπου να κάτσουμε να μιλήσουμε σαν άνθρωποι.   

    -Πρέπει να παραδώσω το αμάξι, κι όπως καταλαβαίνεις δεν μπορώ να το παραδώσω με σένα μέσα, οπότε ό,τι είναι να πεις πες το, μην καθυστερείς.

    -Δεν μπορούμε να μιλήσουμε έτσι. Γιατί μου φέρεσαι με αυτό τον τρόπο, τι σου έχω κάνει;

    -Πλάκα έχεις! Ο Δημήτρης σταμάτησε απότομα το αυτοκίνητο. Πήγαινε και περίμενε με στο Μόλο. Μόλις τελειώσω με την παράδοση θα έρθω να σε βρω.

    -Θα αργήσεις;

    -Δεν ξέρω.

    -Θα έρθεις; Σίγουρα;

    Της έριξε μια θυμωμένη ματιά.

    -Μάλλον.

    -Τι σημαίνει αυτό;

    -Λόπη να χαρείς ό,τι αγαπάς, βιάζομαι.

   Μνήμες και φόβοι με μιας γέμισαν την καρδιά του Δημήτρη. Τελικά δεν είχε τελειώσει με το παρελθόν, θριαμβευτικά είχε επανέλθει στην επιφάνεια και απειλούσε να καταστρέψει τα πάντα. Δεν ήξερε πως έπρεπε να χειριστεί την όλη κατάσταση. Ίσως θα ήταν καλύτερα να μην εμφανιζόταν στη συνάντηση με τη Λόπη, θα έπαιρνε το μήνυμα και δε θα τον ενοχλούσε ξανά. Αλλά όχι, από τη μία αυτό θα ήταν ανέντιμο, όχι ότι της είχε φερθεί έντιμα ρίχνοντας την στο κρεβάτι, επιπλέον η Λόπη μπορεί να έφτανε στα άκρα. Έπρεπε να της μιλήσει, να την ηρεμίσει, να της εξηγήσει ότι όσα συνέβησαν μεταξύ τους ήταν λάθος που σε καμιά περίπτωση δε θα μπορούσαν να το επαναλάβουν. Δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να της δείξει τα πραγματικά του αισθήματα, να την κάνει να καταλάβει ότι ο σκοπός του εκείνο το βράδυ ήταν η εκδίκηση και μόνο. Αντιθέτως  έπρεπε να την πείσει πως ήταν μια επιπολαιότητα, στην ανάγκη να πάρει όλη την ευθύνη πάνω του, να της πει ότι παρασύρθηκε από τον πόθο του, αλλά ως εκεί, δεν μπορούσαν να συνεχίσουν. Υπήρχαν ηθικοί φραγμοί. Αργά ή γρήγορα θα μισούσε ο ένας τον άλλον. Όταν θα περνούσε το πρώτο στάδιο, αυτή δε θα μπορούσε να βλέπει στο πρόσωπο του άλλον από το γιο του φονιά του αδερφού της κι αυτός θα αντίκριζε σε εκείνη την ολοκληρωτική καταστροφή της οικογένεια του. Αυτό έπρεπε να της δώσει να καταλάβει, ήταν η μόνη του ελπίδα να τελειώνει με το παρελθόν και να ζήσει ευτυχισμένος με την Κατερίνα, φτάνει να φερόταν με ευγένεια στο πρόσωπο που αντιπροσώπευε όλα τα σφάλματα της οικογένειας του. Άλλωστε και εκείνη δεν είχε περάσει λίγα εξαιτίας της δικής του οικογένειας, είχαν πληρώσει και οι δύο το τίμημα και μάλιστα ακριβά, οπότε έπρεπε να συμφιλιωθούν και να προχωρήσουν στη ζωή τους παρακάτω και χωριστά, αυτό έπρεπε να της το τονίσει.

 

    Αφού τελείωσε με την παράδοση πήγε στον μόλο για να τη συναντήσει. Η καρδιά του όμως ήταν γεμάτη από αμφιβολίες, φόβο και θυμό. Τι στην ευχή ήθελε; Τόσο ανόητη ήταν; Πως μπορούσε να του ζητάει κουβέντες και εξηγήσεις. Στη θέση της θα είχε εξαφανιστεί, θα ευχόταν να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Δε θα επιθυμούσε ποτέ ξανά να δει το γιο του άντρα που αυτοκτόνησε στη φυλακή για χάρη της. Βέβαια αν δεν ήταν αφελής δε θα είχε αφεθεί ούτε στα γεμάτα κατανόηση λόγια του Δημήτρη. Προσπάθησε να ηρεμίσει, έπρεπε να ελέγξει απόλυτα τον εαυτό του, δεν έπρεπε να καυγαδίσει μαζί της, κάτι τέτοιο σε καμία περίπτωση δε θα τον συνέφερνε, θα έπρεπε να αποτρέψει οποιαδήποτε σκηνή που θα μπορούσε να του κάνει.                 

    Την είδε από μακριά να κάθετε και να τον περιμένει κοιτάζοντας τη λίμνη και ο θυμός που υπήρχε στην καρδιά του μετατράπηκε σε θλίψη. Τόσο ο πατέρας του όσο κι ο ίδιος ευθύνονταν για την κατάσταση της, για τις τύψεις που έκρυβε στην καρδιά της, για τον πόνο που κουβαλούσε και που ποτέ δε θα κατάφερνε να ξεπεράσει. Ήταν το θύμα του πατέρα του, όταν έμπλεξε μαζί του ήταν σε πολύ νεαρή ηλικία, κι εκείνος το εκμεταλλεύτηκε. Τη θεώρησε μια ευκαιρία για εκείνον και της επέτρεψε να ξαπλώσει στα σεντόνια του, κι ας ήταν τέσσερα χρόνια μικρότερη από την μόλις ενήλικη κόρη του. Όσο κι αν τον πίεζε εκείνη, όσο βλάκας κι αν ήταν ο ίδιος, έπρεπε να τη διώξει και να μη ζητάει μπελάδες, γιατί τελικά μόνος του έφαγε το κεφάλι του και μαζί του την πλήρωσε και ο αδερφός της. Αλλά κι ο ίδιος ο Δημήτρης δεν ήταν καλύτερος, στο όνομα μιας άτιμης εκδίκησης εκμεταλλεύτηκε και έγινε δήμιος για δεύτερη φορά της ψυχής αυτού του κοριτσιού που τώρα καθόταν και τον περίμενε. «Ανάθεμα σε πατέρα, ανάθεμα κι εμένα!» Αν ήθελε να ήταν σωστός θα έπρεπε να πέσει στα πόδια της και να βάλει τα κλάματα, να της ζητήσει χίλιες φορές συγνώμη για τα λάθη τα δικά του και του πατέρα του. Ναι, ίσως. Αλλά θα έπρεπε να είναι ένας άλλος, κι όχι αυτός που ήταν.

    Σύγκρινε τη ζωή του με τη δική της και αντιλήφθηκε ότι ήταν σε καλύτερη θέση από εκείνη. Η Λόπη είχε χάσει ένα αγαπημένο πρόσωπο και ένιωθε ενοχές για τις πράξεις της, που όταν τις έκανε δεν ήξερε που θα την οδηγούσαν. Κι όμως παρά το βαρύ φορτίο του θανάτου του αδερφού της, όταν έμαθε για την αυτοκτονία του Αποστόλη μέσα στις φυλακές, αντί να ανακουφιστεί όπως θα ήταν φυσικό, εκείνη στενοχωρήθηκε ειλικρινά, επιβαρύνοντας τον εαυτό της με ένα επιπλέον ηθικό βάρος. Από την πλευρά του εκείνος έχασε μεν έναν άνθρωπο δικό του, ο οποίος όμως κατά προσωπική του ομολογία, σε όλη του τη ζωή του προκαλούσε ντροπή και ήταν ο βασικός λόγος που είχε παρασυρθεί σε ένα σωρό παρανομίες. Όλη αυτή η απέχθεια για τον πατέρα του τον γέμισε με κάποιου είδους ενοχές όταν έμαθε για το θάνατο του, με αποτέλεσμα ανταμώνοντας κάποια στιγμή την κατά την γνώμη του υπεύθυνη στο δρόμο του, να την βρει ως εξιλαστήριο θύμα για να εκδικηθεί για τη δική του αποστροφή προς τον πατέρα του. 

    Επιπλέον η Λόπη είχε τιμωρηθεί για ό,τι είχε πράξει η ίδια ή είχε αναγκάσει τους άλλους να πράξουν. Εκτός από τον αδικοχαμένο αδερφό της όλη η οικογένεια της είχε διαλυθεί, είχαν σκορπίσει. Από την πλευρά του ο Δημήτρης είχε απαλλαχτεί από μια οικογένεια που μια ζωή τον βάραινε, ενώ ήταν έτοιμος να δημιουργήσει τη δική του, με τη γυναίκα που αγαπούσε πάνω κι από τη ζωή του. Μπορούσε να αναγνωρίσει καθαρά πια ότι η Λόπη είχε σταθεί θύμα για τον πατέρα του αλλά και για τον ίδιο και όχι το αντίστροφο, όπως τόσα χρόνια ήθελε να πιστεύει. Σίγουρα είχε και αυτή ευθύνες αλλά όχι στον βαθμό το δικό τους. Τη δουλειά που είχε ξεκινήσει ο πατέρας ήρθε να την ολοκληρώσει ο γιος. Τώρα τι θα μπορούσε να κάνει γι’ αυτήν, ήταν αργά, όταν έπρεπε να σταματήσει αυτό που ο ίδιος ονόμαζε εκδίκηση, δεν το έκανε. Κι όμως υπήρχε κάτι τελευταίο που έμενε να κάνει, μικρής αξίας βέβαια μπροστά στα όσα είχαν συμβεί, αλλά θα έπρεπε να της διασώσει την αξιοπρέπεια, ή ό,τι είχε απομείνει από αυτή! Πήγε και κάθισε απέναντί της. Γύρισε και τον κοίταξε.

    -Νόμιζα ότι δε θα ερχόσουν.

    -Αφού σου είπα ότι θα το κάνω.

    -Ήσουν κάπως απότομος!

    -Ήμουν νευρικός. Πως ήθελες να αντιδράσω, έπεσες μπροστά στο αμάξι που οδηγούσα, με τρόμαξες.

    -Συγνώμη.

    -Μην το σκέφτεσαι. Πες μου είσαι καλά;

    -Ναι. Κι εσύ;

    -Κι εγώ. Γιατί ήθελες να μου μιλήσεις;

    -Εκείνο το πρωί έφυγες χωρίς μία κουβέντα. Γιατί;

    -Δεν είχα κάτι να πω. Δεν έπρεπε να παρασυρθούμε, ήταν λάθος, και φταίω εγώ. Είχα πιει… Ντρεπόμουν τον εαυτό μου, εσένα.

    -Δε ντρεπόσουν περισσότερο από μένα.

    -Ωχ Λόπη, ας το ξεχάσουμε.

    -Πρώτα όμως θέλω να το ξεκαθαρίσουμε. Φέρνω συνέχεια στο μυαλό τα λόγια που μου έλεγες όταν μου έκανες έρωτα και νιώθω σαν να ήθελες να πάρεις εκδίκηση. Έτσι είναι;

    -Έγιναν πολλά Λόπη. Δημιουργήθηκε μια κατάσταση από επαναλαμβανόμενα λάθη και τα πληρώσαμε όλοι, και ακόμα τα πληρώνουμε. Κι αν δεν τα βρει ο καθένας με τον εαυτό του, μια ζωή δε θα του φτάσει για να ξεχρεώσει.

    -Εσύ τα έχεις βρει με τον εαυτό σου; 

    -Προσπαθώ, αλλά δεν τα καταφέρνω πάντα.

   -Μακάρι να μπορούσα να τα καταφέρω τις μισές φορές. Δείξε μου τον τρόπο Δημήτρη. Δεν αντέχω άλλο, μέχρι να εμφανιστείς εσύ νόμιζα ότι μπορούσα να ξεχάσω, όμως βρέθηκες μπροστά μου κι όλα έγιναν πάλι δύσκολα. Μετά από κείνο το βράδυ εννοώ. Στην αρχή που κάναμε απλά παρέα ήταν σα να έπαιρνα άφεση. Κι όμως γι’ άλλη μια φορά ήρθαν τα πάνω κάτω στη ζωή μου.

    -Δεν ξέρω τον τρόπο Λόπη, δεν έχω κάνει λιγότερα λάθη από σένα, ούτε ξέρω πως θα  μπορέσω να βρω την ευτυχία. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ζω και να περιμένω να δω τι θα μου φέρει το αύριο. Δεν παραιτούμαι μα και δεν αγωνίζομαι, προσπαθώ να κάνω ένα βήμα τη φορά, κι όμως είναι ώρες που κάνω πίσω ολοταχώς πάνω από δέκα βήματα ή νομίζεις ότι δεν έχει επιπτώσεις σε μένα η βραδιά μας. Έφυγα από το σπίτι σου κουρέλι, έπεσα άρρωστος, όταν το θυμάμαι σιχαίνομαι τον εαυτό μου. Μικρός, όταν εσύ είχες σχέση με τον πατέρα μου, έκανα πολλές βλακείες που οι επιπτώσεις τους επέστρεψαν πίσω σε μένα, όμως νόμιζα ότι είχα αλλάξει αλλά αντί γι’ αυτό φέρθηκα απαίσια και στους δυο μας.

    -Δεν πιστεύεις ότι εμείς οι δυο θα μπορούσαμε…

    -Τι να μπορούσαμε Λόπη; Τη διέκοψε απότομα.

    -Δεν ξέρω. Ντράπηκε για τις ελπίδες που έκρυβε ως εκείνη την στιγμή στην καρδιά της και που η ήρεμη όψη του Δημήτρη και τα καθησυχαστικά του λόγια τις είχαν πυροδοτήσει. Να απλά, να είμαστε φίλοι.

    -Μακάρι να μπορούσαμε.

    -Αλλά ποιος μας εμποδίζει;

    -Μα το ρωτάς; Το κοινό παρελθόν μας, κοίτα πόσο κακό έκανε η οικογένεια μου στη δική σου, και πόσο κακό έκανες εσύ στη δική μου οικογένεια. Μπορεί να ήσουν μικρή αλλά αυτό δεν αλλάζει τα γεγονότα.

     -Ναι, αλλά αφού τα καταφέραμε μια φορά.

     -Και κοίτα που καταλήξαμε, να κάνουμε έρωτα και να γεμίσουμε ενοχές και ντροπή. Δεν σκεφτήκαμε τους ανθρώπους μας που θυσιάστηκαν.

    -Ίσως έχεις δίκιο, μα αυτοί πια τελείωσαν, πάνε, ανήκουν στο παρελθόν.

    -Πως μπορείς να θεωρείς παρελθόν τον αδερφό σου, όταν εσύ είχες την ευθύνη;

    -Ξέρω τι σκέφτεσαι, όμως Δημήτρη κατάλαβε και εμένα, από την ώρα που έγινε το φονικό ήταν σαν να ήμουν και εγώ νεκρή κι ήρθες εσύ και αυτό το σκηνικό άλλαξε.

    Αυτό το κορίτσι σε καμία περίπτωση δεν καταλάβαινε με το καλό. Ένα σωρό βρισιές ανέβηκαν στο στόμα το Δημήτρη, όμως κατάφερε να τις συγκρατήσει, αν αφηνόταν να παρασυρθεί είχε χάσει το παιχνίδι, ακόμα κι αν ήταν το μόνο που άξιζε στη συνομιλήτρια του. Κερδίζοντας την αυτοκυριαρχία του ξαναμίλησε.

    -Δεν καταλαβαίνω τι ζητάς; Και αυτά που λες δε μου δίνουν την εντύπωση ότι  απλά θες να είμαστε φίλοι.

    -Σωστά κατάλαβες. Είπε και χαμήλωσε το βλέμμα της έτοιμη να ακούσει την κατσάδα.

   -Ας υποθέσουμε ότι κάναμε τα πάντα πέρα και αποφασίζαμε να κάνουμε αυτό που θες, ακόμα κι αν τα καταφέρναμε αυτό θα κρατούσε λίγο, όταν θα περνούσε όλη αυτή η μαγεία, η οποία θες να πιστεύεις ότι σε επανέφερε στη ζωή, τι θα έμενε; Σκέψου να διαφωνήσουμε και να καυγαδίσουμε πόσο σκληρά λόγια θα πει ο ένας στον άλλον.

    -Δε θα σου έλεγα ποτέ κάτι που να σε πονέσει.

    -Μπορεί να σου έλεγα εγώ όμως. Δε θέλω να σκεφτείς άσχημα, όμως το μόνο που νιώθω για σένα είναι οίκτος.

    -Ο οίκτος σε έσπρωξε εκείνο το βράδυ;

   -Πόθος, τίποτα περισσότερο. Αλλά και εσύ για μένα δε νιώθεις κάτι πραγματικά. Είσαι μπερδεμένη, εξαιτίας της παράλληλης πορείας μας, πιστεύεις, νιώθεις, ότι μόνο εγώ μπορώ να σε καταλάβω απόλυτα. Γι’ αυτό αφέθηκες. Δεν μπορούμε να είμαστε μαζί, δε γίνεται, για το καλό και των δυο μας. Ας τραβήξει ο καθένας τον δρόμο του και αν ποτέ ανταμωθούμε τυχαία καλύτερα θα ήταν να αγνοήσουμε ο ένας τον άλλον.

    -Τόσο πολύ;

    -Όταν θα περάσει ο καιρός θα καταλάβεις ότι είχα δίκιο, είπε και σηκώθηκε, εγώ δεν έχω κάτι άλλο να πω και ούτε πιστεύω ότι υπάρχει κάτι άλλο να ακούσω.

    Η Λόπη τον κοίταξε, τα μάτια της ήταν βουρκωμένα, η φωνή δεν μπορούσε να βγει από τα χείλη της, έτσι προτίμησε να κάνει έναν μορφασμό και να σηκώσει το χέρι της σα σινιάλο αποχαιρετισμού..

    -Αντίο Λόπη, ελπίζω να βρεις αυτό που χρειάζεσαι στη ζωή σου σύντομα.

    Η Λόπη έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι της κι εκείνος έφυγε.

 

    Γύρισε στο σπίτι του λυπημένος μα κι ανακουφισμένος. Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να κάνει με το να της μιλήσει ήσυχα. Έδειξε ότι κατάλαβε, είχαν κλείσει τους λογαριασμούς τους και τώρα μπορούσε να ζήσει ήρεμα στο πλευρό της αγαπημένης του. Καλύτερα που είχε πάει να τον ανταμώσει, τώρα συνεννοηθήκαν, ξεκαθάρισαν και δε θα είχε καμία απροσδόκητη και κυρίως δυσάρεστη έκπληξη. Μπήκε στο σπίτι και βρήκε την Κατερίνα να κάθετε στον καναπέ και να χαζεύει ένα από εκείνα τα περιοδικά με τα οποία είχε γεμίσει το καθιστικό τον τελευταίο καιρό.

    -Πολύ δουλειά σήμερα;

    -Μη ρωτάς! Είπε και κάθισε στον καναπέ δίνοντας της ένα φιλί στα χείλη, ύστερα κουρασμένα ξάπλωσε και ακούμπησε το κεφάλι του στα πόδια της.               

   Άραγε αν δεν υπήρχε η Κατερίνα στη ζωή του πόσο θα τράβαγε την εκδίκηση του; Γιατί αναμφίβολα η Κατερίνα ήταν ο λόγος που ο Δημήτρης αντιλαμβανόταν πλέον καθαρά ότι η Λόπη δεν έφταιγε για όσα ο ίδιος και ο πατέρας του είχαν τραβήξει και ότι οι ίδιοι ήταν υπεύθυνοι στην πραγματικότητα.

    Αν ήταν μόνος του θα είχε αλλάξει; Θα ήθελε να δει την αλήθεια ή θα οδηγούσε το αθώο θύμα του στην αυτοκτονία, όπως τόσες φορές είχε ήδη σκεφτεί να κάνει. Ξαφνικά ανησύχησε. Κι αν άθελα του την είχε σπρώξει στην αυτοκτονία με όλα όσα της είπε! Έπρεπε να επικοινωνήσει με κάποιον δικό της, η Λόπη χρειαζόταν διακριτική επιτήρηση. Μακάρι να ανησυχούσε άδικα, αλλά όπως έλεγε και η γιατρίνα του, η πρόληψη είναι προτιμότερη από τη θεραπεία. Σηκώθηκε από τα πόδια της, και απομονώθηκε στο δωμάτιο να βρει τα κατάλληλα τηλέφωνα.

 

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

 

    Όταν η Κατερίνα μου ανακοίνωσε ότι παντρεύεται το πρώτο πράγμα που την ρώτησα ήταν: «Ποιόν;» Ακόμα κι αν γνώριζα από χρόνια για την σχέση τους, ποτέ δεν πίστευα ότι θα έκανε το επόμενο βήμα μαζί του. Θεωρούσα ότι θα έμεναν μαζί μέχρι ο ένας από τους δύο να βαρεθεί και να δώσει τέλος σε αυτή την σχέση, πληγώνοντας τον άλλο. Υπήρχε πάντα η πιθανότητα βέβαια, να περάσουν μια ζωή ενωμένοι, χωρίς όμως να το μάθει ποτέ κανένας άλλος και αντίο όνειρα για παιδιά και οικογένεια.

    Όμως να που διέψευσαν τις υποψίες μου. Αλλά για μια στιγμή.

    -Να φανταστώ ότι ο γάμος θα είναι σε πολύ κλειστό κύκλο, εσύ, ο γαμπρός, κι εγώ κουμπάρα.

    -Όντως σκεφτόμαστε να είσαι εσύ η κουμπάρα, άμα είσαι σύμφωνη,  αλλά ο γάμος δε θα είναι και τόσο κλειστός όσο φαντάζεσαι.

    -Κατερίνα πες μου ότι δεν είσαι έγκυος.

    -Αν δε με άφησες εσύ έγκυο μετά από αυτό το τηλεφώνημα, όχι.

    -Και πως το αποφασίσατε;

    -Γιατί ρωτάς συνέχεια το ίδιο πράγμα;

    -Από το σοκ.

    -Δηλαδή πιστεύεις ότι δεν κάνω το σωστό;

    -Αμφιβολίες ακούω. Εσύ δεν πιστεύεις ότι κάνεις το σωστό;

    Ένας γάμος είναι σίγουρα μια μεγάλη απόφαση, τουλάχιστον μέχρι να τον κάνεις, αλλά και πάλι ήταν μαζί τόσα χρόνια, έπρεπε να προχωρήσουν μπροστά. Από την άλλη πάντα φοβόταν την αντίδραση της οικογένειας.

    -Καλά μην τρελαίνεσαι, δε θα είναι το καλύτερο τους αλλά αργά ή γρήγορα θα το δεχτούνε, άλλωστε ευτυχώς για εσάς, η οικογένεια μας δεν ανήκει ούτε στην αριστοκρατία, ούτε στη μαφία. Μόνο για καλό και για κακό όταν θα το ανακοινώνεις στους γονείς σου να έχεις και τα υπογλώσσια κοντά, μην μείνει κανείς στον τόπο και αντί για γάμο έχουμε κηδεία.

    -Φάε την γλώσσα σου γρουσούζα.

    -Να υποθέσω ότι θα το ανακοινώσεις Κυριακή του Πάσχα;

    -Λίγο νωρίτερα, ώστε Κυριακή να έρθει στο σπίτι.

    -Τη Μεγάλη Παρασκευή να προτιμήσεις, θα τους έρθεις κουτί. Φαντάζομαι την αμηχανία της Κυριακής.

    -Καλά, η φαμίλια μας έχει μια μανία να φέρνει τον κόσμο σε αμηχανία.

    -Πίστεψε με, αυτή τη φορά δε θα έχει καμία τέτοια διάθεση. Θα έχουμε ανοιχτή επικοινωνία όλη τη βδομάδα να μου λες τα νέα.

    -Δηλαδή δε θα έρθεις για τις γιορτές;

    Δεν είχα κανένα σκοπό να ανέβω στα Ιωάννινα για τέσσερις μέρες, πολλά τα χιλιόμετρα, άλλωστε είχα πάρα πολλή δουλειά στο γραφείο, ενώ χρωστούσα αποκλειστικότητα στο Γιάννη, που πάντα τον άφηνα στις εκκρεμότητες. Όμως η Κατερίνα ήθελε υποστήριξη σε αυτό τον αγώνα, έπαιρνε δύναμη από το Δημήτρη όταν ήταν μαζί, αλλά όταν χωρίζονταν, γινόταν ανασφαλής.

    -Θα προσπαθήσω.

    -Να έρθεις.

 

    Ο Γιάννης μου έβαλε όρο για να πάμε στα Ιωάννινα, με το ίδιο αμάξι ως το χωριό.

    -Αλλιώς μένουμε Αθήνα.

    -Ωραία λοιπόν θα πάω μόνη μου.

    -Τότε χωρίζουμε.

    -Με εκβιάζεις;

    -Ναι.

    Έκλεισα το τηλέφωνο μα δε με πήρε πίσω. Τι είχα πάθει; Καθώς το σκεφτόμουν κατέληξα ότι είχε δίκιο, γιατί να το κρατάμε κρυφό; Τελικά ήμουν κι εγώ μια παρανοϊκή, σαν όλους αυτούς που διάβαζα στις δικογραφίες, είχα μια σχέση και προσπαθούσα να την φτιάξω σε πρότυπα βασισμένα στη σχέση της ξαδέλφης μου, μυστική και ένοχη, όμως ο Γιάννης δεν ήταν «παράνομος», και αφού ο Δημήτρης είχε αντιδράσει στην κατάσταση που επικρατούσε, φυσικό ήταν να αντιδράσει και ο Γιάννης. Ας το επισημοποιήσουμε επιτέλους… εκείνος νόμιζε ότι φοβόμουν μήπως χωρίζαμε, οπότε δεν ήθελα να με πιάνει ο καθένας στο στόμα του από τους συγχωριανούς μας, όμως μετά από τόσα χρόνια έπρεπε να είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη μου. Όμως τώρα δεν ήταν ώρα να το επισημοποιήσουμε, είχανε άλλοι σειρά.

 

    -Εντάξει αλλά στο διπλανό χωριό θα με αφήσεις να πάρω το λεωφορείο.

    -Ξέχασε το, θα σε πάω ως την πόρτα του σπιτιού σου.

    -Βρε αγάπη μου.

    -Δεν ακούω κουβέντα.

    -Θα κινήσουμε υποψίες.

    -Ας κινήσουμε, ώρα είναι.

    -Όχι τώρα.

    -Γιατί όχι;

    -Θα σου εξηγήσω στο ταξίδι. Τώρα που το σκέφτομαι  θα ήταν καλύτερα να πάμε με το δικό μου αμάξι.

    -Μόνο μη με αφήσεις στην πόλη.

    -Θα το σκεφτώ.              

   

    Δεν πρόλαβα να κατέβω από το αυτοκίνητο και η Κατερίνα με άρπαξε από το χέρι και με πήγε μπροστά στους γονείς της, λες και ήμουν εγώ ο γαμπρός. Μου αρέσει να παρατηρώ τους ανθρώπους, ειδικά όταν τους ανακοινώνουν μεγάλα γεγονότα, και αυτό που είχε σκοπό να ανακοινώσει η ξαδέλφη μου ήταν σίγουρα ένα μεγάλο γεγονός από πολλές απόψεις.

    Η Κατερίνα μας παντρευόταν, αλλά ποιόν; Όχι έναν τυχάρπαστο, όχι ένα βιομήχανο, ή έναν μεγάλο γιατρό ή καθηγητή που οι γνώσεις του την είχανε γοητεύσει και οι τρόποι του την είχανε κερδίσει. Σκόπευε να ενώσει τη ζωή της με το μαύρο πρόβατο του χωριού, που άνηκε σε μία εξίσου μαύρη οικογένεια. Ίσως σας φαίνονται υπερβολικά τα όσα διαβάζεται, οι φόβοι οι δικοί μου και της Κατερίνας όταν θα ανακοίνωνε την απόφαση της να παντρευτεί με το Δημήτρη, το ξάφνιασμα και οι αντιδράσεις της οικογένειας.

    Μα τέλος πάντων ποιοι νομίζουμε ότι είμαστε, μεγιστάνες που το κορίτσι μας δεν επιτρέπετε να ξελογιαστεί από έναν αλήτη μεν, αλλά καλό παιδί δε. Σαν τις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου ακούγεται, όχι βέβαια, αλλά για βάλτε στη δική μας θέση τη δική σας οικογένεια, δε νομίζω ότι θα ήταν και το καλύτερο που θα μπορούσε να σας συμβεί, ειδικά αν σκεφτείτε πόσα καλά παιδιά έχει ο κόσμος. Από μόνο του το γενικό κουτσομπολιό που θα προξενούσε η είδηση θα ήταν αρκετό για να σας δυσαρεστήσει. Επίσης προσθέστε μαζί με όλα τα άλλα ότι το καλό αυτό παιδί παρασύρετε από το εκδικητικό του πνεύμα. Πράγμα που η Κατερίνα και εγώ νομίζαμε ότι το είχε αφήσει πίσω του. Αλλά δυστυχώς είχε επανέρθει σε όλο του το μεγαλείο μετά την συνάντηση του με τη Λόπη.  

 

    Η φύση της Κατερίνας, όπως και των περισσότερων ανθρώπων, είναι η δειλία, και αυτή η στιγμή ήταν μια υπέρβαση, ένας ηρωισμός, ακόμα και η ιδέα ότι θα δυσαρεστούσε τους δικούς της ανθρώπους, της μηδένιζε τη χαρά που θα έπρεπε να έχει για το γάμο της. Όμως αρκετά με τις αναλύσεις, ας περάσουμε στα γεγονότα εκείνης της Μεγάλης και αβάσταχτης Παρασκευής.

    Όταν μπήκαμε στο σπίτι επικρατούσε ηρεμία, η μητέρα της Κατερίνας με τη γιαγιά κοιτάζανε κάτι φωτογραφίες και συζητούσανε, ενώ ο θείος λέγοντας κι από κανένα λόγο κάθε φορά που τον ρωτούσανε, διάβαζε την εφημερίδα του. Τίποτα δεν προμήνυε την καταιγίδα που θα ξεσπούσε σε λίγο, εκτός από τους χτύπους της καρδιάς της Κατερίνας. Στα πρόσωπα τους ήταν ζωγραφισμένη η ηρεμία της άγνοιας. Μην περιμένοντας με, παράτησαν όλοι τις ασχολίες τους και σηκώθηκαν να με χαιρετήσουν. Όσοι ώρα κράτησαν οι καθιερωμένες ερωτήσεις για την υγεία των δικών μου, για τη δουλειά και για το πώς πήρα την απόφαση να ανέβω τελικά στο χωριό για Πάσχα, η Κατερίνα είχε καθίσει σε μια καρέκλα και περίμενε να τελειώσουμε για να τους μιλήσει.

    Το πρόσωπο της είχε χάσει το χρώμα του, ενώ το σώμα της πάνω στην καρέκλα έμοιαζε με μαζεμένο κουβάρι, έδινε την εικόνα ενός παιδιού που είχε πάρει άσχημους βαθμούς και φοβάται να δώσει τον έλεγχο στους γονείς του για να τον υπογράψουν, σίγουρο ότι θα το μαλώσουν. Όμως τους άσχημους βαθμούς μπορείς να τους αντιμετωπίσεις με μια υπόσχεση ότι στο επόμενο εξάμηνο θα τους ανεβάσεις. Στη δική της περίπτωση τι θα μπορούσε να τους πει, πώς να τους καθησυχάσει; Ότι στον επόμενο γάμο θα βρει σύζυγο της δικής τους αρεσκείας.

    -Εγώ ζήτησα από την Στέλλα να ανέβει για λίγες μέρες στο χωριό. Είπε από τη θέση της χωρίς να σαλέψει. Είχε έρθει η ώρα να ξεστομίσει την απόφαση της, και χωρίς κανέναν πρόλογο το είπε, το εύκολο βήμα το είχαμε κάνει, όμως τώρα ακολουθούσε το δύσκολο. Οι παρευρισκόμενοι την κοίταξαν σαστισμένοι. Η μητέρα της ένωσε ευτυχισμένη τα χέρια της, όσο για τη γιαγιά σηκώθηκε χαρούμενη να την αγκαλιάσει και να της ευχηθεί, όμως η Κατερίνα την σταμάτησε λέγοντας ότι δεν έχει τελειώσει ακόμα όσα είχε να πει. Η κακούργα πως μπόρεσε να της κόψει έτσι την χαρά, δεν σκεφτόταν τι είχε να ξεστομίσει σε λίγο σε αυτούς τους ανθρώπους, γιατί δεν τους άφηνε πρώτα να χαρούν.

    Η Κατερίνα αμυνόμενη, είχε πάρει ένα ύφος αποφασιστικότητας και επίθεσης ξεστομίζοντας το όνομα του γαμπρού, ο θείος μου που δεν είχε αντιδράσει όλη αυτή την ώρα, κούνησε απλά το κεφάλι του και κάθισε στη θέση του, η γιαγιά με τη θεία κάθισαν στον καναπέ χωρίς να μιλάνε προσπαθώντας να επεξεργαστούνε τα νέα δεδομένα. Η Κατερίνα τελείωσε ότι την Κυριακή θα ερχόταν να τους συναντήσει κι ο ίδιος, και ότι είχανε μόλις δύο μέρες καιρό να αποφασίσουν αν από εδώ και στο εξής θα ήθελαν να έχουν δύο παιδιά ή κανένα, και βγήκε έξω κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

    Η θεία μου έστρεψε το βλέμμα της πάνω μου.

    -Σίγουρα το ήξερες εσύ.

    -Ναι θεία, το γνώριζα .

    -Και γιατί δεν έκανες κάτι, δε μας μίλησες, δεν της μίλησες, δεν προσπάθησες να την προστατέψεις;

    -Δεν μπορούσα θεία, ήταν ήδη αργά όταν το έμαθα.

    -Τι εννοείς αργά; Είναι έγκυος; Ρώτησε η γιαγιά.

    -Όχι, μην ανησυχείτε, δεν είναι έγκυος. Απλά είναι πολύ δεμένοι πλέον, δεν παίρνουν από λόγια, της μίλησα και παραλίγο να με κάνει εχθρό της. Δεν ξέρω τι μπορώ να σας πω για να σας καθησυχάσω, μόνο ότι ο Δημήτρης έχει αλλάξει, δεν είναι εκείνο το ατίθασο παιδί που ξέραμε. Επίσης πιστεύω ότι θα κάνει τα πάντα για να την κάνει ευτυχισμένη, ξέρει ότι μόνο αν καταφέρει να την κάνει ευτυχισμένη θα γίνει κι ο ίδιος.

    -Μακάρι παιδί μου. Μουρμούρισε η γιαγιά.

    -Δεν του έχω καμία εμπιστοσύνη, είπε η θεία μου, θα προσπαθήσω να τη συνετίσω εγώ.

    -Καλύτερα όχι, επενέβη ο πατέρας της, πρέπει να το δεχτούμε, δεν βλέπεις πόσο επιθετική είχε γίνει, από την αγωνία της να μας το πει. Τα πράγματα θα γίνουν όπως τα έχουν κανονίσει τα παιδιά, αλλά το καλό που του θέλω είναι να μην την πληγώσει γιατί θα έχει να κάνει με εμένα.

   -Νομίζω κι εγώ ότι είναι το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε, άλλωστε δεν είναι παιδί, είναι γυναίκα και ξέρει τι θέλει και τι μπορεί να καταφέρει καλύτερα από εμάς.

    -Εσύ τι θα έλεγες. Είπε η θεία μου.

    -Αχ θεία μου, μη μου κρατάς κακία.

    -Δεν ξέρω τι πρέπει να σκεφτώ και για σένα Στέλλα. Είπε η θεία μου.

    -Τι εννοείς;

    -Μην πεις κάτι για το οποίο θα μετανιώσεις. Την πρόλαβε ο θείος μου. Άλλωστε εγώ είμαι σίγουρος ότι η Στέλλα έκανε ότι περνούσε από το χέρι της για να την προστατέψει.

    -Φαίνεται ότι η θεία δεν είναι και τόσο σίγουρη, μάλλον πιστεύει ότι την έσπρωξα στον γκρεμό.

    -Δεν το είπα εγώ. Απάντησε η θεία μου.

    -Ναι, είπα και βγήκα έξω μουρμουρίζοντας. Άμα μπλέκεσαι με τα πίτουρα σε τρων οι κότες.                  

 

    Βρήκα την Κατερίνα καθισμένη κάτω από την παιδική μας βελανιδιά να κοιτάζει ένα δαχτυλίδι, κάθισα δίπλα της θυμωμένη.

    -Ωραία τα κατάφερες.

    -Θύμωσαν.

    -Τους ξάφνιασες και τους απογοήτευσες.

    -Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να τους το πω, απ’ όταν αποφασίσαμε με το Δημήτρη ότι δεν μπορούσαμε άλλο να κρυβόμαστε, γιατί δεν το θέλαμε, όλο αυτό σκεφτόμουν, πως θα τους το ανακοινώσω. Είχα απαντήσει στο μυαλό μου σε όλες τους τις ερωτήσεις με όλους τους τρόπους, μα δεν το δέχονταν και στο τέλος θύμωνα.

    -Το δαχτυλίδι του γάμου; Τη ρώτησα.

    Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.

    -Είναι σοβαρά τα πράγματα.

    -Τώρα το κατάλαβες;

 

    Όταν μπήκαμε στην εκκλησία ο Δημήτρης βρισκόταν ήδη εκεί, δίπλα του στεκόταν ο Γιάννης, που τα είχε μάθει από μένα στο ταξίδι μας, και που είχε εκπλαγεί ιδιαίτερα. Μπαίνοντας τα πιτσιρίκια μας έκαναν πολύ θόρυβο, τραβώντας την προσοχή του κόσμου, και κάνοντας τον παπά να μουρμουρίσει κάτι άλλο ανάμεσα στα λόγια της λειτουργίας. Ο Δημήτρης κοίταξε την Κατερίνα στα μάτια, ναι είχε μιλήσει στους δικούς της, άλλωστε το μαρτυρούσαν και τα δηλητηριώδη βλέμματα που του έριχνε η μέλλουσα πεθερά του. Αντιθέτως ο πατέρας της πήγε και στάθηκε δίπλα του στην εκκλησία δίνοντας το χέρι του τόσο σε αυτόν όσο και στο Γιάννη.

    -Λες να τον απειλήσει; Αστειεύτηκα στην Κατερίνα.

    -Μπα, τη μητέρα μου έχω ικανή να τον απειλήσει.

    -Κατά τα άλλα, γυναικεία ευαίσθητη καρδιά.

    -Πάψτε επιτέλους, ντροπή, ακούσαμε τη θεία μου πίσω μας να μας μαλώνει.

 

    Ο Επιτάφιος πήγαινε μπροστά, πίσω ακριβώς ο παπάς, και ακολουθούσε όλο το χωριό σε μικρές παρέες κουτσομπολεύοντας ο ένας τον άλλον.

    -Ο πατερούλης μου του έδωσε το χέρι του.

    -Έχει να ακούσει μια κρεβατομουρμούρα.

    -Με αυτή την σκύλα τη μάνα μου θα έχουμε πρόβλημα.

    -Εσύ μην ανησυχείς, άσε, θα το πληρώσουμε ο πατέρας σου κι εγώ.

    -Εσύ γιατί;

    -Είμαι η συνένοχος, πρόσεξε την πως με κοιτάει, αν το βλέμμα σκότωνε θα ήμουνα νεκρή. Φαντάσου δηλαδή να μην ήμουν και αίμα της.

    -Θα της περάσει, και στην τελική εκείνη φαγώθηκε να παντρευτώ.

    -Δεν είχε αυτό ακριβώς στο νου της.

    -Εμένα αυτός μου άρεσε.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ

 

    Το κασετόφωνο έπαιζε στη διαπασών και τα παιδιά τρέχανε σαν παλαβά δεξιά και αριστερά, αναγκάζοντας τους πατεράδες τους να τα μαλώνουνε για να καθίσουνε ήσυχα. Οι γυναίκες βρίσκονταν στην κουζίνα έχοντας μοιράσει τις δουλειές, άλλη στα πιάτα, άλλη στο μάζεμα και άλλη στο μαγείρεμα. Είχε πολλές κόρες και πολλές νιφάδες η γιαγιά μου, πολλές ήταν κι αυτές που λείπανε, όμως μόνο μίας η απουσία ήταν αισθητή. Η μητέρας της Κατερίνας, είχε επικαλεστεί πονοκέφαλο και είχε παραμείνει στο κρεβάτι της χωρίς να ανοίξει ούτε στο ελάχιστο ένα παράθυρο. Κάθισα δίπλα στη γιαγιά μου που θαύμαζε ό,τι είχε δημιουργήσει, τα παιδιά και τα εγγόνια της. Η καημένη δεν είχε καταφέρει να κάνει σημαντική περιουσία στη ζωή της, αλλά και πάλι ήταν ευχαριστημένη όπως της τα είχε φέρει ο Θεός. Μόνο ένα παράπονο είχε από τον Ύψιστο, που είχε φύγει νωρίς ο παππούς και δεν είχε προλάβει να ζήσει λίγο παραπάνω μαζί του.

    Πράγματι είχε φύγει νωρίς ο παππούς, αν και πιστεύω ότι όσα χρόνια και να είχε ζήσει παραπάνω μαζί του, τόση ήταν η αγάπη τους που ποτέ δε θα της ήταν αρκετός.

    Κοίταξα τα μάτια της και τα είδα βουρκωμένα, χαμογέλασα για να προλάβω να διώξω τα δικά μου δάκρυα, η γυναίκα που τόσες γενιές παιδιών είχε αναστήσει μέσα στην αγκαλιά της, άπλωσε το χέρι της και κράτησε το δικό μου.

    -Να τι έσπειρα παιδί μου και τι καρπώθηκα, όλα τα υπόλοιπα έρχονται δεύτερα.

    -Ίσως. Μουρμούρισα.

    -Δίνεις αγάπη και για αντάλλαγμα παίρνεις λίγη χαρά, λίγο πόνο, βάσανα και γέλια, αυτή είναι η ζωή μου. Όταν θα κλείσω τα μάτια μου αυτή την εικόνα θα πάρω μαζί μου.

    -Γιαγιά… είπα μα σταμάτησα.

    -Η μεγαλύτερη χαρά για μένα είναι ότι σας μαζεύω όλους, έστω και λίγες μέρες το καλοκαίρι, όπου κι αν πάτε στο τέλος πάντα επιστρέφετε εδώ. Η μεγαλύτερη χαρά για μένα είναι ότι είστε αγαπημένοι και μονιασμένοι. Και δε μιλάω μόνο για τα παιδιά μου, αλλά και για τα εγγόνια μου. Η πραγματική επιτυχία στη ζωή δεν είναι η δόξα και τα χρήματα αλλά τι οικογένεια θα κάνεις.

    -Όπως το δει κανείς.

    -Εγώ σε ξέρω καλύτερα από όλους, κι από τη μάνα σου ακόμα, διαβάζω τα μάτια σου, γι’ αυτό μη διαφωνείς δήθεν με αυτά που λέω.

    -Όχι γιαγιά μου, συμφωνώ.

    -Έτσι μπράβο, όσο για την ξαδέλφη σου.

    -Αχ γιαγιά μου μην την παρεξηγείς.

    -Ελπίζω να είναι ευτυχισμένη δίπλα σε αυτόν που διάλεξε αν και δεν το πιστεύω.

    -Μην το λες γιαγιά, είναι καλό παιδί ο Δημήτρης.

    -Σε έπεισε κι εσένα λοιπόν, ας είναι… η μητέρα της έπεσε να πεθάνει μετά από αυτό το νέο, κοίτα την όμως αυτή, παίζει με τα πιτσιρίκια και δείχνει τόσο ευτυχισμένη. Αδιαφορεί αν συμφωνούμε ή όχι, είναι σίγουρη ότι έχει πάρει τη σωστή απόφαση, είναι πεπεισμένη ότι θα μας το αποδείξει. Αλήθεια έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που την είδα τόσο χαρούμενη.

    -Απαλλάχτηκε από το βάρος του μυστικού της.

    -Οι γονείς μου δε θέλανε τον παππού σου.

    -Το ξέρω.

    -Κλεφτήκαμε και ζήσαμε αγαπημένοι.

    -Μην ανησυχείς, κι αν παραζοριστούνε θα ακολουθήσουν το παράδειγμα σας. Είπα και της έγνεψα με το κεφάλι την Κατερίνα.

    -Κι εσύ με το Γιάννη; Πως τα πάτε;

    -Που το ξέρεις εσύ αυτό;

    -Χωριό που φαίνεται κολαούζο δε θέλει.

    -Μόνο που το δικό μας χωριό έχει και κολαούζο. Η μάνα του ή βάβω του;

    Η γιαγιά μου με κοίταξε στα μάτια και γέλασε.

    -Είναι καλό παιδί! Θα σε κάνει ευτυχισμένη.

    -Αυτός είναι, η μάνα του όμως στο λαιμό μου κάθεται.

    -Δεν έχει δουλειά η μάνα του, άσε τους άλλους απ’ έξω, ο άνθρωπος σου είναι ο Γιάννης και καμιά μητέρα, απλά ο Γιάννης.

    -Ακριβώς, όπως και ο άνθρωπος της Κατερίνας είναι ο Δημήτρης, και κανένας πατέρας, απλά ο Δημήτρης.

    -Τον υπερασπίζεσαι, αυτό σημαίνει ότι θα είναι καλό παιδί, μιας και εσύ δεν έχεις τυφλωθεί από τον έρωτα.

    Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου και κοίταξα μακριά.

    -Είναι, συμφώνησα, μην τολμώντας να κοιτάξω τη γιαγιά μου. 

 

    Η μουσική που του κρατούσε συντροφιά όλα αυτά τα καλοκαίρια ήταν αυτή από το ακούραστο τραγούδι των τζιτζικιών. Σηκώθηκε από το κρεβάτι του κουρασμένος, πάντα του προκαλούσε πονοκέφαλο ο μεσημεριανός ύπνος. Το νερό που τρέχει από τον καταρράκτη είναι πάντα κρυστάλλινο, και κυλάει δίπλα από τον παιδικό και αγαπημένο του πλάτανο, στο μόνο του φίλο που με τα κλαδιά του και την σκιά του πάντα του κρατούσε συντροφιά και τον προστάτευε σαν μεγάλος αδερφός.

    Έβρεξε το πρόσωπο του με κρύο νερό και ξάπλωσε κάτω από τον πλάτανο, όπως τότε που ήταν παιδί και μόνο, και τώρα ήταν μόνος μα από την επόμενη μέρα θα ήταν συνέχεια μαζί της.   

    Κυριακή του Πάσχα αύριο, ανάσταση για το Μεσσία, ανάσταση και για την καρδιά του, όλα είχαν έρθει όπως επιθυμούσε. Αν και κάποια στιγμή είχε πάψει να ελπίζει, η Κατερίνα είχε αποδειχτεί άτολμη μπροστά στη δυσαρέσκεια που φοβόταν ότι θα προκαλούσε στην οικογένεια της.

    Η αυριανή συνάντηση τον άγχωνε πολύ, όλη τη μέρα την είχε περάσει κάνοντας πρόβες στον καθρέφτη και συμβουλεύοντας τον εαυτό του πως έπρεπε να φερθεί στους γονείς της Κατερίνας, ευτυχώς είχε έρθει  από την Αθήνα και η Στέλλα, θα ήταν μια σιωπηλή σύμμαχός. Θα έπρεπε να είναι σεμνός, ευγενικός, σοβαρός, φυσικά όλα αυτά με ένα μέτρο, αλλιώς θα φαινόταν ψεύτικος και αυτό δεν τον συνέφερνε.

    Φοβόταν ότι κάθε του προσπάθεια, κάθε του πρόβα στο τέλος θα αποδεικνυόταν μάταιη, στο τέλος θα αναγκαζόταν να μαλώσει μαζί τους. Η πεθερά του δεν είχε πάρει με καθόλου καλό μάτι την σχέση της κόρης της μαζί του. Θα δημιουργούσε σίγουρα πρόβλημα, εκείνος έπρεπε να σταθεί έξυπνος, να μην είναι οξύθυμος και να αποφύγει τις «βολές» της με διπλωματία, πιθανόν να άνοιγε θέμα για την οικογένεια του, άλλωστε αυτό ήταν και το χάσμα μεταξύ τους.

    Αφού επανέλαβε τι έπρεπε να πει, σκέφτηκε με τι τρόπο θα ήταν σωστό να ξεκινήσει τη συζήτηση. Ωραία η θεωρία, στημένες και οι ερωτήσεις, σαν πολιτική συζήτηση, «Στην πράξη τι θα κάνουμε Δημήτρη;». Ο ήλιος είχε κρυφτεί για τα καλά πίσω από τα βουνά της Ηπείρου, όμως εκείνος ήταν απορροφημένος στην επόμενη μέρα. Είχε έρθει η ώρα να ετοιμαστεί για να πάει στην εκκλησία όπου για άλλη μια χρονιά θα ανασταινόταν ο Κύριος Ημών.

    Μπήκε στο σπίτι του και έσπρωξε πίσω του την πόρτα. «Ίσως να ήταν καλή ιδέα να έχω μια πιο άμεση επαφή μαζί τους σήμερα στην εκκλησία, να συνηθίσουμε και οι δύο πλευρές την από εδώ και στο εξής συμβίωση μας, και να καταλάβω τι έχουν στο μυαλό τους, άλλωστε μπροστά σε όλο το χωριό δε νομίζω να γίνει ιδιαίτερα επιθετική η κυρία μαζί μου.»         

 

    Πίσω του ακούστηκε το σύρσιμο της πόρτας, ο Δημήτρης κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη, πιστεύοντας ότι στον αέρα οφειλόταν το άνοιγμα της, όμως είχε κάνει λάθος, πίσω του ακριβώς βρισκόταν το φάντασμα ενός κοριτσιού, γύρισε απότομα προς το μέρος της. «Λόπη» ψιθύρισε και άρχισε να την παρατηρεί. Είχε αλλάξει πολύ από την τελευταία τους συνάντηση, ενώ μαύροι κύκλοι πλαισίωναν τα μαύρα της μάτια. Για μια στιγμή τη λυπήθηκε, ξανά μετάνιωσε για την εκδίκηση του, όμως ο χρόνος περνούσε κι εκείνος βιαζόταν, τον περίμενε η ευτυχία και το κορίτσι του στην εκκλησία. Η επίσκεψη της τον τρομοκράτησε, θα μπορούσε να του τα καταστρέψει όλα, την σχέση του, τις ελπίδες του για οικογένεια, ακόμα και την αναγνώριση από τη μικρή κοινωνία. Όμως δεν έπρεπε να δείξει σε εκείνη το φόβο του, το σωστό θα ήταν να κερδίσει χρόνο, να τη διώξει με την υπόσχεση ότι θα βρισκόταν σύντομα στα Ιωάννινα, ώστε να μπορέσει χωρίς φασαρίες να πάει στην εκκλησία, και από εκεί την επόμενη μέρα, στην οικογένεια της Κατερίνας. Γύρισε ξανά προς τον καθρέφτη και συνέχισε να κουμπώνει το πουκάμισο του, εκείνη έμεινε ήσυχη να τον κοιτάζει χωρίς αντιδράσεις.

    -Δε νομίζω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή αυτή για να μιλήσουμε.

    -Νομίζω ότι πρέπει να φύγουμε. Του απάντησε εκείνη, συνεχίζοντας έναν προσωπικό μυστικό διάλογο που είχε από ώρα ξεκινήσει μέσα στο μυαλό της.

    -Κι εγώ νομίζω ότι πρέπει να φύγεις. Είπε βλέποντας ότι το ρολόι του έδειχνε ήδη δώδεκα παρά.

    -Δώσε μου το χέρι σου και πάμε να φύγουμε αγάπη μου, αλλιώς θα συμβεί κάτι κακό.

    -Τι λες Λόπη; Είπε έχοντας αρχίσει να χάνει την ψυχραιμία του.

    -Μόνο εγώ υπάρχω για σένα, και μόνο εσύ για μένα, είμαι έτοιμη να αρνηθώ τα πάντα και να φύγω μαζί σου.

    -Παραληρείς.

    -Ξέρω ότι έχω κάνει πολλά λάθη, οδήγησα ανθρώπους, άθελα μου, στο θάνατο, έχω μετανιώσει και το πληρώνω κάθε μέρα. Ο Θεός όμως θέλει να προχωρήσω γι’ αυτό μου έστειλε εσένα.

    -Ο Θεός ε; Η συζήτηση δεν αναβαλλόταν. Και που μπορούμε να πάμε μαζί; Πόσο θα αντέξει ο ένας τον άλλον; Όταν θα σε κοιτάω θα βλέπω την ερωμένη του πατέρα μου, και όταν θα με κοιτάς θα βλέπεις το γιο του φονιά του αδερφού σου. Επανέλαβε και ένιωσε να γίνεται κουραστικός.

    -Όχι Δημήτρη, θα βλέπω τον άντρα που αγαπώ.

    -Τι μπορείς να ξέρεις εσύ από αγάπη, ακόμα κι αν τα καταφέρναμε αυτό θα ήταν για λίγο.

    -Πες μου μόνο ότι με αγαπάς.

    -Και τους γονείς σου δεν τους σκέφτεσαι;

    -Δεν έχω χρόνο να σκεφτώ κανέναν άλλον πέρα από σένα και μένα, πρέπει να αρπάξω την ευκαιρία που μου δίνει ο Θεός και να σωθώ.

    -Πολύ περίεργος ο Θεός σου, κοριτσάκι μου δεν βρίσκεις; Γιατί εγώ όταν σε συνάντησα μετά από τόσα χρόνια σκέφτηκα ότι ο ίδιος Θεός που προκάλεσε τόσο πόνο στη δική σου οικογένεια και τόση ντροπή στη δική μου, σε έριξε στον δρόμο μου για να σε εκδικηθώ.

    -Δεν μπορείς να με εκδικηθείς, δεν έχεις αυτό το δικαίωμα, δεν μπορείς να το καταλάβεις τώρα, αλλά είμαστε ο ένας για τον άλλον, μέσα από τα λάθη μας θα βοηθήσει ο ένας τον άλλον να λυτρωθεί.

    -Παίρνεις ναρκωτικά κορίτσι μου, σε παρακαλώ φύγε από το σπίτι μου αμέσως. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, πριν πάρει το λόγο μια άλλη Λόπη.

    -Ώστε ήθελες να με εκδικηθείς, τα κατάφερες όμως τώρα ήρθε η ώρα να σε εκδικηθώ εγώ. Γιατί αυτά είναι δανεικά. Του απάντησε η Λόπη αφού ξύπνησε  από το λήθαργο της ελπίδας.

    -Για τι μιλάς τώρα;

    -Ο λόγος που ήθελα να φύγω μαζί σου, είναι ότι με έχεις αφήσει έγκυο. Αλήθεια δεν είναι αστείο; Ο γιος αφήνει έγκυο την ερωμένη του νεκρού πατέρα του.

    Όλη αυτή την ώρα ο Δημήτρης της μιλούσε κοιτάζοντας το είδωλο του στον καθρέφτη, ίσως να ήταν μια άμυνα ώστε να συγκρατείτε ήρεμος μη δίνοντας της σημασία. Όμως κι η Λόπη μιλούσε σχεδόν ψιθυριστά. Ήθελε να τον πείσει, όμως έδινε μάχη για να πείσει και τον ίδιο της τον εαυτό. Ο Δημήτρης ήταν αυτός που ήθελε, όμως δεν ήταν σίγουρη ότι ήταν κι ο κατάλληλος. Τα τελευταία της λόγια έφεραν το Δημήτρη προς το μέρος της, καθώς ένιωθε ότι έχανε το έδαφος κάτω από τα πόδια του, ενώ εκείνη κατέληξε σε ένα δυνατό γέλιο.

    -Θα γεννήσω το μπάσταρδο του γιου του φονιά του αδερφού μου.

 

    Ένιωθα δίπλα μου την Κατερίνα να είναι νευρική. Μόλις μπήκαμε στην εκκλησία ψάξαμε να τον βρούμε με το βλέμμα μας, όμως δεν ήταν εκεί. Η ξαδέλφη μου πέρασε την ώρα της κοιτάζοντας το ρολόι της και την πόρτα της εκκλησίας. Έντεκα και μισή. Δώδεκα παρά τέταρτο. Δώδεκα παρά πέντε.

    -Μα που βρίσκετε επιτέλους;

    -Θα ετοιμάζετε να ρίξει βεγγαλικά.

    Η ανάσταση έγινε μα ο Δημήτρης δεν είχε εμφανιστεί γεμίζοντας με ανησυχία την Κατερίνα και ανακούφιση τη θεία μου. Μετά τις ευχές και τα φιλιά που ανταλλάξαμε όλη η οικογένεια η Κατερίνα με τράβηξε παράμερα και μου ζήτησε να τη συνοδέψω στο σπίτι του Δημήτρη. Ομολογώ ότι κι εγώ είχα μεγάλη περιέργεια να μάθω τι είχε συμβεί στον «πρίγκιπα» και δεν είχε εμφανιστεί στο παλάτι για τον καθορισμένο χορό. Αν και στο βάθος πίστευα, ότι σαν τους περισσότερους άντρες, αναίσθητος θα είχε αποκοιμηθεί ή θα είχε υπερισχύσει η δειλία του οπότε άφηνε το μεγάλο βήμα για την επόμενη μέρα, χωρίς προκαταρκτικές συναντήσεις μπροστά σε όλο το χωριό. Και πως ήταν δυνατόν να μην έχει τρομάξει από τα θανατηφόρα βλέμματα της μέλλουσας πεθεράς του, την προηγούμενη μόλις νύχτα.

 

    -Λες ψέματα.

    -Το μπάσταρδο του γιου του εραστή μου, διπλή εκδίκηση, κάτι που αξίζει και στους δυο μας.

    -Πάψε.

    -Δημήτρη, προσπάθησε να ηρεμήσει εκείνη, στο χέρι μας είναι να το αλλάξουμε, να το δεχτούμε ως δώρο. Καταλαβαίνω τα όσα έκανες και σε συγχωρώ. Καμιά άλλη, ποτέ, δε θα σε καταλάβει όπως εγώ, δε θα σε δεχτεί όπως σε δέχτηκα.

    -Φύγε.

    -Όχι μόνο μαζί σου, θα φύγω, μαζί σου και με το παιδί μας.

    Ο Δημήτρης περπάτησε απειλητικά προς το μέρος της, και με ένα τράβηγμα την κόλλησε στον τοίχο.

    -Σκάσε, το παιδί δεν είναι δικό μου, βούλωσ’ το.

    Ήταν τόση η ένταση μέσα στο σπίτι και κυρίως στο μυαλό του Δημήτρη, που δεν άκουσε το αμάξι που πάρκαρε.

    -Ο Δημήτρης έσφιγγε το λαιμό της Λόπης καθώς εκείνη έκανε προσπάθειες να αναπνεύσει, η φωνή της Κατερίνας τον επέστρεψε στην πραγματικότητα. Ο Δημήτρης απελευθερώνοντας το λαιμό της μιας νύχτας ερωμένης του, την έσπρωξε μακριά του. Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε από τα σπλάχνα της καθώς έπεφτε με φόρα πάνω σε έναν τοίχο. Η Κατερίνα και εγώ δεν πιστεύαμε στα μάτια μας. Πήρε λίγο χρόνο στην Κατερίνα να συνέρθει και να τρέξει προς το αναίσθητο κορίτσι, σηκώνοντας το κεφάλι της από το πάτωμα, πρόσεξε το αίμα που έτρεχε.

    -Τι συμβαίνει; Ρώτησα το Δημήτρη.

    -Όλα χάθηκαν. Είπε και κάθισε σε μια ξύλινη καρέκλα.

    -Είσαι καλά;

    Ο Δημήτρης κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

    -Από πού την ξέρεις;

    -Είναι παλιά ιστορία, όσο και οι αμαρτίες του πατέρα μου.

    -Ο σφυγμός της είναι αδύναμος, πρέπει να φύγουμε αμέσως για την πόλη. Είπε η Κατερίνα και ζήτησε τη βοήθεια μου για να τη μεταφέρουμε στο αμάξι.

    Φτάνοντας στην πόρτα έβγαλε το δαχτυλίδι της και του το πέταξε στα πόδια, ο Δημήτρης έσκυψε και το μάζεψε από το πάτωμα.

    -Να εύχεσαι να μην πεθάνει γιατί θα έχεις την τύχη του πατέρα σου, του είπε εξαγριωμένη, εκείνος την κοίταξε χωρίς να αντιδράσει.

    Τι λυπηρό να είναι αυτή η τελευταία κουβέντα που θα έκλεινε την ιστορία τους.   

 

 

 

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ

 

    Στα ορεινά χωριά της Ηπείρου, το έδαφος είναι ιδιαίτερα πετρώδες και απότομο, το κάθε σου βήμα πρέπει να είναι προσεκτικό για να μην βρεθείς ξαφνικά σε κάποιο φαράγγι ή ρέμα, σε πολλά σημεία είναι σαν να περπατάς σε τεντωμένο σκοινί. Τέτοιες ήταν οι διαδρομές πλέον του Δημήτρη, κάθε μέρα, κάθε βράδυ έπεφτε μέσα στο φαράγγι, τα πόδια του τινάζονταν απότομα και ξυπνούσε, έψαχνε δίπλα του στο κρεβάτι το κορμί της, όμως δεν έβρισκε τίποτε άλλο πέρα από μαζεμένα τα σεντόνια κουβάρι. Ο ύπνος βάραινε τα μάτια του και το όνειρο συνεχιζόταν. Πλήθος αρπακτικά πετούσαν πάνω από το τσακισμένο κορμί του, χαμήλωναν το πέταγμα τους, άρπαζαν από ένα κομμάτι κρέας και απομακρύνονταν. Σε λίγο δεν έμεναν στον τόπο του ατυχήματος παρά σκισμένα ρούχα και ένας σκελετός, με λίγα απομεινάρια από το ξεσκισμένο κρέας.

 

    Κάποιες άλλες βραδιές πάλι, ονειρευόταν ατελείωτους διαδρόμους δημοσίων νοσοκομείων. Βρώμικοι, στενοί διάδρομοι στα όνειρα του, βρώμικοι και στενοί διάδρομοι και έξω από αυτά. Έφτασε έξω από το δωμάτιο της, μα φοβήθηκε να μπει, θα τον εξαγρίωνε, έπρεπε να την ανεχτεί αλλά ήταν ικανός και να την σκοτώσει. Πήρε μια βαθιά αναπνοή πριν κάνει το μεγάλο βήμα, μπορούσε να φύγει, μα η Λόπη ήταν το μόνο άτομο που ίσως μπορούσε να του μιλήσει για την Κατερίνα, να του δώσει ένα στοιχείο της, αφού η ίδια είχε εξαφανιστεί μετά από εκείνο το βράδυ.

    Μπήκε στο δωμάτιο της έχοντας τα χέρια του βαθιά στις τσέπες, άλλωστε δεν κρατούσε ούτε λουλούδια για την ασθενή μα ούτε και γλυκά. Βρήκε τη Λόπη καθισμένη στο κρεβάτι της να κοιτάζει από το μικρό παραθυράκι, ενώ μπροστά από τα μάτια της περνούσαν γκρίζα σύννεφα οι αναμνήσεις.

    -Πως είσαι; Τη ρώτησε στεγνά.

    -Είμαι εντάξει, τον περίμενε λίγο να της πει κάτι, όμως ο Δημήτρης όπως πάντα ήταν ένα πεισμωμένο παιδί που προτιμούσε να μη μιλάει, πήρε το βλέμμα της από πάνω του και το έστρεψε και πάλι στο παράθυρο. Την έκανες την υποχρέωση σου μπορείς να φύγεις τώρα.

    -Ναι, θα φύγω. Είπε μα δεν κουνήθηκε από τη θέση του.

    -Πολύ καλό το κορίτσι σου, κι όμορφο, είχες γούστο. Μίλησε για να τον προλάβει να μη φύγει, την είχε πονέσει, όμως ήθελε να τον νιώσει έστω και για αυτό το λίγο, κοντά της.

    -Τι της είπες;

    -Γι’ αυτό ήρθες, το ήξερα.

    -Δε θα είχα άλλο λόγο.

    -Την έχασες; Μα τι ρωτάω, την έχασες!

    -Της τα είπες όλα έτσι;

    -Όλα, δεν κράτησα τίποτα για μένα, μπορεί και να πρόσθεσα.

    -Καλύτερα να φύγω.

    -Γιατί δε συνεχίζεις το έργο σου; Ξέρω ότι θες να με σκοτώσεις.

    -Δε θέλω τίποτα.

    -Ήμουν έτοιμη να φύγω μαζί σου.

    -Θες ακόμα να φύγεις μαζί μου;

    Τον κοίταξε με ελπίδα μα το βλέμμα του την τρόμαξε.

    -Όχι, μπορείς να πηγαίνεις. Γύρισε την πλάτη του και ξεκίνησε να φύγει.

    -Σκότωσες το παιδί μας, τον κράτησε η φωνή της.

    -Καλύτερα για εκείνο.

    -Καλύτερα;

    -Με τέτοια γονίδια τι τύχη θα μπορούσε να έχει!

    -Μόνο αγάπη χρειαζόταν, φύγε να μη σε βλέπω.

    Ο Δημήτρης ξεκίνησε για τρίτη φορά.

    -Δε θα ζητήσεις τουλάχιστον συγνώμη;

    -Είμαστε το ίδιο ένοχοι, όσο εγώ κι εσύ.

    -Τι εννοείς;

    -Ήξερες τι έκανες και με ποιον το έκανες, οπότε δε σου ταιριάζει ο ρόλος του αθώου θύματος.

    -Σε αγάπησα, σε πίστεψα.

    -Λάθος.

    -Σωστά, εδώ πρόδωσες ανθρώπους που έδειχνες ότι τους αγαπάς, εγώ τι ήμουν για σένα; Φύγε λοιπόν και εγώ δε σου κρατάω κακία, κι ας σκότωσες τη μοναδική μου ελπίδα, κι ας σκότωσες το παιδί σου. Φύγε καημένε μου κι άσε έναν άνθρωπο να υποφέρει, καλύτερα για εκείνον. Φύγε, μα πρώτα μάθε ότι δεν έκανα μήνυση εναντίον σου, κι ας επέμενε η καλή σου ότι σου αξίζει, μην ανησυχείς δε θα σε ενοχλήσει κανείς το βράδυ στο σπίτι σου, δε θα κοιμηθείς σε τσιμεντένιο κλουβί, αρκετά τιμωρήθηκες, μόνο μην ξαναβρεθείς στον δρόμο μου, μόνο αυτό.

 

    «Δε θέλω τίποτα» είχε πει στη Λόπη, όμως ήθελε κάτι, ήθελε να βυθιστεί σε ύπνο, ίσως μέσα στα όνειρα του να συναντούσε τη γαλήνη, αλλά κι εκείνη. Την είχε ψάξει παντού, δεν ήξερε τι είχε σκοπό να της πει, δεν είχε προετοιμαστεί, ήθελε όμως να τη συναντήσει. Ας τον έβριζε, ας τον πλήγωνε με τα λόγια της, ήθελε να της μιλήσει για τελευταία φορά, δε θα προσπαθούσε να δικαιολογηθεί, δε θα προσπαθούσε να της αλλάξει γνώμη, ήξερε ότι είχε τελειώσει, όμως το να έχει εξαφανιστεί, ήταν για τον ίδιο απάνθρωπο.

 

    Όταν η Κατερίνα τον εγκατέλειψε εκείνο το βράδυ της Ανάστασης στο πατρικό του, ο Δημήτρης αποφάσισε να παραμείνει στο χωριό άλλες δυο μέρες. Κλεισμένος στην πατρική καλύβα του σκεφτόταν όλα όσα είχαν συμβεί και τον είχαν φέρει σε αυτό το σημείο της ζωής του, δεν υπήρχαν για εκείνον δρόμοι πια, τα είχε καταστρέψει όλα, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση είχε γίνει και ο ίδιος φονιάς. Σκέφτηκε την αστυνομία να πηγαίνει στο κατάλυμα του και να τον συλλαμβάνει για το θάνατο της Λόπης και ανατρίχιασε, δεύτερη φορά η αστυνομία στο κατώφλι του σπιτιού του για τον ίδιο ακριβώς λόγο, και οι συγχωριανοί του, ακόμα μια φορά μάρτυρες της απεχθούς συμπεριφοράς της οικογένειας του. Ευτυχώς που δεν είχε προλάβει να πραγματοποιηθεί ο αρραβώνας του με τη Κατερίνα, θα την είχε παρασύρει σε όλο αυτό χωρίς να το θέλει, ενώ τώρα η σχέση τους είχε μείνει γνωστή μόνο μέσα στα πλαίσια της οικογένειας της. Για άλλη μια φορά η μοναδική του έγνοια ήταν η Κατερίνα, να μην την κάνει άθελα του περίγελο. Αφού πέρασαν οι δύο μέρες και εκείνος βρισκόταν κλεισμένος σαν ποντίκι μέσα στη φωλιά του, με την ιδέα πάντοτε ότι θα μπορούσε να εμφανιστεί η αστυνομία και να τον συλλάβει για το θάνατο της Λόπης, επέστρεψε στα Ιωάννινα. Μόλις έφτασε στο σπίτι, με όσο θάρρος του περίσσευε ανέβηκε στο διαμέρισμα τους, εκείνη έλειπε όμως όλα τα πράγματα της ήταν εκεί, ακόμα και τα ρούχα της ήταν στη ντουλάπα, δείγμα ότι θα επέστρεφε. Πέρασε μια εβδομάδα χωρίς να φύγει καθόλου από το σπίτι, ενώ δεν μπήκε καν στον κόπο να ενημερώσει το αφεντικό του, εκείνη όμως παρέμενε άφαντη. Μα τι συνέβαινε λοιπόν, τον φοβόταν, η συμπεριφορά της μαρτυρούσε δική της ενοχή, ή πιο σωστά τον είχε σιχαθεί με όλη της την ψυχή που δεν ήθελε να τον ξαναδεί στα μάτια της. Η αστυνομία δεν είχε εμφανιστεί, ώστε λοιπόν η Λόπη είχε γλιτώσει από τα χέρια του, να και κάτι ευχάριστο, δε θα έλιωνε κι ο ίδιος στη φυλακή, ώστε να γίνει οικογενειακή παράδοση, πόσο θα ανατρίχιαζε ο κόσμος σε ένα πιθανό δελτίο ειδήσεων, όταν ο παρουσιαστής θα μιλούσε για την προϊστορία των δύο οικογενειών, «ο πατέρας του δράστη είχε δολοφονήσει εννέα χρόνια νωρίτερα τον αδερφό του θύματος.» Οι δημοσιογράφοι τελικά μόνο να εκφωνούν ξέρουν, ποτέ δεν ψάχνουν πίσω από το «φαίνεσθε».

    Άρχισε να την ψάχνει στα σοκάκια της πόλης, μα δεν ήταν και μικρά τα Ιωάννινα, αποτέλεσμα να μην διασταυρωθούν ποτέ οι δρόμοι τους, έτσι πίστευε τουλάχιστον εκείνος, ότι η Κατερίνα βρισκόταν στα Ιωάννινα. Πήγε στο ιατρείο που δούλευε και την περίμενε, μα ούτε κι εκεί τόλμησε να ανέβει πάνω, όμως όχι, η Κατερίνα έλειπε. Πουθενά δεν του είχε αφήσει ένα σημάδι της, λες και είχε ανοίξει η γη και την είχε καταπιεί. Μόνο ένα μέρος έμενε να βρίσκεται, στο χωριό. Επέστρεψε πάλι πίσω, και μια νύχτα κατέβηκε στο σπίτι της, κόλλησε το αυτί του στην πόρτα, να ακούσει κάτι που θα μαρτυρούσε ζωή, όμως τίποτα. Ούτε εκεί.

    Ήταν αργά, μπορεί και να κοιμόταν, τι θα έκανε λοιπόν, σίγουρα αν της χτυπούσε δε θα είχε σκοπό να του ανοίξει, με την παλιά του τέχνη, κατάφερε να σπάσει για δεύτερη φορά την ασφάλεια από το πατζούρι και να μπει μέσα στο σπιτάκι, που τόσο φιλόξενα τον είχε υποδεχτεί εκείνη την πρώτη φορά, πριν από σχεδόν οχτώ χρόνια, όμως έκανε λάθος, η Κατερίνα δεν βρισκόταν εκεί. «Μα που είσαι επιτέλους;» θα του αρκούσε να τη δει έστω κι από μακριά, όμως όχι δε θα του έδινε αυτή την χαρά. Επανέλαβε τις κινήσεις της πρώτης φοράς που είχε εισχωρήσει στο εσωτερικό του σπιτιού, στο τέλος ξάπλωσε στο κρεβάτι της κι όπως τότε αποκοιμήθηκε.

    Μέσα στο σκοτάδι εμφανίστηκε εκείνη, το μόνο όμως που μπορούσε να αντιληφθεί από την αγαπημένη του ήταν η αναπνοή της στο λαιμό του και να ακούσει τα λόγια της.

    «Ήξερα ότι ήσουν λάθος, ήξερα ότι θα το πλήρωνα, τελικά δεν ήταν έκπληξη για μένα το ό,τι συνέβη, γιατί να λέω ψέματα στον εαυτό μου, πίστεψα σε σένα γιατί αφέθηκα να το κάνω, και τώρα το πληρώνω.»

    Ο Δημήτρης πετάχτηκε από το κρεβάτι όμως η Κατερίνα δεν ήταν εκεί, όλα λοιπόν τα είχε φανταστεί. Θα προτιμούσε όμως αυτά της τα λόγια, κι ακόμα χειρότερα, από τη σιωπή της. Έφυγε κι από εκεί, όμως αυτή τη φορά χωρίς να πάρει τίποτα. Μετανιωμένος που είχε διαρρήξει την πόρτα, απλώς την τράβηξε κι έφυγε.

    Γύρισε στα Ιωάννινα όπου με μεγάλη του έκπληξη και απογοήτευση αντίκρισε ενοικιαστήριο, ενώ ανοίγοντας την πόρτα με το κλειδί του βρήκε το διαμέρισμα τους άδειο. Τίποτα πια δεν υπήρχε εκεί να τη θυμίζει. Το κενό πλέον τον περιτριγύριζε. Ένιωθε ότι είχε ξυπνήσει από ένα υπέροχο όνειρο, που θα τον συνόδευε για πάντα μέσα στην καθημερινότητα, μα δεν μπορεί θα συνήθιζε την απουσία της και θα ερχόταν η στιγμή που θα ξεχνούσε το όνειρο.          

 

    Δεν του έμεινε λοιπόν τίποτε άλλο από τη δουλειά, ήταν ο μόνος τρόπος να ξεχαστεί, χωρίς να σκεφτεί τι δικαιολογία θα πρόβαλε στο αφεντικό του για την πολυήμερη και χωρίς καμιά ενημέρωση απουσία του, εμφανίστηκε στο συνεργείο. Τόσο ο φίλος του ο Αλέκος όσο και το αφεντικό του ανακουφίστηκαν που τον είδαν, όμως η δουλειά ήταν πολύ και το αφεντικό αναγκάστηκε να τον αντικαταστήσει με νέο υπάλληλο, και παρά το γεγονός ότι ο Δημήτρης δεν είχε ζητήσει άδεια, οπότε αυτόματα έπαιρνε ο εργοδότης το δικαίωμα να τον διώξει από τη δουλειά χωρίς καμία αποζημίωση, εκείνος που τον έβλεπε με ιδιαίτερη συμπάθια του έδωσε την αποζημίωση και μια υποτυπώδη απόλυση ώστε να μπει στο ταμείο ανεργίας μέχρι να βρει κάτι άλλο, αν και ήταν σίγουρος ότι σύντομα θα έβρισκε νέα δουλειά τόσο τίμιος και εργατικός που ήταν. Ο Δημήτρης όμως, αν και χαμογελούσε ευγενικά δεν άκουγε τίποτα από τις φιλοφρονήσεις του αφεντικού του την ώρα που του έγραφε την απόλυση και τη συστατική επιστολή. Δεν στενοχωριόταν που έχανε τη δουλειά, αντιθέτως ένιωθε ανακούφιση, όσο για τη συστατική επιστολή ήξερε ότι δε θα του χρειαζόταν στην καινούρια του καριέρα.

 

    Ξάπλωσε στο κρεβάτι του, με μια και μόνο κίνηση είχε καταστρέψει τη ζωή του έχοντας χάσει τα πάντα. «Μόνο σιωπές θα έχεις να θυμάσαι από μένα, εσύ θα ρωτάς κι εγώ δε θα σου απαντάω, δε θα σου εξηγώ. Σιωπές θα μετράς στη ζωή σου με απουσίες, ποια αλήθεια θα σε πονάει περισσότερο; Καμία, δεν έχεις μάθει να υποφέρεις, ένας ρόλος ήταν που τον είχες ντυθεί σωστά, όπως ένας κύριος το ακριβό κουστούμι του, φόρεσες το ρόλο σου και εγώ τον ερωτεύτηκα, γιατί δεν αγάπησα στην πραγματικότητα εσένα, και πως θα μπορούσα άλλωστε, αφού είσαι κάτι άλλο από αυτό που θεωρούσα, από αυτό που μου έδειξες ότι είσαι.»

    Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε γύρω του ζαλισμένος, μα που βρισκόταν πια, άκουγε τη φωνή της, ένιωθε τη ζεστή της αναπνοή, όμως εκείνη έλειπε ή μήπως όχι, το σώμα μπορεί να ήταν μακριά μα η ψυχή της, μήπως πετούσε κοντά του. Κάποτε είχε ακούσει για τις ερινύες που τιμωρούνε όσους είχανε διαπράξει φόνους, κι εκείνος είχε σκοτώσει το παιδί του. Κι ενώ ήταν έτοιμος να κάνει παιδιά με την Κατερίνα, γεμίζοντας τη ζωή τους με αγάπη και τρυφερότητα, ό,τι είχε λείψει από τη δική του ζωή δηλαδή, την ίδια στιγμή σκότωνε το παιδί που είχε στα σπλάχνα της η Λόπη. Μα πως ήταν δυνατόν να αγαπάει και να επιθυμεί παιδιά από μια γυναίκα, ενώ από κάποια άλλη να το αρνείται. Όλα παιδιά του θα ήταν, ανεξαρτήτως της γυναίκας, στην ουσία δεν ήθελε τα παιδιά αλλά επέλεγε τη γυναίκα. Δεν έβλεπε τα πρόσωπα τους, δεν άκουγε τις φωνές τους να τον καλούν τα βράδια που θα φοβούνται το σκοτάδι, δεν έβλεπε τίποτε άλλο πέρα από τις προσδοκίες του ή τα λάθη του.

    Έτσι λοιπόν οι ερινύες σκληρές και εκδικητικές του μιλούσαν με τη φωνή της και του έλεγαν τις σκέψεις της, με αυτό τον τρόπο ο πόνος θα μεγάλωνε.

    Όχι, κάτι δεν πήγαινε καλά στο μυαλό του, είχε αρχίσει να τρελαίνεται μα δεν ήθελε να τρελαθεί. Δεν το δεχόταν, μα ήταν σε θέση να παίρνει αποφάσεις, να δέχεται και να αρνείται; Ο καιρός των αποφάσεων του είχε τελειώσει, άλλωστε έπρεπε να το παραδεχτεί, τα είχε κάνει θάλασσα.

 

    «Αλήθεια αγάπη μου, μήπως απορείς τι κάνω αυτή την στιγμή, που βρίσκομαι. Ω μη μου στενοχωριέσαι, θα σου πω. Βρίσκομαι στο λουτρό, το νερό πέφτει καυτό πάνω στο σώμα μου. Το δέρμα μου έχει κοκκινίσει από το ζεστό νερό και το τρίψιμο, προσπαθώ να αποβάλω από πάνω μου όλα τα χάδια που μου έδωσες όλα αυτά τα χρόνια. Κοντεύω να γδάρω το δέρμα μου από το τρίψιμο, νιώθω σα μια γυναίκα που έχει βιαστεί, που νιώθει βρώμικη και υπεύθυνη από την κακή μεταχείριση που της προκάλεσε ένα άλλο πρόσωπο. Προσπαθώ να απολυμάνω το σώμα μου από κάθε τι δικό σου, δε θα είναι εύκολο, το κορμί μου είναι δικό σου, όμως το μυαλό μου ανήκει σε μένα, θα σβήσει τα σημάδια, τις αναμνήσεις και θα υποτάξει το κορμί και την καρδιά να μη σε ζητάνε, να μη φοβούνται, να μην κρυώνουν τα βράδια, να μην ψάχνουνε την αγκαλιά σου τις μοναχικές νύχτες. Πάντα ήμουν αδύναμη, όμως θα τα καταφέρω και χωρίς εσένα κι ας είναι δύσκολο, και η ζωή θα είναι πιο όμορφη μακριά σου, θα έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και θα τελειώσουν όλες οι αγωνίες που είχα δίπλα σου.»

    Ο Δημήτρης δεν έκανε τον κόπο να σηκωθεί από το κρεβάτι, ήξερε καλά πως δεν μπορούσε να τη δει, μόνο να την ακούσει είχε δικαίωμα, το οποίο σε λίγο θα το έχανε κι αυτό.

 

    Φυλακισμένος στο σπίτι του, φυλακισμένος στην πόλη τους, όπου και να πήγαινε θυμόταν εκείνη, δεν υπήρχε μέρος στα Ιωάννινα που να μην έχει φτιάξει το μυαλό του μια ανάμνηση με εκείνη, την έβλεπε στα πρόσωπα όλων των ερωτευμένων κοριτσιών, που χαμογελούσαν ανέμελα στον ήλιο, στο καλοκαίρι που έφτανε. Καλοκαίρι για τον υπόλοιπο κόσμο, όμως ο χειμώνας είχε περικυκλώσει την καρδιά του, ίσως να ήταν και το μόνο που τον έσωζε, όλος αυτός ο πάγος τον διατηρούσε ζωντανό.

 

    «Όχι αγάπη μου δε σε μισώ, πως μπορώ να σε μισώ, όμως όλο αυτό το μίσος το έχω στρέψει πάνω  μου, φοβάμαι ειλικρινά πως θα κάνω κακό στον εαυτό μου. Όχι επειδή δεν βρίσκεσαι εσύ κοντά μου, νομίζω ότι αν ήθελα θα μπορούσα να σε έχω, κι ας ξέρω ότι δε με αγαπάς, ότι δε με αγάπησες ποτέ και ούτε θα με αγαπήσεις. Αλλιώς γιατί τόσα λάθη, ποιος ο λόγος να εκδικηθείς, είχες προχωρήσει μπροστά, αν με αγαπούσες θα συνέχιζες να πηγαίνεις μπροστά. Αν με αγαπούσες δε θα με κοίταζες με δυσπιστία, δε θα θεωρούσες ότι ήμουνα η τυχερή που η ζωή μου τα έφερνε πάντα δεξιά, θα καταλάβαινες ότι κατανοούσα τη θέση σου.

    ΝΑΙ ΣΕ ΜΙΣΩ, σε μισώ γιατί με πλήγωσες, γιατί σε αγάπησα ενώ εσύ με κορόιδευες, και ναι θα κάνω κακό στον εαυτό μου για να έχεις τύψεις σε όλη σου τη ζωή.»

    Δεν πήγαινε άλλο, αυτή η πόλη, αυτό το διαμέρισμα, ένα ακριβώς κάτω από εκείνο που είχε ξενοικιαστεί, τον τρέλαιναν. Θα ήταν εύκολο να βάλει τέλος στη ζωή του, πόσες και πόσες φορές δεν του πέρασε από το μυαλό, θα γλίτωνε από την τρέλα, όμως όχι, ο πατέρας του είχε αυτοκτονήσει μέσα στη φυλακή, δεν ήθελε να έχει την ίδια τύχη με εκείνον, μέσα στο δικό του κελί. Κακιά προϊστορία η οικογένεια του, δεν ήθελε, δε δεχόταν με αυτό τον τρόπο να σφραγίσει το τέλος της. Να γίνει ένας κακός θρύλος η ιστορία της με αναμενόμενο τέλος, αφού το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει. Του χρωστούσε κάτι καλύτερο η ζωή από το να γίνει το παράδειγμα προς αποφυγή, δεν έπρεπε να γκρεμιστεί κι ο τελευταίος στύλος. Δεν ήξερε αν ήταν ικανός όμως έπρεπε να σταθεί στα πόδια του με οποιοδήποτε τρόπο, άλλωστε πια δεν είχε να χάσει και τίποτα.

 

 

 

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ

 

    Κι εκεί που πιστεύεις ότι έχεις ξεχρεώσει με το παρελθόν, ότι κάποιες καταστάσεις και πρόσωπα τα έχεις αφήσει για πάντα πίσω σου… ξαφνικά τα βρίσκεις μπροστά σου, και το παρελθόν αναβιώνει, όμως πιο δραματικό, ίσως και πιο εφιαλτικό. Γίνεσαι αιχμάλωτος του και σου αφαιρείτε το δικαίωμα και της παραμικρής απόφασης. Τα γεγονότα τρέχουν μπροστά μα εσύ δεν προλαβαίνεις  ούτε να τα παρακολουθήσεις.

    Το ότι θα ήμουν όμως εγώ η υπεύθυνη για το τραγικό τέλος της ιστορίας ποτέ δεν το περίμενα. Έπρεπε να είμαι επιφυλακτική απέναντι του κι όμως εγώ του έδειξα εμπιστοσύνη. Κι ας ήταν ο τρόπος που ξανά συναντηθήκαμε τέσσερα χρόνια μετά από τα γεγονότα που σε όλους μας είχαν κοστίσει την απουσία της ξαδέλφης μου, τόσο ύποπτος. Όμως τότε θεώρησα ότι ήθελε κάποιες απαντήσεις, ότι στην τελική τις δικαιούταν, και του τις έδωσα.

 

    Τα ίχνη του Δημήτρη είχανε χαθεί, κανείς δεν ήξερε τίποτα και ούτε ενδιαφερόταν να μάθει. Κάποιες φορές αναρωτιόμουν, που μπορεί να βρίσκεται, τι να έκανε, αν είχε παντρευτεί και αν είχε δημιουργήσει οικογένεια, μα κρατούσα τις απορίες για τον εαυτό μου και μόνο. Η Κατερίνα, είχε τέσσερα χρόνια να έρθει στο χωριό, λυπόμασταν για την απουσία της, και φυσικά περισσότερο από όλους μας η γιαγιά και οι γονείς της, όμως και για το Νίκο και εμένα η απουσία της ήταν ιδιαίτερα αισθητή αφού είχαμε συνηθίσει τη συντροφιά της όλα τα παιδικά, εφηβικά και υστερότερα χρόνια της ζωής μας.

    Ο λόγος της απουσίας της ήταν κοινό μυστικό για την οικογένεια μας. Εκείνη ισχυριζόταν ότι ευθυνόταν η δουλειά, αλλά εμείς ξέραμε. Τα βράδια καθόμασταν με το Νίκο και αναπολούσαμε σαν δυο γκρινιάρηδες γέροι τα παλιά.

    Όμως τι είχε μεσολαβήσει όλα αυτά τα χρόνια στη ζωή του Νίκου και τη δική μου, για την ιστορία και μόνο θα αναφέρω ότι ο Νίκος συνέχιζε σα φωτογράφος να συνεργάζεται με διάφορα περιοδικά μόδας. Ποτέ δε θα άνοιγε φυσικά δικό του φωτογραφείο, δεν το ενδιέφερε κάτι τέτοιο. Ήταν ιδιαίτερα όμορφος και ταλαντούχος στις δημόσιες σχέσεις οπότε γρήγορα δικτυώθηκε, έμενε σε ένα στούντιο στο κέντρο της Αθήνας, κι εκεί είτε φωτογράφιζε είτε κοιμόταν, μόνος ή με την παρέα κάποιου μοντέλου. Το πρόγραμμα του ήταν γεμάτο ταξίδια, όμορφες γυναίκες και πάρτι.

    -Όργια. Πρόσθετα πάντα.

    -Δεν είναι για όλους η καλογερική ή η μονογαμία, ξαδερφούλα.

    Όσο για μένα, εξακολουθούσα να εργάζομαι στο δικηγορικό γραφείο που είχα κάνει την άσκηση μου, ενώ ετοιμαζόμουν να παντρευτώ με το Γιάννη, όχι από έρωτα, είχε περάσει πια, υπήρχε όμως αγάπη και φυσικά η συνήθεια, άλλωστε με τόσες ώρες εργασία, που να βρω χρόνο για νέους ενθουσιασμούς και έρωτες. Μια χαρά ήταν ο Γιάννης, άλλωστε ήταν ένας καλός μάγειρας, φοβερός μασέρ, εξαιρετικός εραστής, παρά τα χρόνια που είχαμε περάσει μαζί. Και το βασικότερο ήταν η φωνή της λογικής τις στιγμές της παραφροσύνης μου.

 

    Είχε νυχτώσει, όσοι είχαμε μείνει στο χωριό απολαμβάναμε τις τελευταίες μέρες ενός ακόμη καλοκαιριού. Καθόμασταν στην αυλή του σπιτιού της γιαγιάς, τα παιδιά, έφηβοι πια, σαν ένα μικρό μελίσσι που δεν βρίσκει ποτέ ησυχία, είχε κάνει τη δική του παρέα κάπως παράμερα από των μεγαλύτερων, ανταλλάσσοντας τις δικές του ιστορίες, εμπειρίες και απόψεις.

    Στο τραπέζι των μεγαλύτερων η συζήτηση άναβε φωτιές, εγώ δε μιλούσα, απλά άκουγα, πάντα προτιμούσα να ακούω όταν μιλούσαν οι μεγάλοι, μπορεί να άκουγα κάτι τόσο ενδιαφέρον που θα ήταν άξιο να γραφτεί άλλες φορές ως μικρό διήγημα, είτε πάλι ως μυθιστόρημα.

    -Στέλλα, πήγαινε αμέσως να πάρεις το μπουφάν σου, κάνει κρύο και εσύ είσαι γυρισμένη με την πλάτη στο ποτάμι. Αχ μάνα, τριάντα χρόνια επαναλαμβάνεις την ίδια κουβέντα, αλήθεια δε θα βαρεθείς ποτέ; Προκειμένου να απαλλαχτώ από την γκρίνια της, άφησα την παρέα και ξεκίνησα για το σπίτι μας, που βρισκόταν λίγα μέτρα μακρύτερα από του παππού. Φτάνοντας πίσω από το σπίτι πρόσεξα μια ανθρώπινη σιλουέτα να κινείτε μέσα στο χωράφι, πιστεύοντας ότι ήταν κάποιος που ήθελε απλώς να με τρομάξει έστρεψα το φως από το φακό μου προς τα πάνω του. Χωρίς να χάσει χρόνο άρχισε να τρέχει, πίσω του κι εγώ. Φτάνοντας κοντά στο συρματόπλεγμα καθυστέρησε, επιτρέποντας μου να τον προφτάσω. Έριξα το φως του φακού πάνω του και προς μεγάλη μου έκπληξη, είδα να στέκεται απέναντι μου ένα φάντασμα που είχα τέσσερα χρόνια να το δω.

    -Δημήτρη;

    -Γεια σου Στέλλα.

    -Τι γυρεύεις εδώ;

    -Την Κατερίνα.

    Σκέφτηκα λίγο, δεν ήξερα τι έπρεπε να απαντήσω.

    -Δεν είναι εδώ έτσι;

    -Όχι.

    -Ήρθε νωρίτερα;

    -Έχει τέσσερα χρόνια να έρθει…

    -Την έδιωξα λοιπόν.

    Και πάλι δεν του έδωσα απάντηση.

    -Στέλλα, θα ήθελα να συναντηθούμε, να μιλήσουμε.

    -Τι να πούμε;

    -Πέρασαν τέσσερα χρόνια, δεν αξίζω να πάρω κάποιες απαντήσεις;

    -Μα ξέρεις καλύτερα από μένα τις απαντήσεις.

    -Όχι όλες. Τέσσερα χρόνια τώρα δίνω μόνος μου κάποιες υποθετικές απαντήσεις, αλλά δεν είναι αρκετές.                     

    -Τι θες να μάθεις;

    -Είναι δύσκολο να μιλήσουμε τώρα, θα σε περιμένω αύριο στις δώδεκα στην κόκκινη άμμο.

    -Είσαι σίγουρος ότι θα έρθω;

    -Εγώ θα περιμένω, καληνύχτα.

 

    Η κόκκινη άμμος βρίσκεται λίγα μέτρα μακρύτερα από το τέλος της γης του παππού μου, στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από ένα κατηφορικό απότομο μέρος με κόκκινο χώμα και σκόρπιους θάμνους, ενώ το έδαφος κάνει απότομες λακκούβες. Αν θες να προχωρήσεις αυτό το δύσβατο δρόμο, θα συναντήσεις αρκετά στεφάνια, που αν δεν προσέξει κανείς υπάρχει κίνδυνος να χάσει τη ζωή του. Για εμάς, τα παιδιά της πόλης, αυτό το ανώμαλο έδαφος μας μαρτυράει την αγριότητα, και την ομορφιά της φύσης, που μπορεί ξαφνικά να γίνει πολύ επικίνδυνη. Όταν βρίσκεσαι στην «κόκκινη άμμο» σε αυτό το μυστήριο τόπο, ξαφνικά νιώθεις πόσο μικρός είσαι, καθώς απέναντι σου βρίσκονται πανύψηλα και καταπράσινα τα βουνά, ενώ ο ουρανός απλώνεται πάνω από το κεφάλι σου σαν τεράστιος ωκεανός, και τότε αντιλαμβάνεσαι ότι ο χάρτης δεν μπορεί να σε συμπεριλάβει ούτε σαν κουκίδα.

    Για να φτάσεις στην «κόκκινη άμμο», πρέπει να περάσεις πρώτα από ένα άλλο απότομο μέρος, μπροστά του το να σκαρφαλώσεις το συρματόπλεγμα φαίνεται παιχνιδάκι. Κάτω από τα πόδια σου κάτι μικρά πετραδάκια σε αναγκάζουν να κάνεις μικρά προσεχτικά βήματα, ώστε να μην γλιστρήσεις. Δεξιά βρίσκεται ο γκρεμός ενώ αριστερά και μπροστά αγκυλωτοί θάμνοι, η διαδρομή είναι ζιγκ ζαγκ. Πολλές φορές αναγκάζεσαι να κρατηθείς από τα κλαδιά των θάμνων προκειμένου να μην πέσεις. Η διαδρομή φτάνει στο τέλος, ένα δέντρο αριστερά, άλλο ένα δεξιά, σκύβεις και περνάς από τα χαμηλά κλαδιά του τελευταίου δέντρου και βρίσκεσαι στην απεραντοσύνη, νιώθοντας την αίγλη της να προκαλεί ρίγη στο μικρό θνητό κορμί  σου. 

    Κοίταζα μπροστά μου, η ομορφιά του τόπου με είχε γεμίσει συγκίνηση ώστε δεν πρόσεξα το Δημήτρη που καθόταν στο σημείο που ξεκίναγε τα απότομα παιχνίδια του το έδαφος.

    -Ήρθες νωρίτερα απ’ ότι συμφωνήσαμε.

    -Ήθελα να μείνω λίγο μόνη μου.

    -Για να ζυγίσεις την κατάσταση και να φύγεις προτού έρθω. Σε ξέρω Στέλλα.

    -Είμαι πολύ προβλέψιμη τελικά για όλους, αφού όλοι με ξέρετε. Του απάντησα πικαρισμένη και πήγα και κάθισα δίπλα του. Πως είσαι;

    -Καλά, έμαθα ότι αρραβωνιάστηκες με το Γιάννη, η ώρα η καλή.

    -Ευχαριστώ. Εσύ που βρίσκεσαι;

    -Σύμφωνα με τον χάρτη στην Αθήνα.

    -Και με τι ασχολείσαι;

    -Παρακολουθώ σπίτια.

    -Ντετέκτιβ; Ρώτησα με πραγματική απορία.

    -Διαρρήκτης, απάντησε με τη μεγαλύτερη ειλικρίνεια και απλότητα που θα μπορούσε να αναφέρει ποτέ άνθρωπος το «επάγγελμα» του.

    -Νομιμότατη.

    -Γιατί δεν είναι; Άλλωστε έχει νομιμοποιηθεί πλέον, δυστυχώς όμως μόνο για αυτούς που φοράνε κουστούμια, αλλά εμένα πάλι με σφίγγει η γραβάτα… οπότε αποκλείεται να φορέσω. Και τώρα σε ακούω.

    -Τι θες να μάθεις;

    -Τι έγινε εκείνη τη νύχτα που φύγατε από το χωριό.

 

    -Επιστροφή στο παρελθόν λοιπόν. Το αμάξι το οδηγούσα εγώ, η Κατερίνα καθόταν πίσω μαζί με τη Λόπη, η οποία ήταν αναίσθητη. Πήγαινα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, ενώ εκείνη επέμενε να τρέξω ακόμα περισσότερο. Ο δρόμος μέχρι τα Ιωάννινα έχει πολλές στροφές και είναι ιδιαίτερα εχθρικός, πόσο μάλλον όταν οδηγάς νύχτα. Φτάσαμε στο νοσοκομείο, έπρεπε να συμπληρώσουμε κάτι έντυπα, η Κατερίνα ισχυρίστηκε ότι την βρήκαμε στον δρόμο λιπόθυμη. «Και άμα ξυπνήσει, θα πει την αλήθεια.» της θύμισα. «Κι αν δεν ξυπνήσει θα την πω εγώ.» μου απάντησε ψύχραιμα. Οι γιατροί καταφέρανε να της σώσουν τη ζωή αλλά για το παιδί ήταν αργά. Όλη τη νύχτα μείναμε στο νοσοκομείο απαντώντας συνέχεια στα τηλεφωνήματα των δικών μας, οι οποίοι είχανε ανησυχήσει μετά την εξαφάνιση μας. Ισχυριστήκαμε και σε εκείνους ότι βρήκαμε κάποια κοπέλα τραυματισμένη και παρατημένη στη μέση του δρόμου και ότι την είχαμε μεταφέρει στα Ιωάννινα, αναφερθήκαμε σε κάποιον ασυνείδητο οδηγό, άλλωστε αν δεν έπαιρνε το θέμα δημοσιότητα δε θα μάθαιναν λεπτομέρειες για το κορίτσι. Κατά τη διάρκεια της νύχτας η Κατερίνα παρέμενε σιωπηλή. Καταλάβαινα πολύ καλά ότι υπέφερε για την απιστία αλλά επιπλέον ανησυχούσε μην τυχόν η Λόπη αποφασίσει να σου κάνει μήνυση, στην περίπτωση που συνερχόταν, αλλά αυτό που την τρομοκρατούσε περισσότερο ήταν ο θάνατος της, η εξέταση του ιατροδικαστή και η ανάμιξη της αστυνομίας. Με τη βεντέτα που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στις οικογένειες σας θα ήσουν καταδικασμένος, αν τα στοιχεία οδηγούσανε σε σένα. Τελικά η Λόπη ανακτώντας τις αισθήσεις της προτίμησε να συμβιβαστεί με τα δικά μας λεγόμενα, ισχυρίστηκε λοιπόν ότι είχε φύγει για μια βόλτα από το σπίτι μιας φίλης που την φιλοξενούσε και ότι εξαιτίας της εγκυμοσύνης ζαλίστηκε και λιποθύμησε, ύστερα δε θυμόταν τίποτα.

    Δεν ξέρω γιατί μπορεί να σε κάλυψε η Λόπη, μπορεί επειδή σε αγαπούσε πραγματικά, ή επειδή ήθελε να καλύψει τα δικά της λάθη και να ξεχάσει την ιστορία μια ώρα αρχύτερα, πριν το μάθουν οι δικοί της, ίσως πάλι επειδή μπορεί να ένιωσε ότι το χρωστούσε στον πατέρα σου, μπορεί και για όλα τα παραπάνω. Το σίγουρο είναι ότι κάλυψε το θέμα, εσύ γλίτωσες και η Κατερίνα ένιωσε μεγάλη ανακούφιση.                       

    Τρίτη του Πάσχα εγώ είχα επιστρέψει στην Αθήνα ενώ η Κατερίνα έμενε σε μια φίλη της στα Ιωάννινα, μόλις έμαθε ότι τα σπίτια στο χωριό είχανε αδειάσει, μέχρι να μπει για τα καλά το Καλοκαίρι, επέστρεψε και έμεινε εκεί για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα μόνη της, κανείς δεν το γνώριζε εκτός από τη γιαγιά, το Νίκο και εμένα. Στους γονείς της κράτησε κρυφό το μέρος της ασυλίας της, άλλωστε εκείνοι πίστευαν ότι εξακολουθούσε τη ζωή της κανονικά στα Ιωάννινα, και μάλιστα πιο κανονικά από ότι πριν, αφού δεν τη ζούσε μαζί σου. 

    -Με τη δουλειά πως τα κατάφερε;

    -Ζήτησε άδεια, άνευ αποδοχών, της ήταν αδύνατον όμως να επιστρέψει, όχι μόνο στο ιατρείο αλλά και στην πόλη που είχε ζήσει τα ομορφότερα χρόνια της ζωής της. Στάθηκε τυχερή όμως, αφού κατά την παραμονή της στο χωριό έμαθε ότι είχε έρθει η σειρά της να πάρει ειδικότητα και έτσι εγκατέλειψε τα Ιωάννινα. 

    -Τι είπε στους γονείς της για τον χωρισμό μας;

    -Ότι είχες μετανιώσει κι ότι της είχες ζητήσει χρόνο, εκείνη δε δέχτηκε να σου δώσει και χωρίσατε. Σε χαρακτήρισε ανώριμο και ότι είχε κάνει λάθος που σε είχε εμπιστευτεί. Έτσι κάπως δικαιολόγησε και ότι βρήκαμε το κορίτσι πεσμένο στην άσφαλτο, φεύγοντας από το σπίτι σου, και μη θέλοντας να επιστρέψει στο δικό της αποφασίσαμε να πάμε μια βόλτα και να μιλήσουμε, μπήκαμε στο αυτοκίνητο μην ξέροντας που θα μας έβγαζε ο δρόμος κι εκείνος μας οδήγησε κατευθείαν πάνω στο αναίσθητο κορίτσι, «Τουλάχιστον ο χωρισμός μας ωφέλησε στο να σωθεί ένας άνθρωπος.» είπε στη μητέρα της όταν της ζητούσε εξηγήσεις.

    -Τα πράγματα της από το σπίτι;

    -Ο Νίκος ήταν αυτός που κανόνισε τη μετακόμιση.

    -Δε μου λες την αλήθεια.

    -Σου λέω την αλήθεια γιατί δεν έχω λόγο να σου πω ψέματα.

    -Επέστρεψα στο χωριό, ήρθα στο σπίτι της μα δεν την βρήκα.

    -Το ξέρω. Παραβίασες την πόρτα και μπήκες μέσα, όμως εκείνη ήξερε ότι θα προσπαθούσες να την βρεις για να της μιλήσεις, ότι θα γύριζες πίσω, έτσι προτίμησε να μείνει στο σπίτι του παππού. Σε είδε όταν ήρθες, κρύφτηκε στο σκοτάδι και περίμενε να φύγεις.

    -Έπρεπε να μου δώσει μια ευκαιρία, να με αφήσει να της μιλήσω, ας μη με δεχόταν πίσω, να της μιλήσω μόνο.

    -Κρύφτηκε στο σκοτάδι ενός σπιτιού μόνη της θέλοντας να κάνει απεξάρτηση. Δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι την απάτησες, που από μόνο του είναι αρκετό, αλλά με ποια το έκανες. Ήταν άρρωστο και δεν έχεις δικαίωμα να το αρνηθείς, επίσης ήταν μάρτυρας της βίαιης συμπεριφοράς σου. Ήταν ένα ερείπιο, προσπαθούσε να σε σώσει, φοβόταν, δεν ήθελε να έχεις την τύχη του πατέρα σου, αποδέχτηκε την πλάνη της, κλείστηκε σε ένα σπίτι μέχρι να απομακρυνθεί από κοντά σου.

    -Έπρεπε να μου δώσει μια ευκαιρία να της μιλήσω.

    -Ήξερε ακριβώς τι θα της πεις, πως θα ξεκινούσες και πως θα τελείωνες. Δεν ήθελε να σε ακούσει, δεν το άντεχε. Επίσης φοβόταν ότι ήταν ικανή να σε συγχωρέσει… Πληγώθηκα πολύ όταν έμαθα ότι ήσασταν μαζί, σας είχα δει στον καταρράκτη να φιλιέστε και ύστερα να μπαίνετε στο σπίτι σου.

    Ο Δημήτρης χαμογέλασε και με άφησε να συνεχίσω.

    -Ήξερα τι έλεγαν στο χωριό για σένα, κι όμως εγώ σε θαύμαζα, λυπήθηκα για τον πατέρα σου, ίσως εξαιτίας της οικογενείας σου να έγινα δικηγόρος. Πίστευα ότι μαζί μου  θα άλλαζες.

    -Εσείς οι γυναίκες, πάτε και βρίσκετε το χειρότερο. Νομίζετε ότι με την αγάπη σας θα μπορέσετε να το αναμορφώσετε, θεωρείτε ότι ο χειρότερος άνθρωπος δίπλα σας θα αλλάξει, θα γίνει ο καλύτερος, κι έτσι θα προσφέρετε στην κοινωνία τον άσωτο υιό. Είστε απίστευτες! Είπε και έβαλε τα γέλια.

    -Ήμουν παιδί. Απάντησα ντροπιασμένη από την χωρίς λόγο εξομολόγηση μου.

    -Τώρα δεν το πιστεύεις δηλαδή;

    -Όχι.

    Ο Δημήτρης άρχισε να πλησιάζει αργά το πρόσωπο του προς το δικό μου, εγώ τον κοίταζα στα μάτια, απορώντας αν θα έφτανε ως το τέλος. Η αναπνοή του ζέστανε το πρόσωπο μου, για λίγα δευτερόλεπτα περίμενε, πιθανόν να κάνω εγώ κάποια κίνηση, να τον φιλήσω ή να απομακρυνθώ, όμως κι εγώ παρέμεινα σταθερή στη θέση μου, περιμένοντας τη δική του απόφαση. Στο τέλος αποτραβήχτηκε.

    -Θα ήταν αιμομιξία, είπε και κοίταξε μπροστά. Σκέφτηκε λίγο και συνέχισε τις ερωτήσεις για την Κατερίνα.

    -Παντρεύτηκε;  

    -Ναι.

    -Να υποθέσω γιατρό.

    -Όχι, έναν απλό τραυματιοφορέα.

    -Αχ βρε Κατερίνα, πάλι κατώτερο σου βρήκες. Ο Δημήτρης σηκώθηκε.

    -Αντίο Στέλλα.

    -Γεια σου.

 

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

 

    Έκανε λίγα βήματα μακριά μου και σταμάτησε, δεν γύρισε να με κοιτάξει, μα κι εγώ επέμενα να κοιτάζω προς την αντίθετη κατεύθυνση.

    -Έτσι για την ιστορία, μάθε ότι ήσουν ο πρώτος μου έρωτας.

    Δεν απάντησα τίποτα και κράτησα το βλέμμα μου μακριά του. Αν το είχα ακούσει από τα χείλη του κάποια χρόνια νωρίτερα θα είχα αναστατωθεί, θα τα είχα βάλει με τον εαυτό μου. Όμως να που τώρα δεν ένιωθα τίποτα, δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι ακόμα κι εγώ να ήμουν στη θέση της ξαδέλφης μου πάλι τίποτα δε θα είχε αλλάξει,  το τελευταίο μεγάλο λάθος θα είχε γίνει. Του Δημήτρη δεν του είχε λείψει η αγάπη από την Κατερίνα, ούτε το ενδιαφέρον, όμως ήταν στον χαρακτήρα του να κάνει σφάλματα και μάλιστα εγκληματικά. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ανακούφιση που εκείνος είχε επιλέξει την ξαδέλφη μου για «θύμα».     

    Φαντάστηκα τον εαυτό μου στη θέση της Κατερίνας, κι ένα μούδιασμα διαπέρασε το κορμί μου. Τόση απογοήτευση, τόσος πόνος και θλίψη από την προδοσία του. Αλήθεια πως θα αντιδρούσα εγώ στη θέση της, σίγουρα πάντως όχι σιωπηλά…

    Του είχα δώσει τις απαντήσεις που νόμιζα ότι ζητούσε, χωρίς να του αποκαλύψω, λεπτομέρειες για την παρούσα κατάσταση. Ο Δημήτρης ήξερε πλέον ότι η Κατερίνα είχε εγκαταλείψει τα Ιωάννινα για πάντα και ότι ήταν παντρεμένη.

 

    Όταν η Κατερίνα έμαθε ότι είχε έρθει η σειρά της να πάρει ειδικότητα σε κάποιο νοσοκομείο, ένιωσε μεγάλη ανακούφιση. Ήταν σαν μια ανώτερη δύναμη να την είχε λυπηθεί και να της έδινε την ευκαιρία να κάνει μια καινούργια αρχή, μακριά από το Δημήτρη. Αν έμενε στα Ιωάννινα αργά ή γρήγορα θα ανταμώνονταν, και δεν είχε ούτε δύναμη, ούτε διάθεση να τον συναντήσει, κι αυτός φαινόταν διατεθειμένος να της εξηγήσει. Η ίδια όμως δεν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει, ήξερε όλη την σκηνή απ’ έξω, την είχε φανταστεί όλες αυτές τις νύχτες που ήταν μακριά του.

    Στην αρχή ο Δημήτρης θα επέμενε να της μιλήσει, εκείνη θα τον έσπρωχνε και με βαριές κουβέντες θα τον έδιωχνε, όμως εκείνος θα παρέμενε, αυτή θα ξεκίναγε να ξεσπάει με ένα σωρό αφορισμούς τόσο για τον ίδιο, όσο και την οικογένεια του, ύστερα θα έπεφτε πάνω του και θα άρχιζε να τον χτυπάει, αυτός θα υπέμενε τα χτυπήματα όπως και τα λόγια της χωρίς να αντιδράει. Στο τέλος θα έπεφτε κουρασμένη στην αγκαλιά του βάζοντας τα κλάματα και εκείνος θα την κράταγε σφιχτά πάνω του, όμως η ιστορία τους μετά από αυτή την εκδικητική απιστία είχε τελειώσει, τίποτα δε θα μπορούσε να γίνει όπως ήταν. Εξαιτίας του είχαν χάσει το στοίχημα της σχέσης τους.

    Το πρωί, πριν πάει ο Δημήτρης στο χωριό πήγε ο Νίκος και την επισκέφτηκε. Ο ξάδερφος μας είχε ενημερωθεί από μένα τι είχε συμβεί, όχι όλες τις δυσάρεστες λεπτομέρειες, ήξερε ακριβώς ότι και οι γονείς της, αν έπρεπε να μάθει κάτι περισσότερο αυτό θα το αποφάσιζε η Κατερίνα. Πριν πάει στο χωριό πέρασε από το σπίτι της, μάζεψε δυο τρία πράγματα που είχε ζητήσει η Κατερίνα, πήρε μαζί και την αλληλογραφία, κυρίως λογαριασμούς, που βρήκε ριγμένους κάτω από την πόρτα του διαμερίσματος της και έφυγε για να την επισκεφτεί στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς. Τον είχα προειδοποιήσει στο τηλέφωνο, ότι ήταν πολύ εύθραυστη και λυπημένη, οπότε καλό θα ήταν να μην αρχίσει να της λέει πράγματα όπως «Στο ’λεγα εγώ…» κ. λ. π. που συνήθιζε να μας λέει όταν «κάναμε του κεφαλιού μας». Αλλά και του Νίκου του έφυγε οποιαδήποτε διάθεση για κήρυγμα, μόλις την είδε.

    Μαζί ήταν όταν η Κατερίνα έμαθε ότι θα έφευγε από τα Ιωάννινα για τη συμπρωτεύουσα. Μια πόλη όπου είχε αναμνήσεις από τον έρωτας τους, όμως ήταν αποφασισμένη να τις εξοστρακίσει από μέσα της. Η Θεσσαλονίκη πλέον δε θα ήταν γι’ αυτή ένα μέρος όμορφων στιγμών που πέρασε σε κάποιες διακοπές, αλλά μια νέα αρχή, όπου μέσα στην καθημερινότητα θα ξέχναγε ό,τι είχε ζήσει πλάι του.                    

    Ο Νίκος ανέλαβε όλα τα διαδικαστικά, θα ξενοίκιαζε το σπίτι της Κατερίνας, θα τακτοποιούσε τυχόν εκκρεμότητες και θα κανόνιζε να πάρει τα πράγματα της από το σπίτι.

    -Μα δεν ξέρω ακόμα που θα μείνω στη Θεσσαλονίκη.

    -Κι αυτό εγώ θα το κανονίσω. Έχω πολλούς φίλους στη συμπρωτεύουσα. Πες μου μόνο που θες να είναι το σπίτι και πως.

    -Να έχεις στο νου σου και τα λεφτά για το νοίκι, μην βρεις κανένα ακριβό.

 

    Το ίδιο βράδυ πήγε ο Δημήτρης. Η Κατερίνα είχε ξαπλώσει από νωρίς, ο διορισμός της ήταν κάτι ελπιδοφόρο, όμως την είχε γεμίσει ένταση, τόσες πολλές αλλαγές μαζεμένες. Γύρω στα μεσάνυχτα άκουσε κάποιον να μπαίνει στην αυλή, δεν άργησε να αναγνωρίσει τον ήχο από τα βήματα του, ήταν ο ίδιος που άκουγε όταν ανέβαινε τα σκαλιά μετά τη δουλειά, και πήγαινε και την έβρισκε στο σπίτι τους. Ένιωσε μεγάλη αναστάτωση, η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά και γρήγορα. Δεν ήταν μόνο ο φόβος ότι μπορεί να την έβρισκε, αλλά και η αίσθηση ότι τον είχε κοντά της. Ο Δημήτρης πέρασε απευθείας από την αυλή, στο πίσω μέρος του σπιτιού. Ήξερε πού κατευθυνόταν. Περίμενε σύντομα να ακούσει πάλι τα βήματα του, αλλά πέρασαν κάποιες ώρες μέχρι να συμβεί.

    Η Κατερίνα έφυγε απευθείας από το χωρίο για τη Θεσσαλονίκη, έκανε μια μικρή στάση στο ιατρείο που δούλευε για να πληρωθεί κάποιο υπόλοιπο από το μισθό της, τα επιδόματα της, και να αποχαιρετήσει τον γιατρό, που τόσο καιρό την είχε κοντά του, και αν και έκανε κυρίως γραμματειακή δουλειά ήταν πολύ ικανοποιημένη από τη συνεργασία τους και από τα όσα είχε μάθει κοντά του. Τα λόγια ήταν λίγα και ειπώθηκαν γρήγορα. Όπως τον είχε ενημερώσει και στο τηλέφωνο, επιτέλους είχε έρθει η ώρα να πάρει την ειδικότητα της, επίτηδες παρέλειψε να αναφέρει σε ποιο νοσοκομείο θα ειδικευόταν, ευτυχώς ήταν αρκετές οι επισκέψεις εκείνη τη μέρα που είχε ο γιατρός, οπότε δεν στάθηκε ούτε εκείνος στις λεπτομέρειες που ήθελε να αποφύγει η Κατερίνα, έδωσαν τα χέρια και αφού της ευχήθηκε το καλύτερο, έφυγε.

    Ο Νίκος στο μεταξύ φορτώθηκε με μια επιπλέον αγγαρεία, αφού τακτοποιούταν η Κατερίνα στη Θεσσαλονίκη, εκείνος έπρεπε να περάσει πρώτα από το χωριό για να φτιάξει την κλειδαριά από το πατζούρι που είχε χαλάσει για δεύτερη φορά ο Δημήτρης.

    -Η Τρίτη θα είναι και η φαρμακερή του.                                     

 

    Η Κατερίνα στη Θεσσαλονίκη έδινε μάχη να ξεκινήσει από την αρχή τη ζωή της. Τι τραγική ειρωνεία, ακόμα κι εκεί να έχει αναμνήσεις από το Δημήτρη και ίσως τις ομορφότερες, αλλά ήταν αποφασισμένη να τις σβήσει.

    Το προφίλ της Κατερίνας στο νοσοκομείο και στους συναδέλφους της ήταν το εξής, μια νέα γιατρός αφοσιωμένη στην ειδικότητα και στην καριέρα της. Σοβαρή, γλυκιά και όμορφη με ένα καστανό όλο μελαγχολία βλέμμα. Με την πρώτη της είσοδο στο νοσοκομείο τράβηξε την προσοχή ολόκληρου του προσωπικού, οι άντρες τη θαύμαζαν και κάποιοι από αυτούς την επιθυμούσαν. Όσο για τις γυναίκες οι περισσότερες τη ζήλεψαν και την κακολόγησαν μεταξύ τους, κλασσική γυναικεία άμυνα.

    Κάποιοι από τους μεγάλους γιατρούς του νοσοκομείου, από εκείνους που με ιδιαίτερη ευκολία καταφέρνουν να ρίξουν στο κρεβάτι, διάφορες νοσοκόμες, τις βαρετές νύχτες της εφημερίας, προσπάθησαν να την κάνουν ερωμένη, όμως κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό όταν σκεφτόταν την Κατερίνα. Άλλωστε δεν ήταν κανένα άπειρο κοριτσάκι, που ήταν ικανά να την κολακέψουν τα κομπλιμέντα κάποιου γιατρού. Είχε μόλις βγει από μια μακροχρόνια σχέση με πολύ πόνο, σεβόταν τον εαυτό της και δε θα δεχόταν να πληγωθεί, εν γνώσει της τουλάχιστον.

    Εκτός όμως από τον «αφρό» του νοσοκομείου, που πιθανόν να την ποθούσε, υπήρχαν και εκείνοι που ανήκαν στα «κατώτερα στρώματα» του προσωπικού, και οι οποίοι δεν τολμούσαν ούτε να την κοιτάξουν. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι περισσότερο τολμηροί που της πέταξαν κάνα δυο λογάκια στα αστεία, όμως τίποτα παραπάνω, άλλωστε δεν τους το επέτρεπε και το ύφος της που ήταν τόσο σοβαρό και για κάποιους σκοτεινό και απόκοσμο.

 

    Ανάμεσα σε βάρδιες και εφημερίες, μέσα στο βρώμικο δημόσιο νοσοκομείο με τις τόσες ελλείψεις ακόμα και σε είδη πρώτης ανάγκης, προσπαθούσε να κάνει μια νέα αρχή και να ξεχάσει. Η ζωή της ήταν περιορισμένη στη δουλειά της και στις ώρες που περνούσε στο σπίτι της, που είτε κοιμόταν, είτε τακτοποιούσε, μα κυρίως μελετούσε. Δεν την ενδιέφερε να κάνει φιλίες ούτε με γυναίκες, μα πολύ περισσότερο με άντρες. Καταλάβαινε τι είχαν στο μυαλό τους και σε τι αποσκοπούσαν, όμως εκείνη δεν την αφορούσαν οι επιθυμίες τους. Δεν την ενδιέφεραν ούτε οι έρωτες αλλά ούτε και οι σχέσεις της μιας βραδιάς. Ήξερε ότι δε θα ζούσε για πάντα με την ανάμνηση του Δημήτρη, εκείνου του δύσκολου μα τόσο αγαπημένου παιδιού, που στην τελική δεν του άξιζε ούτε η αγάπη της, ούτε η πίστη της. Μα ήθελε χρόνο για τον εαυτό της και τις σκέψεις της και ήταν υποχρεωμένη από κάθε άποψη να του τον παραχωρήσει.         

 

    Κάποιο απόγευμα που επέστρεφε από το νοσοκομείο στο διαμέρισμα της ένιωσε την παρουσία κάποιου άντρα πίσω της. Η πρώτη της σκέψη ήταν ότι ο Δημήτρης είχε βρει τα ίχνη της και είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη για να της μιλήσει. Ένιωσε τα πόδια της να τρέμουν ελαφρά, δεν είχε δύναμη να τον συναντήσει, δεν ήθελε να τον δει, δεν ήθελα να του μιλήσει, όλα είχανε τελειώσει, δεν είχε νόημα να ψάχνουν να δουν ποιος από τους δυο έφταιγε, κάπου βαθιά μέσα της πίστευε ότι ήταν και η ίδια υπεύθυνη για την απιστία του, δεν ήξερε πως, αλλά έριχνε ευθύνες και στον εαυτό της.

    Είχε διανύσει αρκετά μέτρα και τα βήματα του άντρα πίσω της τη συνόδευαν, κοίταξε απότομα πίσω της σίγουρη ότι θα αντίκριζε το πρόσωπο του Δημήτρη, μα είχε κάνει λάθος. Ένας άντρας στην ηλικία των τριάντα περίπου την κοίταξε σχεδόν αδιάφορα και την προσπέρασε, δεν ήξερε ακριβώς αν ένιωσε ανακούφιση ή απογοήτευση που τελικά δεν ήταν ο Δημήτρης. Βιάστηκε να βγάλει από το μυαλό της κάθε σκέψη που τον αφορούσε και επέστρεψε στο σπίτι της.

    Την επόμενη μέρα πρόσεξε την ώρα του διαλείμματος, στο κυλικείο του νοσοκομείου, τον άντρα που την είχε ακολουθήσει μάλλον τυχαία, το  προηγούμενο απόγευμα. Φορούσε την μπλε στολή του τραυματιοφορέα και καθόταν μόνος του σε ένα τραπεζάκι. Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν και εκείνος της χαμογέλασε, η Κατερίνα τράβηξε το βλέμμα της πειραγμένη, ενώ εκείνος έκανε μια γκριμάτσα για τη δεσποινίς Ακατάδεκτη.

    Από την στιγμή που τον πρόσεξε τον έβρισκε συνέχεια μπροστά της. Μετά από τόσες συχνές συναντήσεις συνειδητοποίησε ότι έμοιαζε αρκετά με το Δημήτρη, είχε το ανάστημα του, τα χρώματα του, το χαμόγελο του, δεν ήταν όμως ο Δημήτρης, αν και αυτό δεν ήταν και κατ’ ανάγκη κακό.    

    Σε κάθε συνάντηση της με εκείνο το μυστήριο τύπο, η Κατερίνα άρχισε άθελα της να τον παρατηρεί και να βρίσκει ομοιότητες στα χαρακτηριστικά του με το Δημήτρη. Με την πρώτη ματιά διέκρινε κανείς πολλά κοινά, όμως κοιτάζοντας τον πιο προσεχτικά μπορούσες να αντιληφθείς αισθητά τις διαφορές. Για παράδειγμα ο μυστήριος ήταν πιο ψηλός από το Δημήτρη, και είχε πιο φαρδιές πλάτες, το χρώμα των ματιών του αν και καστανό είχε μια απόχρωση πράσινου, είχε βούλα στο πιγούνι και έκανε λακκάκια στα μάγουλα όταν χαμογελούσε. Ήταν ένας γοητευτικός άντρας άνω των τριάντα. Όμως η Κατερίνα δεν είχε καμία διάθεση να μπλέξει ερωτικά με κανέναν, πόσο μάλλον με έναν άντρα που της θύμιζε τόσο εκείνον που την πρόδωσε με τον πιο φρικτό τρόπο, μετά από έξι χρόνια σχέσης και πέντε συμβίωσης.      

    Φυσικά ο μυστήριος, όπως του είχε κωλύσει το παρατσούκλι η ξαδέλφη μου, είχε αντιληφθεί ότι τον κοίταζε εξονυχιστικά, όμως υπέμενε διακριτικά τις ματιές και το ενδιαφέρον της. Ήξερε ότι αν τολμούσε να την κοιτάξει απευθείας στα μάτια, εκείνη θα απέστρεφε το βλέμμα της και ίσως να μην τον ξανακοίταζε ποτέ.

    Του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, όπως και στους περισσότερους συναδέλφους της, μια όμορφη ασκούμενη γιατρός που προτιμούσε να μένει μόνη της παρά να κάνει παρέα στα κενά της με άλλους συναδέλφους της, όχι ότι δεν την πλησίαζαν οι άλλοι, στην αρχή τουλάχιστον, η στάση της όμως τους έδιωχνε. Όλοι την κουβέντιαζαν πίσω από την πλάτη της. Οι μεγάλοι γιατροί του νοσοκομείου λέγανε καλά πράγματα, ότι ήταν μια από τους καλύτερους ασκούμενους στον κλάδο της καρδιολογίας που είχε περάσει ποτέ από το νοσοκομείο και ότι σύντομα θα διέπρεπε. Αυτά τα εύσημα φούντωναν ακόμα περισσότερο την αντιπάθεια κάποιων, που την χαρακτήριζαν ακατάδεχτη και ότι είχε μεγαλοπιαστεί. Όμως πέρα από το σώμα των εργαζομένων του νοσοκομείου, υπήρχε και εκείνο των ασθενών. Κι εκείνο το είχε κατακτήσει η Κατερίνα εξολοκλήρου, ως και το πιο απαιτητικό κομμάτι του. Μιλούσαν όλοι με τα καλύτερα λόγια για εκείνη, λέγανε ότι ήταν πολύ συμπονετική, προσεχτική, γλυκιά.                  

    Τέτοια λόγια φτάνανε και στα αυτιά του «μυστήριου» από την πλευρά των ασθενών, και ήθελε πολύ να βρει την ευκαιρία να διαπιστώσει μόνος του όλα αυτά της τα χαρίσματα. Ένιωθε ότι αυτό το απόμακρο που τη χαρακτήριζε δεν ήταν επειδή ήταν ακατάδεκτη αλλά ήταν μια μορφή άμυνας, ίσως σε κάπως υπερβολικό βαθμό. Είχαν περάσει οχτώ μήνες και πέρα από ένα γεια, που αντάλλασαν αραιά και που, δεν είχαν πει άλλη κουβέντα.

           

    Ήταν ένα βράδυ εφημερίας, όταν μετά από πολύωρες εξετάσεις σε ασθενείς, η Κατερίνα βρήκε λίγο κενό και κατέβηκε στην καφετέρια του νοσοκομείου για ένα μικρό διάλλειμα. Σε ένα τραπέζι αραχτός καθόταν ο Αλέξης, αυτό ήταν το βαφτιστικό όνομα που του είχε δώσει ο νονός του, πριν η ξαδέλφη μου του δώσει το δικό της. Μόλις ο Αλέξης είδε την Κατερίνα να μπαίνει στο μικρό δωματιάκι που το είχαν για κυλικείο, σα να είχε μπει ο διευθυντής φοβήθηκε ότι θα του κάνει παρατήρηση για την στάση του, τράβηξε το πόδι του από την διπλανή καρέκλα και τοποθέτησε το κορμί του σε πιο κόσμια στάση.

    Η Κατερίνα χωρίς να του δώσει καμία σημασία παρήγγειλε έναν καφέ και κάθισε σε ένα τραπεζάκι ώστε να περιμένει μέχρι να της τον φτιάξουν. Είχε στηρίξει το κεφάλι της πάνω στα χέρια της και κοίταζε το βρώμικο τραπέζι, χωρίς να ρίχνει ούτε ματιά στον Αλέξη που είχε καρφώσει απογοητευμένος τα μάτια του επάνω της και περίμενε να του χαρίσει έστω ένα βλέμμα. Ο υπάλληλος του κυλικείου είχε ετοιμάσει τον καφέ της μα εκείνη δεν γύρισε στο κάλεσμα του, αδιαφορώντας εκείνος, μιας και είχε πληρωθεί, δε θα ασχολείται τώρα και με τα καπρίτσια του κάθε ασκούμενου, για την ώρα του ’φταναν εκείνα των μεγάλων γιατρών, στράφηκε προς άλλο πελάτη, παρατώντας τον καφέ της πάνω στον πάγκο. Αυτό έδωσε στον Αλέξη την ευκαιρία που ζητούσε όλους αυτούς τους μήνες, χωρίς δεύτερη σκέψη, σηκώθηκε και παίρνοντας από τον πάγκο τον καφέ της, τον ακούμπησε στο τραπεζάκι μπροστά της.

    -Ευχαριστώ. Μουρμούρισε η Κατερίνα χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της.

    -Είσαι καλά;

    Στράφηκε και είδε τον Αλέξη να την κοιτάζει.

    -Όλα καλά; επανέλαβε μήπως και δεν τον είχε ακούσει. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.

    -Μήπως χρειάζεσαι κάτι άλλο;

    -Σαν τι άλλο;

    -Νερό.

    -Όχι ευχαριστώ.

    Ο Αλέξης έμεινε για λίγο μετέωρος, δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Να πάει στο τραπέζι του και να αφήσει την ευκαιρία να χαθεί δεν ήθελε, αλλά πάλι να κάτσει εκεί θα ήταν αδέξιο και αδιάκριτο από την πλευρά του, από την στιγμή που δεν τον είχε καλέσει να το κάνει. Έψαξε βιαστικά μέσα στο μυαλό του να βρει κάτι άλλο να της πει, μα αδυνατούσε και έτσι πήρε την απόφαση να επιστρέψει στο τραπέζι του. Η Κατερίνα γύρισε και τον κοίταξε για δεύτερη φορά.

    -Κάθισε, μην στέκεσαι. Του είπε και του έδωσε την ευκαιρία που έψαχνε.

    -Αλέξης, της είπε μόλις κάθισε.

    -Κατερίνα.

    -Το ξέρω. Μετά από οχτώ μήνες που είμαστε συνάδελφοι, πως θα γινόταν να μην το ξέρω. Πρόσθεσε στην παραξενεμένη ματιά που του έριξε η Κατερίνα.

    -Σωστά, οχτώ μήνες.  

 

 

     ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

    «Δεν έχεις κανέναν άλλον έξω από σένα, όλοι μπορεί να σε προδώσουν, ακόμα κι ο ίδιος σου ο εαυτός, όμως θα είναι ο μόνος που σου ανήκει, κανένας άλλος αν σε προδώσει ή τον προδώσεις.» αυτά ήταν τα λόγια του πατέρα του, και με αυτά τα λόγια κατάφερε να μην γλιστρήσει στην άβυσσο της τρέλας του, ο πατέρας του νεκρός πλέον του άπλωνε χέρι βοηθείας από το παρελθόν για να τον σπρώξει στο μέλλον του, όποιο κι αν ήταν αυτό.

    Η Κατερίνα είχε για πάντα φύγει, δεν ήθελε να τον ακούσει, όλα τα στοιχεία ήταν εναντίον του, δε δέχτηκε ούτε λέξη από την απολογία που είχε ετοιμάσει. Τον είχε καταδικάσει σε αιώνια μοναξιά, γιατί τι άλλο θα μπορούσε να είναι ο κόσμος του, χωρίς την παρουσία της, εκτός από ερημιά. Τον πρώτο καιρό η τρέλα του έπαιρνε τη μορφή της, δανειζόταν τη φωνή της και τον κατηγορούσε για ένα σωρό πράγματα, ακόμα και για το ότι είχε χαλάσει το πλυντήριο και είχε γεμίσει νερά και σαπουνάδες το σπίτι. Αυτός έφταιγε και επειδή ο πατέρας του είχε μπλέξει με την ανήλικη Λόπη, αυτός είχε τραβήξει την σκανδάλη όταν η σφαίρα είχε σκοτώσει τον Κυριάκο. Ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για το θάνατο του παιδιού του, που είχε καταστρέψει την ευτυχία τους, αλλά και για εκείνο το κορίτσι, που προσπαθούσε να πιαστεί από κάπου για να ξεχάσει. Εκείνος έφταιγε για όλα,  για ό,τι συνέβαινε στην χώρα αλλά και έξω από αυτή, αυτός φυσικά ευθυνόταν και για το προπατορικό αμάρτημα, για όλους τους πολέμους και τα δεινά της ανθρωπότητας, αυτός και μόνο αυτός. Το πιο αγαπημένο του πρόσωπο, είχε ξαφνικά μετατραπεί στη φαντασία του ως τον χειρότερο κριτή του, ζητούσε το θάνατο του και δεν του αναγνώριζε κανένα ελαφρυντικό. Κι αυτός σιωπηλός, παρέμενε στη θέση του κατηγορούμενου να την ακούει. «Ναι, για να πιστεύει η Κατερίνα ότι για όλα αυτά εκείνος έφταιγε, τότε θα ήταν αλήθεια, γιατί κανείς άλλος δεν τον ήξερε όσο εκείνη.»

    Όμως ανάμεσα σε όλες αυτές τις κατηγορίες υπήρχαν και κάποιοι που αρνούνταν την αποδοχή των κατηγοριών και του επαναλάμβαναν τη μοναδική αλήθεια της ζωής του. «Ο μόνος που θα έχεις πάντα είναι ο εαυτός σου, τι θα κάνεις λοιπόν γιέ μου, πως θα τον σώσεις; Ή θα αποδεχτείς τον χαμό του; Στο χέρι σου είναι. Ό,τι αποφασίσεις εσύ, αυτό θα γίνει». Τι παράξενο, στα όνειρα του ο πραγματικός του άγγελος γινόταν δαίμονας. Κι ο δαίμονας, ο υπεύθυνος για όλα του τα σφάλματα, γινόταν άγγελος και ζητούσε να τον σώσει. Χωρίς όμως να αποδέχεται τις ευθύνες που του έριχνε ο Δημήτρης. «Δεν είμαι εγώ υπεύθυνος για τις πράξεις σου γιέ μου. Ήξερες τις επιπτώσεις όταν έπαιρνες το ρίσκο να εκδικηθείς για το θάνατο μου. Άλλωστε εγώ δε ζητούσα καμία εκδίκηση, ήμουνα ευτυχισμένος στο κελί μου κι ένιωθα πλήρης με τη ζωή που είχα ζήσει έξω από αυτό. Τι θα μου χρειαζόταν εκατό χρόνια ελεύθερης ζωής, αν δεν τη ζούσα όπως ήθελα, πράττοντας μόνο το σωστό, και ας μου πει κάποιος ποιο είναι το σωστό! Η αλήθεια δεν είναι μόνο μια, αλλά εγώ γνωρίζω ότι καλό είναι αυτό που σε κάνει ευτυχισμένο, χωρίς να νιώθεις τύψεις ύστερα. Εγώ λίγο πριν από το τέλος μου, είχα τύψεις για το καημένο το παιδί. Στην αρχή προσπαθούσα να τις διώξω, όμως εκείνες επιστρέφανε κάθε φορά πιο ισχυρές, και έτσι έψαξα έναν τρόπο για να σώσω τον εαυτό μου και το έκανα. Όμως για σένα γιέ μου δεν είναι αργά, δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να σωθείς, έχεις επιλογές, πάρε τη σωστή και προχώρα, μην αφήνεις τον εαυτό σου να βουλιάξει στο βούρκο, βγάλε τον εαυτό σου και την μνήμη μου από τη λάσπη.»

    Οι άμυνες του Δημήτρη, το πείσμα του να μην παραδοθεί, κάνανε τελικά το θαύμα τους. Παλέψανε με κάθε ίχνος τύψης, απογοήτευσης και τον τράβηξαν ξανά στον αφρό της λογικής. Ήταν μόλις 27 χρονών. Δεν ταίριαζε στα νιάτα του η κατάθλιψη, ούτε να παραδίδει τα όπλα, είχε δρόμο να διανύσει ακόμα μπροστά του. Όμως έπρεπε να βρει έναν τρόπο να το σκάσει από ότι τον κρατούσε δέσμιο με το παρελθόν του. Έπρεπε να φύγει από αυτή την πόλη, έπρεπε να φύγει από αυτό το διαμέρισμα, αυτό που βρισκόταν κάτω από εκείνο που μένανε μαζί, που ήταν πλέον άδειο ακόμα κι από τα πράγματα της. Μόλις ξύπνησε, μάζεψε μόνο τα προσωπικά του είδη από την γκαρσονιέρα και έφυγε. Τα πράγματα που είχε εγκαταστήσει, ένα κρεβάτι για να κοιμάται όταν η καλή του είχε επισκέψεις, μία κουζίνα για να μαγειρεύει κάτι πρόχειρα όταν ήταν ανάγκη, ένα μικρό ψυγείο, κι ένα τραπέζι με δυο καρέκλες, τα άφησε στην γκαρσονιέρα ως αμοιβή για το νοίκι του μήνα που δεν είχε πληρώσει, άλλωστε δεν του χρειαζόταν, αν αποφάσιζε να εγκατασταθεί κάπου, θα αγόραζε καινούργια.

 

    Έφτασε στα Κ.Τ.Ε.Λ. Ιωαννίνων, έριξε μια ματιά στο πούλμαν που ήταν έτοιμο να αναχωρήσει για Θεσσαλονίκη, ένιωσε την επιθυμία να βγάλει εισιτήριο και να φύγει με αυτό, η λογική του όμως τον συγκράτησε. Αυτό που γύρευε ήταν να ξεφύγει από κείνη, και η Θεσσαλονίκη ήταν μια πόλη που την είχε συνδυάσει με την αγάπη τους. Όχι λοιπόν, για την Αθήνα θα ’φευγε, χρειαζόταν μια πόλη χαοτική, να είναι ξένος ανάμεσα σε ξένους, για να συναντήσεις γνωστό σε αυτή την πόλη, απλά πρέπει να έχεις ορίσει ραντεβού μαζί του.

    Μπήκε στο πούλμαν και έπιασε μια θέση δίπλα σε παράθυρο, ήθελε να βλέπει τη διαδρομή που θα του άλλαζε τη ζωή, τη διαδρομή που θα τον πήγαινε μακριά από τα αγαπημένα του μέρη. Καθώς οι ρόδες τρέχανε πάνω στην άσφαλτο, ένιωθε τη συγκίνηση να του μαγκώνει την καρδιά μα και ένα ίχνος ανακούφισης, αφού είχε γλιτώσει από τα χειρότερα. Ή μήπως στα χειρότερα τον οδηγούσε το λεωφορείο της μοίρας του.

    Γνώριζε ότι η Αθήνα ήταν ο τόπος όπου η Κατερίνα είχε γεννηθεί και μεγαλώσει, στην πρωτεύουσα ζούσαν οι γονείς της και πολύ πιθανόν, μετά την απογοήτευση που είχε κοντά του, να είχε αποφασίσει να βρει ασυλία εκεί. Ήξερε τη διεύθυνση του σπιτιού των γονιών της, μα είχε πάρει απόφαση να μην την ενοχλήσει, να σεβαστεί την επιθυμία της να μην τον συναντήσει, να μην τον αφήσει να της μιλήσει, όμως ειλικρινά αν τον άφηνε τι είχε να της πει. Τα είχε κάνει μούσκεμα, δεν υπήρχε δικαιολογία. Θα της θύμιζε όσα είχαν περάσει μαζί, την αγάπη τους, όμως ποιος θα ήταν ο επίλογος που θα μπορούσε να την κάνει να γυρίσει κοντά του, τα δάκρια του, το γεγονός ότι είχε μετανιώσει, η συγνώμη του θα ήταν αρκετή να σβήσει τα σφάλματα του, να τη διαβεβαιώσει ότι στο μέλλον δε θα ξανακάνει σφάλματα εγκληματικά, πως θα μπορούσε να κερδίσει πάλι την εμπιστοσύνη της; Η απάντηση ήταν μία. Δε θα μπορούσε. Το καλύτερο που του έμενε να κάνει, ήταν να την αφήσει ήσυχη στη ζωή της, να τον ξεπεράσει, αν δεν το είχε ήδη κάνει, και να πάρει κι αυτός τον δρόμο το δικό του, μακριά της. Αν την αγαπούσε, όπως ισχυριζόταν, έπρεπε να την αφήσει ελεύθερη, αλλιώς δε θα ήταν η αγάπη η κινητήριος δύναμη του αλλά ο εγωισμός.

    Μόλις έφτασε στην Αθήνα, μπήκε σε ένα ταξί και ζήτησε από τον ταξιτζή να τον πάει σε ένα φτηνό ξενοδοχείο. Ο οδηγός πριν ξεκινήσει, του έριξε μια βιαστική ματιά από τον καθρέφτη.

    Το ξενοδοχείο που τον άφησε το ταξί ήταν σε μαύρο χάλι, το δωμάτιο που νοίκιασε ακόμα χειρότερο. Τα σεντόνια βρώμικα με λογής λεκέδες πάνω, από το διπλανό δωμάτιο έρχονταν συγκρατημένοι αναστεναγμοί, στην αρχή, γιατί λίγο αργότερα τα πράγματα χειροτέρεψαν. Πήγε και στάθηκε στο παράθυρο. Η πόλη ήταν σκοτεινή και αφιλόξενη. Απέναντι είδε δυο παράξενους τύπους να ανταλλάσουν κάτι, πιθανόν ναρκωτικά. Υπέροχα, το μέλλον του τον προόριζε για μέρη του αγοραίου έρωτα και των ναρκωτικών. Όχι, με αυτά δεν ήθελε να μπλεχτεί. Μπορεί να μην ήταν ο καλύτερος των ανθρώπων, και ποιος μπορούσε να είναι μέσα σε αυτόν τον κόσμο, αλλά δεν ήθελε να ανήκει και στους χειρότερους του είδους. Δεν ήθελε να μπλέξει με το εμπόριο των παραισθήσεων και της ηδονής, είναι και τα δύο άσπλαχνα, δεν αναγνωρίζουν θύματα, το αφεντικό τους είναι το χρήμα, και δεν ξέρουν άλλη αξία πέρα από την οικονομική. Όχι, αυτός δεν ήθελε να ανήκει σε αυτό το σινάφι.             

    Και τι θα έκανε; Έπρεπε να το σκεφτεί καλά αυτό. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, και τέντωσε τα πόδια του μπροστά, καθόλου βολικές οι θέσεις στο λεωφορείο. Λοιπόν έχουμε και λέμε, σε δύο πράγματα ήταν καλός, στο να κλέβει πορτοφόλια και να κάνει διαρρήξεις σε σπίτια. Το να κλέβει πορτοφόλια ήταν για ψιλικατζήδες, οπότε τα απέρριπτε, ίσως καμιά φορά, σε ανάγκη, αν ξέμενε να το επιχειρούσε. Οπότε του έμενε το άλλο του μεγάλο ταλέντο, οι διαρρήξεις. Όμως μόρτη μου η δουλειά στην Αθήνα δε θα είναι τόσο εύκολη όπως ήταν στο χωριό σου, επιπλέον ήταν εκτός επαγγέλματος πολλά χρόνια, από όταν είχε αποφασίσει ότι προτιμούσε τη νομιμότητα από το να μπαίνει σε ξένια σπίτια. Και για να επιστρέψουμε στη δυσκολία του επαγγέλματος, υπήρχε μεγάλη διαφορά από αυτό που έκανε όταν ήταν στην εφηβεία, κι από αυτό που έπρεπε να κάνει από δω και στο εξής. Όταν έμπαινε στα σπίτια των συγχωριανών του, το έκανε εκ του ασφαλούς, ήξερε ότι εκείνοι λείπανε, δεν έπαιρνε ρίσκο να μπει και να τον πιάσουν, γι’ αυτό τις διαρρήξεις του τις έκανε κυρίως φθινόπωρο με άνοιξη, που εκείνοι λείπανε. Η λεία του ήταν κυρίως ρούχα και αν υπήρχε ξηρά τροφή, αντικείμενα πολυτελείας δεν υπήρχαν στα σπίτια την περίοδο που ο ίδιος εργαζόταν, αλλά ακόμα κι αν υπήρχαν δεν ήξερε πως θα έπρεπε να τα ξεφορτωθεί. Άσε που δεν ήθελε να κάνει κι εχθρούς, όλοι ξέρανε ότι εκείνος έμπαινε στα σπίτια τους, όσο περιοριζόταν σε ρουχισμό και τρόφιμα, χωρίς να κάνει ζημιές, κανένας δεν ενοχλούταν, αν όμως έπαιρνε χρυσαφικά, θα είχε άσχημα ξεμπερδέματα.

    Το ίδιο σύστημα θα συνέχιζε και στην Αθήνα, φυσικά αυτή τη φορά δε θα έπαιρνε κονσέρβες και τρόφιμα, αλλά μόνο χρήματα, δεν ήθελε να στερεί χρυσαφικά και κοσμήματα, πολλές φορές οικογενειακά κειμήλια. Σκέφτηκε ότι ήταν ένας ερασιτέχνης κι όχι επαγγελματίας. Όταν μπαίνεις σε ένα σπίτι με σκοπό να στερήσεις αντικείμενα από τον ιδιοκτήτη τους, δεν μπορείς να έχεις ευαισθησίες, διαλέγεις τη λεία σου βάση της αξίας της κι όχι με σκοπό να κάνεις το μικρότερο δυνατό κακό. Επίσης δεν υπολόγιζε τους συναγερμούς. Και το ενδεχόμενο να βρίσκετε ο ιδιοκτήτης στο σπίτι. Έπρεπε να προμηθευτεί όπλο, αλλά τι θα έκανε, θα πυροβολούσε ή όχι; Όχι, σε καμία περίπτωση δε θα πυροβολούσε, θα προτιμούσε να πιαστεί και να μπει στην στενή από το να σκοτώσει άνθρωπο. Βέβαια τώρα μιλούσε εκ του ασφαλούς, αν απειλούταν να πιαστεί και να κλειστεί στη φυλακή, μπορεί να αντιδρούσε ενστικτωδώς. Δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται. Πόσο απερίσκεπτα είχε αφήσει για μια γυναίκα, το ταλέντο του να σκουριάσει.

    Έβγαλε από την βαλίτσα του μια πετσέτα, την άπλωσε πάνω στο μαξιλάρι και ξάπλωσε. Έπρεπε σύντομα να βρει άλλο μέρος να μένει, εκεί ήταν επικίνδυνα από πολλές απόψεις. Το πρωί ξύπνησε από αγκομαχητά που προέρχονταν πάλι από το διπλανό δωμάτιο. «Ωραία περνάμε». Η ώρα ήταν δώδεκα παρά τέταρτο, «κάποιος σκληρά εργαζόμενος θα έφυγε από τη δουλειά του ώστε να ρίξει έναν στα γρήγορα μήπως και ηρεμίσει από το στρες της ημέρας» σκέφτηκε ο Δημήτρης.

    Έπρεπε το συντομότερο να πιάσει δουλειά, στην τελική σε σπίτι θα έμπαινε, όχι σε θησαυροφυλάκιο για να το μελετάει τόσο πολύ. Σηκώθηκε και πήγε ως το παράθυρο. Η πόλη είχε γεμίσει ζωή, άνθρωποι που πηγαινοέρχονταν, αυτοκίνητα κολλημένα στην κίνηση, εκνευριστικές κόρνες ανυπόμονων οδηγών, βαβούρα, φωνές. Έμεινε για ώρα ασάλευτος να παρακολουθεί. Εκεί κάτω πρέπει να υπάρχουν πολλά λαυράκια, ώρα να ψαρέψει κανένα! Βγήκε κι αυτός στον δρόμο και με ευκολία ψάρεψε τρία πορτοφόλια. Γύρισε στο δωμάτιο του για να δει τι είχε καταφέρει από εκείνη την πρώτη επιχείρηση. Το πρώτο, ήταν σκέτη απογοήτευση, γεμάτο πιστωτικές κάρτες, το πλαστικό χρήμα δεν ήταν γι’ αυτόν, έκρυβε παγίδες ακόμα και στους νόμιμους κατόχους του. Το δεύτερο ήταν σε κάπως καλύτερη κατάσταση, μα το τρίτο του έδινε αέρα για να χαρίσει μια μικρή πολυτέλεια στον εαυτό του. Είχε σχέδια για το βράδυ.

    Ήρθαν στο νου του οι τρεις άντρες, μέχρι τώρα σίγουρα θα είχαν συνειδητοποιήσει ότι τα πορτοφόλια τους είχαν βγάλει φτερά, και θα είχαν μπει σε ένα σωρό σκοτούρες. Ειδικά ο τύπος με τις πολλές πιστωτικές, έπρεπε να επικοινωνήσει με όλες αυτές τις τράπεζες και να ζητήσει να του ακυρώσουν τις κάρτες. Μα τι στην ευχή τις ήθελε όλες αυτές, το μόνο που κατάφερνε ήταν να χάσει το λογαριασμό, χάρη του είχε κάνε του συγκεκριμένου, ειδικά από την στιγμή που δεν είχε σκοπό να τις χρησιμοποιήσει.

    Έπρεπε να ξεφορτωθεί τα πορτοφόλια. Έβγαλε τα χρήματα και τα έβαλε στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν του, κοίταξε γύρω του μέσα στο δωμάτιο, μήπως υπήρχε κανένα σίγουρο μέρος να τα αφήσει. Το καζανάκι και κάτω από το στρώμα ήταν πλέον γνωστά στους διαρρήκτες και σίγουρα και στις καμαριέρες του συγκεκριμένου ξενοδοχείου, το ίδιο και η βαλίτσα του. Ξανάβγαλε το μάτσο τα λεφτά, ξεχώρισε κάποια για να πάρει καφέ, τσιγάρα και κάτι να φάει, κι αφού τα έκανε κουβάρι τα ξαναέβαλε στην εσωτερική του τσέπη, με εξαίρεση εκείνα που προορίζονταν για τις πρώτες του ανάγκες.

     Ήταν εύκολο να ξεφορτωθεί τα πορτοφόλια, και ήσυχος πια να πάει να φάει σε κάποιο fast food. Το φαΐ του ήταν άνοστο και ο καφές του σκέτο νεροζούμι. Δεν ήταν ζωή αυτή. Να κοιμάται σε βρώμικα στρώματα, να συχνάζει σε άθλια στέκια, να θρέφεται με ό,τι πιο άνοστο και ανθυγιεινό. Θυμήθηκε την μέχρι τώρα ζωή του και η νοσταλγία βάρυνε με μιας το άδειο του στομάχι. Μήπως έπρεπε αντί της Αθήνας να επιστρέψει στο χωριό και να κάνει τη δουλειά που έκανε ο πατέρας του πριν μπλέξει με τη Λόπη; Ήταν αργά πια, άλλωστε είχε σκεφτεί πολύ, πριν καταλήξει ότι ο ιδανικός προορισμός γι’ αυτόν ήταν η Αθήνα. Δεν έπρεπε να το βάλει κάτω, πάντα πάλευε και συνήθως τα κατάφερνε. Αυτό που του έλειπε δεν ήταν η αποφασιστικότητα, αλλά η παντελής έλλειψη στόχων. Για άλλη μια φορά τα είχε κάνει ανάποδα, αντί να βάλει στόχους και να βρει το μέσον να τους πραγματοποιήσει, είχε αποφασίσει να πάρει τον κακό δρόμο χωρίς να ξέρει που ήθελε να φτάσει. Λοιπόν Δημήτρη το νου σου, γι’ αρχή βάλε μικρούς στόχους, όπως το να μείνεις σε ένα σπίτι και να φύγεις από αυτό το βρωμερό ξενοδοχείο. «Υπέροχα, θα έκλεβε ξένα σπίτια ώστε να συντηρεί το δικό του». Έφυγε από το fast food και πήγε σε ένα σουβλατζίδικο της πλατείας Κοτζιά, παρήγγειλε ένα με διπλή πίτα και απ’ όλα και κάθισε σε ένα τραπέζι, χαζεύοντας τους διαβάτες που πηγαινοέρχονταν για να κάνουν τα Χριστουγεννιάτικα ψώνια τους, στα μαγαζιά με τις λαμπερές βιτρίνες του κέντρου.                                                                           

            

    Αφού τελείωσε το φαγητό του, άρχισε τις βόλτες στο κέντρο της Αθήνας, κάτι έψαχνε και ήξερε πολύ καλά τι ήταν. Μετά από τόσο καιρό ήθελε να βρεθεί με γυναίκα, να ξαλαφρώσει από «τα δάκρυα που τον γέμιζαν», όπως πολύ λογοτεχνικά το είχε θέσει μια Γαλλίδα συγγραφέας στο βιβλίο της. Όταν βρήκε αυτό που έψαχνε, μπήκε μέσα χωρίς κανένα δισταγμό, άλλωστε τέτοια μέρη επισκεπτόταν συχνά στην εφηβεία του. Στην αίθουσα αναμονής, περίμεναν κάμποσοι, «Με τόση πελατεία θα είναι κάποιο καλό», σκέφτηκε ικανοποιημένος.

     Περίμενε μισή ώρα μέχρι να βρεθεί κάποια γι’ αυτόν. Και τελικά εμφανίστηκε μπροστά του με τη ρόμπα της, στοίχημα από μέσα δε φορούσε τίποτα. Ήταν μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, γεμάτη χυμούς, το πρόσωπο της πρέπει να ήταν αγνώριστο με όλο αυτό το έντονο μακιγιάζ. Κοίταξε το Δημήτρη, εκείνος σηκώθηκε και την ακολούθησε.

    -Προφυλαχτικά έχεις; Τον ρώτησε

    -Όχι, δεν έχω.

    -Θα σε χρεώσω παραπάνω.

    -Δεν πειράζει.

    Έβγαλε τη ρόμπα της και έμεινε γυμνή μπροστά του, το σώμα της αν και παιδεμένο από τον αγοραίο έρωτα, ήταν πολύ όμορφο, είχε ακριβώς τις αναλογίες που έπρεπε, και χωρίς να είναι αδύνατη δεν ήταν και παχιά.

    Ο Δημήτρης έβγαλε προσεχτικά τα ρούχα του και τα ακούμπησε στην πολυθρόνα που είχε και εκείνη βάλει τη ρόμπα της. Χωρίς πολλούς προλόγους ξάπλωσε στο κρεβάτι μαζί της και αφού έβαλε το προφυλακτικό που του έδωσε, έκανε τη δουλειά για την οποία πλήρωνε. Δεν κατάλαβε αν η πόρνη υποκρινόταν ή είχε όντως έρθει σε οργασμό, όταν άρχισε να φωνάζει. «Ή που με κοροϊδεύει ή που την ευχαριστεί πολύ το επάγγελμα της!» σκέφτηκε και χωρίς να δώσει σημασία συνέχισε, και μόνο όταν τελείωσε, τη ρώτησε.

    -Είναι τακτική του μαγαζιού να φωνάζετε;

    -Νομίζεις ότι η ευχαρίστηση είναι ανδρικό προνόμιο;

    Ο Δημήτρης αρκέστηκε στο να της ρίξει μια ματιά ενώ άρχισε να ντύνεται. 

 

 

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

 

    Είχαν περάσει οχτώ μήνες από την στιγμή που είχε μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη, οχτώ μήνες που δεν είχε κανένα νέο από το Δημήτρη. Και χωρίς καμία αντρική συντροφιά κι ως ένα βαθμό χωρίς άλλη ανθρώπινη παρέα, προσπαθούσε να τον ξεριζώσει από μέσα της, σαν ένα αγκάθι που της μάτωνε την καρδιά. Βέβαια ως γιατρός και μάλιστα στην ειδικότητα της καρδιολογίας, γνώριζε πολύ καλά ότι ο λόγος ύπαρξης της καρδιά στο ανθρώπινο σώμα, είναι να φιλτράρει το αίμα. Οπότε είναι απολύτως φυσικό να είναι μόνιμα ματωμένη, ώστε να διατηρείτε ζωντανός ο οργανισμός.

    Είχε ζήσει οχτώ μήνες μόνη της σε μια ξένη πόλη, και όλη αυτή η διαμονή της εκεί ήταν τόσο μονότονη ώστε σχεδόν δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Έβλεπε τη φύση να αλλάζει στο πέρασμα των εποχών, μα εκείνη ουσιαστικά ήταν απούσα, τόσο που δεν αντιλαμβανόταν το πέρασμα του χρόνου και της ζωής, της δικής της ζωής, που προτιμούσε να θυσιάζει στην ανάμνηση μιας τελειωμένης σχέσης παρά να χαρεί τις καθημερινές της κατακτήσεις. Δεν είναι και λίγο να σε εκτιμούν στον επαγγελματικό σου χώρο και να σε θεωρούν ως μια πολλά υποσχόμενη νέα γιατρό, και μάλιστα σε βαθμό που να σε ζηλεύουν οι άλλοι ειδικευόμενοι, και ενώ από τη μία ξεσηκώνεις μίση και αντιπάθειες από την άλλη πλευρά να σε αγαπούν οι ασθενείς σου.

    Όταν μέσα από τα χείλη του Αλέξη, συνειδητοποίησε πόσος καιρός είχε περάσει που όλα είχαν τελειώσει ανάμεσα σε εκείνη και το Δημήτρη, κάτι επαναστάτησε μέσα της. Δεν είχε σκοπό να τον θρηνεί άλλο αυτόν τον έρωτα που είχε αποδειχτεί πολύ λιγότερος από τις προσδοκίες της κι από όσα η ίδια είχε προσφέρει για να τον κρατήσει ζωντανό. Γιατί κι αυτούς τους οχτώ μήνες, αυτό έκανε, περίμενε το Δημήτρη, να την βρει και να της εξηγήσει, κάθε βράδυ που έπεφτε στο κρεβάτι ένιωθε τα χέρια του να τυλίγονται γύρω από το σώμα της, τα χείλη του να αφήνουν υγρά σημεία πάνω της και τα δόντια του να κάνουν σημάδια στο κορμί της.

    Τελικά τον αγαπούσε τόσο που ήταν ικανή να τον συγχωρήσει, αν και δε θα τολμούσε ποτέ να του φανερωθεί η ίδια, η λογική της δε θα της το επέτρεπε. Έβαζε εμπόδια ανάμεσα τους απλά και μόνο γιατί ήθελε να φερθεί σωστά. Έπαιζε κρυφτούλι μαζί του γιατί ένιωθε την ανάγκη να την ψάξει και αν πραγματικά την αγαπούσε θα την είχε βρει. Ήρθε όμως το χαρτί της για τη Θεσσαλονίκη, και ανέβηκε κλίμακα η δυσκολία στο γρίφο που του είχε αναθέσει και που εκείνος δεν είχε καταφέρει να λύσει. Όλες αυτές βέβαια οι ελπίδες της Κατερίνας, ήταν καλά κρυμμένες στο ασυνείδητο της, γιατί συνειδητά δε θα ανεχόταν την σκέψη του, έπρεπε εκείνος να βάλει πολύ κόπο και πειθώ για να κερδίσει τη συγχώρεση της. Όμως ύστερα από οχτώ μήνες απουσίας κάθε μόριο από το συνειδητό ή το ασυνείδητο της Κατερίνας έπρεπε να πάρει απόφαση επιτέλους ότι είχε έρθει το τέλος και να την αφήσει να προχωρήσει.

    Όταν βέβαια μιλάμε για νέα αρχή δεν εννοούμε αναγκαστικά ερωτικές περιπέτειες, η Κατερίνα ήταν σαν έναν ασθενή στην ανάρρωση που θα έπρεπε να κάνει προσεχτικά βήματα και να αποφεύγει τις μεγάλες συγκινήσεις, στην αρχή τουλάχιστον. Έπρεπε σίγουρα να επανενταχθεί στην κοινωνία, και όχι μόνο επαγγελματικά, έπρεπε να αποκτήσει κοινωνική ζωή κι από τις ματιές που της έριχνε ο Αλέξης, καταλάβαινε ότι ήταν διαθέσιμος να τη βοηθήσει σε αυτό. Γύρισε και κοίταξε τα χέρια του, δε φορούσε βέρα, αλλά αυτό δεν ήταν και εγγύηση για το αν πράγματι ήταν ελεύθερος. Μια ζηλιάρα σύντροφος δε θα ήταν ότι επιθυμούσε κι ούτε ήθελε να μπει ανάμεσα σε ζευγάρι. Οι γυναίκες είναι καχύποπτες με όσες τυχαίνει να κάνουν παρέα οι σύντροφοί τους, ακόμα κι αν απλά πρόκειται για φιλία και τίποτα περισσότερο. Άραγε μπορεί να υπάρξει αγνή φιλία ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, η ίδια πάντως δεν τα είχε καταφέρει μέχρι στιγμής να κρατήσει καμία φιλία της με αρσενικό, ακόμα κι όταν γνώριζαν την σχέση της, εκείνοι ζητούσαν κάτι περισσότερο, δικαιώνοντας τον πολύπειρο ξάδερφο της.

    Η ώρα του διαλλείματος της έπρεπε να λάβει τέλος, σηκώθηκε από τη θέση της και χαμογελώντας στον Αλέξη που την κοίταζε, έκανε να φύγει.

    -Να τα ξαναπούμε, είπε εκείνος βιαστικά. Εκείνη του έγνεψε κάτι που θα μπορούσε να είναι ναι, αν και πάλι περισσότερο με ίσως έμοιαζε και απομακρύνθηκε. Ο Αλέξης με μιας ένοιωσε βλάκας «ακούς εκεί να τα ξαναπούμε, λες και τα είχαν πει και καθόλου!» στον βρόντο είχε πάει όλη η πρώτη προσπάθεια και τώρα πως θα την ξαναπλησίαζε.                              

             

    Ο Αλέξης ήταν ο μικρότερος γιος μιας πολυμελή οικογένειας, είχε σπουδάσει νοσηλευτική σε ένα δημόσιο Ι.Ε.Κ. και είχε καταφέρει να βρει δουλειά σαν τραυματιοφορέας σε εκείνο το νοσοκομείο που τώρα η Κατερίνα έπαιρνε την ειδικότητα της. Όπως παραδέχτηκε στην ξαδέλφη μου ο λόγος που διάλεξε αυτή την ειδικότητα ήταν για βιοποριστικούς λόγους, πάντα χρειάζεται ένας νοσηλευτής, κι αν αυτός είναι άντρας είναι ακόμα καλύτερο, μιας και έχει περισσότερη δύναμη ώστε  να βοηθάει τους ανήμπορους ασθενείς να σηκωθούν. Όμως αυτό που είχε διαλέξει είχε καταλήξει τελικά ότι δεν του άρεσε. Το να είναι τραυματιοφορέας ήταν κάπως καλύτερο και με λιγότερες ευθύνες, όχι ότι ήταν ξετρελαμένος και με αυτό του το επάγγελμα.

    -Τι θα ήθελες να ήσουν;

    -Δεν ξέρω.

    -Δεν μπορεί, όλο και κάτι θα περνάει από το μυαλό σου, άλλωστε δε σε πιστεύω για άνθρωπο που μόνο απορρίπτει, χωρίς να υπάρχει κάτι που να τον συνεπαίρνει.

    -Ναι, αλλά δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο, πάντως με τα χρόνια κατέληξα ότι είμαι περισσότερο των κοινωνικών επιστημών, ίσως κάτι που να έχει σχέση με εκπαίδευση.

    -Δάσκαλος;

    -Ναι, θα ήταν κάτι που θα μου άρεσε, να ασχολούμαι με παιδιά, όμως και το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι κάπως στείρο.

    -Ναι, αλλά είναι στο χέρι του κάθε ανθρώπου, μέσα από τις γνώσεις του και τη φαντασία του να κάνει εποικοδομητική δουλειά.

    -Σε αυτό έχεις δίκιο, και τα παιδιά συνήθως συνεργάζονται όπου υπάρχει γόνιμο έδαφος.

    -Ακριβώς. Μου αρέσει που είσαι ευαίσθητος.

    -Πάντως δεν είμαι δυσαρεστημένος από την υπάρχουσα κατάσταση.

    -Όχι;

    -Δε θέλω να με θεωρήσεις μοιρολάτρη, αλλά πιστεύω ότι για κάποιο λόγο βρέθηκα να εργάζομαι σε αυτό το νοσοκομείο. Είπε και την κοίταξε με νόημα στα μάτια. Η Κατερίνα ήπιε μια γουλιά από το κρασί της και κοίταξε κάτω στον δρόμο, από το μπαλκόνι του σπιτιού του, που την είχε καλέσει εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα.  

 

    Η Κατερίνα προσπαθούσε να κρατήσει τα προσχήματα ανάμεσα στον Αλέξη και την ίδια. Δεν ήθελε να τον αποθαρρύνει, αφού είχε αντιληφθεί το ενδιαφέρον του, μα ούτε και να τον ενθαρρύνει. Ήθελε να είναι σίγουρη ότι μπορεί να αφεθεί, μα για την ώρα τη στοίχειωνε ακόμα το παλιό της πάθος, κι ας είχε περάσει ένας χρόνος από την τελευταία φορά που είχαν βρεθεί και μάλιστα κάτω από ιδιαίτερα δυσάρεστες καταστάσεις, όταν όλες της οι προσδοκίες είχαν καταστραφεί εξαιτίας του.

    Κάτι που ευνοούσε τον Αλέξη να βρίσκετε κοντά στην Κατερίνα ήταν και το γεγονός ότι μένανε στην ίδια γειτονιά. Κάθε φορά που συμπίπτανε οι βάρδιες τους επέστρεφαν μαζί στα σπίτια τους, και αν και το σπίτι του Αλέξη βρισκόταν πριν της Κατερίνας, εκείνος πάντα τη συνόδευε ως την πόρτα της όταν γύριζαν αργά, ενώ άλλες φορές με δικαιολογία τη συζήτηση που μπορεί να είχαν, πάλι έφτανε ως τα σκαλιά της, και εκεί αποχωρίζονταν. Συχνά αντάλλασαν και επισκέψεις, αν η Κατερίνα δεν είχε να μελετήσει και δεν ήταν κουρασμένη. Τι ήταν αυτό όμως που γοήτευε την Κατερίνα πάνω στον Αλέξη; Σίγουρα ήταν ένας ωραίος άντρας, όμως όχι μόνο αυτό. Οι συζητήσεις που είχε συνήθως μαζί του, το να μη στέκονται μόνο στην καθημερινότητα, το να ανταλλάσουν απόψεις πάνω σε πολλά θέματα, ακόμα και οι διαφωνίες της μαζί του είχαν γοητεία.                           

    Και έτσι σιγά σιγά η ανάμνηση του Δημήτρη άρχιζε να σβήνει, αν και στην πραγματικότητα ένας τόσο θυελλώδης έρωτας δεν μπορεί να διαγραφεί σαν να μην συνέβη ποτέ, αλλά πλέον τον είχε σπρώξει τόσο στο ασυνείδητο της που δεν τον σκεφτόταν καθόλου κατά τη διάρκεια της μέρας, μόνο κάποιες βραδιές εμφανιζόταν σα θολή λυπημένη μορφή στον ύπνο της, μα τίποτα περισσότερο. Ποιος ήταν όμως ο λόγος που δεν της επέτρεπε να ονειρευτεί τον Αλέξη και να του δώσει μια ευκαιρία. Ο φόβος, η Κατερίνα φοβόταν ότι θα ξανάπεφτε έξω και ότι θα πληγωνόταν, έτσι προτιμούσε να μένει μόνη παρά να τολμήσει να δώσει μια ευκαιρία στο συνάδελφο της, που ο καημένος επέμενε σιωπηλά.

 

    Ο Αλέξης ήταν γοητευμένος από τη νεαρή γιατρό και πολύ επίμονος από τη φύση του, έτσι την πολιορκούσε διακριτικά αφήνοντας της χώρο και χρόνο. Στην αρχή θεωρούσε ότι χρειαζόταν λίγο καιρό για να συνηθίσει τη νέα της ζωή στη συμπρωτεύουσα, όμως σύντομα αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν αυτό που την έκανε διστακτική, αλλά κάτι αόρατο που κουβαλούσε μαζί της, φαινόταν στον αέρα που εξέπνεε και ύστερα πάλι τον τραβούσε μέσα της. Κι όταν ο εχθρός είναι άυλος, συνήθως είναι και πιο άτρωτος, όμως αυτός θα την έκανε να το αποβάλει ό,τι κι αν ήταν αυτό που την κρατούσε ακίνητη

    Είχε περάσει ένας χρόνος από την πρώτη τους συζήτηση στο κυλικείο του νοσοκομείου και η σχέση τους παρέμενε φιλική. Οι προσπάθειες του, άλλες φορές διακριτικές άλλες κάπως πιο ξεκάθαρες, έπεφταν πάντα στο κενό. Η Κατερίνα ή ήταν εντελώς ανίδεη ή την καμωνόταν με μεγάλη επιτυχία. Έπρεπε να πάρει δραστικές αποφάσεις και να της μιλήσει. Κι αν τη φόβιζε; Μα τι βλακείες ήταν αυτές, δεν ήταν δα και πιτσιρίκια, άνθρωποι σοβαροί και ώριμοι, μα αυτούς ακριβώς πρέπει να φοβάσαι! Έψαξε για εναλλακτική λύση και κατέληξε ότι πριν της μιλήσει θα έρεπε να κάνει ένα τεστ, κι αν πραγματικά ενδιαφερόταν θα τσιμπούσε το δόλωμα κατά 99,9% οπότε μετά θα ήξερε εκείνος τι δρόμο να ακολουθήσει. Και ποια ήταν αυτή η λύση, μα ποια άλλη, να της προκαλέσει τη ζήλεια, αν τα κατάφερνε ένα πράγμα θα σήμαινε, ότι ενδιαφέρεται. Άρχισε να εξετάζει προσεχτικά αυτό το ενδεχόμενο και όλα τα πιθανά συν και πλην που θα μπορούσε να έχει. Βέβαια το τελικό αποτέλεσμα που είχε όλο του το πλάνο, ούτε που θα το περίμενε ποτέ ο Αλέξης.                        

    Κι όλα γίνανε όπως τα είχε σχεδιάσει με μια παιδική του φίλη, στην πραγματικότητα τον πρώτο του έρωτα, όμως δε θα σταθούμε τώρα σε τέτοιες λεπτομέρειες. Ένα βράδυ που συμπέσανε τα ρεπό τους, την προσκάλεσε να βγούνε και να πάνε κάπου για χορό.

    -Μα δεν χορεύω

    -Δεν μπορεί!

    -Είμαι πολύ άτσαλη, θα σε πατάω όλη την ώρα.

    -Και πολύ ελαφριά, οπότε δε θα με πειράζει και πολύ.

    -Όταν νιώσεις το τακούνι μου θα σου πω εγώ.

    -Δεν χρειάζεται να βάλεις και στιλέτο.

    -Μήπως προτιμάς να βάλω και σπορτέξ;

    -Όχι, με αθλητικά σε βλέπω συνέχεια στη δουλειά, θα μου άρεσε να σε δω πιο γυναίκα.

    -Τι εννοείς;

    -Δεν ξέρω, εσύ τι μπορείς να κάνεις; Είπε και απομακρύνθηκε, για να μην προλάβει να του απαντήσει.

    Αχ Αλεξάκο, δε μας τα λες καλά τον τελευταίο καιρό…

 

    Το καθορισμένο βράδυ του ραντεβού την πήγε σε ένα κλαμπ με Latin. Πολλές φορές προσπάθησε να τη σηκώσει να χορέψουν, μα η Κατερίνα το απέφευγε με τη δικαιολογία ότι δεν ήθελε να γίνει ρεζίλη μπροστά σε τόσο κοινό. Και ενώ παρέμεναν στο τραπέζι τους απολαμβάνοντας το ποτό τους και τη συντροφιά ο ένας του άλλου, εμφανίστηκε μια ψιλή, λυγερόκορμη, μελαχρινή γυναίκα, που φορούσε ένα κόκκινο, κοντό φόρεμα που διέγραφε τις καμπύλες του κορμιού της.

    -Αλέεεξηη…

    -Νόραα!

    -(Νόρα);

    -Τι ευτυχία να σε συναντήσω εδώ απόψε.

    -Τι κάνεις;

    -Καλά είμαι. Εσύ όμως που χάθηκες βρε παλιόπαιδο;

    -Να σου συστήσω…. 

    Την στιγμή αυτή ακριβώς αλλάζει το τραγούδι, κι μπαίνει ένα πολύ γρήγορο και ρυθμικό κομμάτι.

    -Ακούς ποιο τραγούδι παίζουν; Θα μου κάνεις την χάρη να το χορέψεις μαζί μου;

    -Συνοδεύομαι ξέρεις. Απάντησε δήθεν δειλά ο Αλέξης.

    -Μην ανησυχείς, θα στον επιστρέψω ατσαλάκωτο μετά το τέλος του τραγουδιού. Είπε η Νόρα στην Κατερίνα και μην περιμένοντας απόκριση τον τράβηξε από το χέρι και τον ανέβασε μαζί της στην πίστα. Όμως αντίθετα από την υπόσχεση της δεν τον επέστρεψε ούτε μετά το τέλος του επόμενου τραγουδιού.

    Ο Αλέξης αποδείχτηκε αναμφισβήτητα ένας πολύ καλός χορευτής και ένας εξαιρετικός παρτενέρ. Οι κινήσεις του στο χορό γέμιζαν κρυφές επιθυμίες στο γυναικείο κοινό που τον παρακολουθούσε. Τα αγγίγματα του γεννούσαν ερωτισμό και πόθο. Η Κατερίνα παίρνοντας το ποτήρι με το ποτό στα χέρια της, θαύμαζε το φίλο της πάνω στην σκηνή, ενώ απορούσε ποια ήταν αυτή η Νόρα, από πού στην ευχή είχε εμφανιστεί και τι ρόλο έπαιζε στη ζωή του. Ενώ τη θεωρούσε ως ένα τουλάχιστον αγενές πλάσμα, αφού ούτε που μπήκε στον κόπο να την κοιτάξει όταν προσπάθησε να της την συστήσει ο Αλέξης, αντιθέτως τον τράβηξε μαζί της πάνω στην πίστα, και αυτός ήταν ο τρίτος χορός που χόρευαν. Η Κατερίνα άρχισε να νιώθει παραγκωνισμένη, κάτι που δεν της άρεσε καθόλου, αφού όπως ήταν φυσικό ήθελε όλη την προσοχή από τον άνθρωπο που τη συνόδευε και αντί γι’ αυτό καθόταν μόνη της σε ένα τραπεζάκι για δύο.

    Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει, να σηκωθεί να φύγει, αν και θα ήταν αυτό που του άξιζε, δεν τολμούσε, θα φαινόταν πειραγμένη κι ο Αλέξης μπορεί να μετάφραζε όπως του άρεσε αυτή της την αντίδραση, άσε που θα ήταν σαν να μην άντεχε τον ανταγωνισμό, σαν να τον παραχωρούσε. Έτσι παρέμεινε στο τραπέζι τους να τον χαζεύει να χορεύει με άλλη, πίνοντας μικρές γουλιές από το ποτό της.

    Όμως ο από μηχανής Θεός εμφανίστηκε για να δώσει λύση στην όλη κατάσταση. Ένας άντρας, γύρω στα σαράντα που καθόταν στο μπαρ, μόλις είδε την Κατερίνα του τράβηξε την προσοχή. Θεωρώντας ότι δεν είχε παρέα, μιας και είχε μπει στο κλαμπ αφού ο Αλέξης είχε μεταμορφωθεί από τραυματιοφορέας σε Λατίνος εραστής, οι φιγούρες που τολμούσε μαζί του αυτή η Νόρα, ήταν κάτι παραπάνω από τολμηρές, ζήτησε από το μπάρμαν να πάει ένα ποτήρι κρασί στην Κατερίνα, κερασμένο από τον ίδιο. Φτάνοντας ο μπάρμαν με το κρασί στο τραπέζι τους, την ώρα που έδειχνε στην Κατερίνα τον άντρα που της το κερνούσε, ο Αλέξης έκανε μια τελευταία στροφή στη Νόρα, και πριν προλάβει να τελειώσει το τραγούδι, εμφανίστηκε στην Κατερίνα χαρίζοντας της το πιο γοητευτικό του χαμόγελο και κάθισε απέναντι της.

    -Παρήγγειλες και δεύτερο ποτό, βλέπω!

    -Όχι ακριβώς, μου το κέρασαν.

    -Α!

    -Είναι τα τυχερά, όταν μια γυναίκα κάθετε χωρίς συντροφιά μέσα σε ένα κλαμπ, μπορεί κάποιος να προσφερθεί να την κεράσει.

    -Ναι, αλλά εσύ έχεις συντροφιά.

    -Δεν είχα, και κοιτάζοντας το ρολόι της, τα τελευταία δέκα με δεκαπέντε λεπτά. Του απάντησε εκείνη και του πρόσφερε το πιο ειρωνικό της χαμόγελο.

    -Συγνώμη, έχεις δίκιο.

    -Ελπίζω μόνο να το διασκέδασες.

    Ο Αλέξης γύρισε και κοίταξε τον άντρα στο μπαρ. Την είχε φέρει σε ένα μέρος γεμάτο με πειρασμούς, ο άντρας που την κέρασε ήταν πολύ γοητευτικός, κι αφού ο ίδιος τον έβρισκε ελκυστικό, πόσο μάλλον μια γυναίκα!

    -Θα πιεις το κρασί σου; Τη ρώτησε.

    -Έχω ήδη πιει αρκετά. Είπε η Κατερίνα, γεμίζοντας τον Αλέξη ευχαρίστηση που δεν δέχτηκε να δοκιμάσει ούτε γουλιά από το κέρασμα.

    -Θες να φύγουμε;

    -Ας φύγουμε.

    Ο Αλέξης ήπιε μια γερή γουλιά από το ποτό του, σηκώθηκε και προσφέροντας της το χέρι του σα να της ζητούσε να χορέψουν, την πήρε να φύγουν. Φτάσανε στο σπίτι της, όλη τη διαδρομή την είχαν κάνει κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου. Ο Αλέξης έσκυψε να τη φιλήσει, μα εκείνη τον τράβηξε από το χέρι και τον ανέβασε στο διαμέρισμα της.

    Δεν κατάλαβαν πότε βρέθηκαν γυμνοί και αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι. Εκείνος ένιωθε ευτυχισμένος που την κρατούσε στα χέρια του, όμως ήταν μια φοβισμένη ευτυχία, σα να έκλεβε κάτι που δεν του ανήκε και που σύντομα θα το πλήρωνε, αφού ο αόρατος εχθρός που ήταν πάντοτε παρόν θα του την έπαιρνε πίσω. Δεν ήταν η πράξη που αξίζει σε δυο ανθρώπους ερωτευμένους, αφού ένιωθε σα να διαπράττουν μοιχεία. Η Κατερίνα από τη δική της μεριά, ενάμιση χρόνο πια μόνη ένιωθε ότι ήταν ξανά ζωντανή, ρίγη διαπερνούσαν το κορμί της, έτρεμε μέσα στην αγκαλιά του ενώ δεχόταν τα χάδια και τα φιλιά του. Ξεχασμένα χάδια και φιλιά αναρρίγησαν το σώμα της. Άνοιγε τα μάτια της και έβλεπε τον Αλέξη, ζαλισμένο από τον έρωτα, τα έκλεινε και στο νου της ερχόταν ο Δημήτρης, όμως ένας Δημήτρης ξεθωριασμένος από τα σφάλματα και τα πάθη του.

    Με έναν αναστεναγμό ξάπλωσε πάνω στο στήθος της, ενώ τα δάχτυλα του χάιδευαν ελαφρά το κορμί της στο πλάι. Εκείνη ανασήκωσε το κεφάλι της και ακούμπησε τα χείλη της στα μαλλιά του. Δεν ήξερε ακριβώς ποιος ήταν, αλλά της αρκούσε που δεν ήταν μόνη.

    Μετά από μια σύντομη ξεκούραση, ο Αλέξης άρχισε με τα χείλη του να τη φιλάει στην κοιλιά, ενώ τα χέρια του ταξίδευαν σε όλη τη γυμνή επιδερμίδα της. Χωρίς βιασύνη τη δεύτερη φορά, αλλά με την ίδια ένταση και το ίδιο πάθος επανέλαβαν την ερωτική πράξη, κι αυτή τη φορά η Κατερίνα είτε είχε ανοιχτά, είτε είχε κλειστά τα μάτια, πάντα τον Αλέξη έβλεπε, άραγε ήταν ελεύθερη πια από την αιχμαλωσία του δεσμού της με τον Δημήτρη; Το επόμενο πρωί θα ήξερε.

   Ο Αλέξης ξάπλωσε στο πλευρό της και τραβώντας το σεντόνι, σκέπασε τα ιδρωμένα κορμιά τους. Ύστερα γυρίζοντας στο πλάι, τράβηξε την Κατερίνα επάνω του, κι αφού την αγκάλιασε αποκοιμήθηκε. Η Κατερίνα έμεινε για λίγο ξύπνια, φέρνοντας στην μνήμη της ό,τι είχε συμβεί εκείνο το βράδυ ζυγίζοντας την υπάρχουσα κατάσταση, όμως ο ύπνος έκλεινε τα βλέφαρα της, έτσι κούρνιασε στην αγκαλιά που της πρόσφερε ο Αλέξης, κι άφησε τις αποφάσεις για το επόμενο πρωί. Άλλωστε με τόση κούραση, πολύ πιθανόν το επόμενο πρωινό να μη θυμόταν τίποτα από ό,τι είχε αποφασίσει. Ευχήθηκε μόνο να έχει όμορφα όνειρα και πριν προλάβει καλά καλά να κλείσει τα μάτια της, βυθίστηκε σε έναν γλυκό ύπνο.  

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

 

    Είχε παραμείνει ξαπλωμένη στο κρεβάτι να τον κοιτάζει να φοράει τα ρούχα του, της έριξε μια ματιά και της χαμογέλασε, του χαμογέλασε και εκείνη. Ενάμιση χρόνο τώρα ο Δημήτρης ήταν σταθερός της πελάτης, και τι δε θα έδινε για να είναι και ο μοναδικός. Αλλά αυτό ήταν αδύνατον, μιας και δεν ήταν στο χέρι της. «Τι τα θες τώρα, ήξερες όταν έμπλεκες!» Προσπάθησε να εκκενώσει το μυαλό της από κάθε σκέψη και να το γεμίσει με τη μορφή του.

    -Τι σκέφτεσαι; Τη ρώτησε ο Δημήτρης.

    -Είσαι ο πρώτος μου πελάτης που ρωτάει τι σκέφτομαι, του είπε γυρίζοντας  στο πλάι.

    -Εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους.

    Ήταν κάποιοι μήνες τώρα που είχαν συμφωνήσει να πηγαίνει προς το τέλος της βάρδιας της, για να μπορούν να μένουν περισσότερο μαζί, άλλωστε όταν έφευγε εκείνος, δεν είχε καμία διάθεση για άλλους πελάτες. Ίσως και να της συνέβαινε  αυτό που φοβόταν, να ήταν ερωτευμένη με εκείνον το νεαρό που την είχε ξελογιάσει με τα χάδια και τα γλυκά του λόγια, κι ας ήξερε ότι δεν ήταν η ίδια η δικαιούχος τους, σε άλλη γυναίκα αναφερόταν, κάποιες φορές, όχι πολλές, του είχε ξεφύγει και το όνομα της. Θεέ μου τι ντροπή, να είναι ερωτευμένη με πελάτη της.

    -Μοιάζεις με έφηβο.

    -Δεν ξέρω τι πρέπει να σου απαντήσω. Είπε ύστερα από λίγη σκέψη.

    -Δεν υπάρχει κάτι να απαντήσεις, είναι απλά μια δική μου διαπίστωση. Τι γυρεύεις όμως σε αυτά τα μέρη, δεν ταιριάζεις εδώ.

    -Ούτε εσένα σου ταιριάζει, αλλά δες που βρίσκεσαι. Εγώ τουλάχιστον… μα έκοψε την φράση του στη μέση.

    -Γιατί σταμάτησες; Πες αυτό που είχες να πεις.

    -Τίποτα, βλακείες.

    -Εσύ τουλάχιστον έρχεσαι και ξαναφεύγεις, ενώ εγώ είμαι εδώ καθημερινά.

    -Συγνώμη, δεν ήθελα να σε θίξω. Ούτε εγώ είμαι καλύτερος από σένα.          

    -Δε μου είπες ποτέ τι δουλειά κάνεις.

    -Τι σε νοιάζει η δουλειά μου;

    -Είσαι πάντα τόσο σιωπηλός. Οι περισσότεροι πηδάνε και μετά βγάζουνε και τα εσώψυχα τους.

    -Εγώ δεν έχω κάτι να πω.

    -Γκρινιάζουν για τη γυναίκα τους, για τον προϊστάμενο τους, για τα παιδιά και εγώ δεν ξέρω για τι άλλο.

    -Ούτε και για να γκρινιάζω έχω κάτι.

    -Ευτυχισμένος άνθρωπος.

    -Καθόλου, απλά δέχομαι τα πράγματα όπως έρχονται.

    -Καλά, αφού δε θες να μιλήσεις.

    Ο Δημήτρης κάθισε στο κρεβάτι για να φορέσει τα παπούτσια του.

    -Τι θες να μάθεις;

    -Τίποτα που δε θες να μου πεις.

    -Κλειδαράς είμαι. Είπε αφού βρήκε κάτι που να ταιριάζει κάπως με την πραγματική του ειδικότητα.

    -Και τι κάνεις εδώ;

    -Τι ερώτηση είναι αυτή πάλι;

    -Μπορείς να έχεις όποια θες, είσαι ωραίος άντρας, σίγουρα θα έχεις κατακτήσεις.

    -Καμία δεν είναι πιο ωραία από σένα.

    -Έλα, μη με κοροϊδεύεις.

    -Δε σε κοροϊδεύω.

    -Ακόμα και εδώ που έρχεσαι, ενάμιση χρόνο τώρα όλο εμένα προτιμάς, ούτε που γυρνάς να κοιτάξεις κάποια άλλη εδώ μέσα.

    -Που το ξέρεις;

    -Σε οίκο ανοχής είμαστε, ήρθε καινούργιο εμπόρευμα και ούτε που το είδες.

    -Δεν ξέρω αν το συνειδητοποιείς αλλά αναφέρεσαι σε ανθρώπους.

    -Τόσα χρόνια εδώ μέσα το έχω ξεχάσει. Και εσύ δεν πιστεύω ότι δεν πας με κάποια άλλη για να μη με πληγώσεις.

    -Είμαι μονογαμικός. Της είπε και της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη.

    -Και πολύ τρυφερός.

    -Μη νομίζεις ότι αυτό το κάνω για σένα. Για μένα το κάνω.

    -Σου έλειψε η τρυφερότητα;

    -Ναι.

    -Γιατί δεν βρίσκεις μια καλή κοπέλα, να στα προσφέρει όλα αυτά που ζητάς.

    -Πως μπορείς να ξεχωρίσεις την καλή από την κακιά. Ή νομίζεις ότι είναι αρκετό να βρεις μια στερημένη που στην πορεία θα σου βγάλει όλα της τα κόμπλεξ.

    -Δε σε θεωρώ άντρα που δεν μπορεί να επιβληθεί σε μια γυναίκα και μάλιστα με τον ωραίο τρόπο.

    -Δεν ξέρω αν γίνεται να επιβληθείς σε κάποιον με ωραίο τρόπο. Η επιβολή από μόνη της έχει αρνητική έννοια.

    -Μπορείς να επιβληθείς σε κάποιον με αγάπη και τρυφερότητα. Όπως κάνεις με εμένα.

    -Δεν είχα σκοπό να σου επιβληθώ, άλλωστε εσύ είσαι άλλο.

    -Το ξέρω ότι είμαι άλλο.

    -Δεν εννοώ αυτό. Είσαι η άλλη όψη του δικού μου νομίσματος. Μπορώ να αντιληφθώ τον σφυγμό σου, γιατί μέσω αυτού ακούω τον δικό μου. Ενώ ένα κορίτσι «καθώς πρέπει» έχει μάθει να ονειρεύεται πρίγκιπες και ιππότες, και εγώ δεν είμαι.

    -Κι όμως όλες καταλήγουν ερωτευμένες με τον κακό της ιστορίας.

    -Ίσως επειδή τα ετερώνυμα έλκονται. Και ύστερα ξεκινάνε οι καυγάδες και η μιζέρια.

    -Θα μου λείψεις όταν έρθει η ώρα να σε αποχωριστώ.

    -Μην ανησυχείς, δεν έχω κάπου αλλού να πάω.

    -Ξέρεις, έχουν λυσσάξει όλες, που είσαι τακτικός και αποκλειστικός πελάτης μου. Ίσως κάποια φορά πρέπει να πας και με κάποια άλλη, γι’ αλλαγή, είπε θέλοντας να αλλάξει θέμα.

    -Γιατί έχουν λυσσάξει;

    -Επειδή ένας νέος και γοητευτικός άντρας προτιμά μόνο εμένα. Συνήθως οι πελάτες ζητάνε κάθε φορά κι άλλη γεύση, κι αφού γευτούν τα πάντα ίσως να καταλήξουν σε κάποια.

    -Σου κάνουν σκηνές οι άλλες;

    -Όχι ακόμα, αλλά δεν μπορείς να φανταστείς, οι καυγάδες ανάμεσα στις πουτάνες είναι ό,τι χειρότερο σε φασαρία και ποιότητα. Όταν δεν έχεις να χάσεις πια ούτε την αξιοπρέπεια σου, πέφτεις πολύ χαμηλά.

    -Θα ήταν χειρότερο πάντως, αν πήγαινα με κάποια άλλη και επέστρεφα πάλι σε σένα. Θα το έπαιρνε σαν απόρριψη. Φαντάσου τη λύσσα της…

    -Μα γιατί να επιστρέψεις;

    -Δε με θες για εραστή σου πια;

    -Εραστής! επανέλαβε και γέλασε. Ωραία το έθεσες!

    -Δε μου απάντησες.

    -Ρωτάνε συνέχεια όλοι τι είδους σχέση έχουμε. Δεν πιστεύουν ότι είσαι απλά πελάτης.

    -Εδώ μένεις;

    -Όχι, σε δικό μου σπίτι.

    -Θα μπορούσα να σε επισκέπτομαι εκεί.

    -Όχι, δε θα μπορούσες.

    -Γιατί, είσαι παντρεμένη;

    -Όχι.

    -Τότε;

    -Αν το μάθουν ότι δέχομαι στο σπίτι, θα έχουμε σοβαρότερο πρόβλημα, δεν καταλαβαίνεις;

    -Δε θα το μάθουν.

    -Θα ήθελα να είχα τη σιγουριά σου, αλλά αν το κάνω θα είμαστε και οι δυο χαμένοι. Γιατί θα το μάθουν.

    -Πως θα ήθελα μια φορά να σε δω χωρίς όλο αυτό το μακιγιάζ.

    -Πάνω στον καθρέφτη είναι η κρέμα του ντεμακιγιάζ.

    Ο Δημήτρης σηκώθηκε από το κρεβάτι, βρήκε λίγο βαμβάκι, άπλωσε την κρέμα πάνω σε αυτό και πλησίασε τη γυναίκα. Εκείνη έκλεισε τα μάτια και τον άφησε να την περιποιηθεί.

    -Είσαι πολύ πιο όμορφη έτσι. Όλο αυτό το μακιγιάζ σου παραμορφώνει το πρόσωπο.

    -Αυτός είναι ο σκοπός του. Είναι μια μάσκα για τις ώρες της εργασίας.

    -Λοιπόν, θα μου δώσεις τη διεύθυνση;

    -Έχεις τρελαθεί.

    -Και εσύ επίσης, γιατί θα μου τη δώσεις.

 

    Είχε μπει ο Μάης πια, ο Δημήτρης είχε μετακομίσει στην Αθήνα σχεδόν δυο χρόνια. Αν και ο καιρός για εκείνον περνούσε χωρίς να του δίνει καμία σημασία. Όπως το είχε σχεδιάσει πριν φύγει από τα Ιωάννινα, η μόνιμη δουλειά του ήταν χωρίς καμιά ασφάλεια, αφεντικό του εαυτού του πλέον ήταν ο ίδιος σε μια εργασία που κάθε άλλο παρά νόμιμη ήταν. Τα λεφτά που έβγαζε όμως από τα πορτοφόλια και τις διαρρήξεις δεν ήταν όσα θα επιθυμούσε. «Το κέρδος μικρό, και το ρίσκο μεγάλο» επαναλάμβανε στον εαυτό του κάθε φορά που επέστρεφε στην αποθήκη που είχε νοικιάσει, στο κέντρο της Αθήνας.                              

 

    Εκείνο όμως το βράδυ δεν είχε διάθεση να επιστρέψει στη μιζέρια του. Κάθισε σε ένα παγκάκι και χάζευε γύρω του. Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά, ήταν η πρώτη φορά που το πρόσεχε, όλο αυτό τον καιρό ήταν σαν να είχε παγώσει και δεν αισθανόταν απολύτως τίποτα, δεν ευχαριστιόταν τίποτα. Έκανε ό,τι έκανε χωρίς συγκεκριμένο σκοπό και στόχο. Ήταν ολιγαρκής απλά γιατί αδιαφορούσε για όλα. Μπορούσε να μένει σε μια τρύπα χωρίς θέρμανση με κίνδυνο να πάθει κρυοπαγήματα το χειμώνα και θερμοπληξία το καλοκαίρι, χωρίς να παραπονιέται. Τα λεφτά που έβγαζε από τις διαρρήξεις στα σπίτια ίσα που του φτάνανε να νοικιάζει την αποθήκη, να τρώει και να πληρώνει τους λογαριασμούς στον ιδιοκτήτη, και να πηγαίνει μια φορά την βδομάδα να επισκέπτεται τη Φωτεινή.

    Έπρεπε να το πάρει απόφαση, τα λεφτά από τις διαρρήξεις ήταν ψίχουλα ειδικά μπροστά σε αυτά που θα έβγαζε από άλλες «επιχειρήσεις». Αν ήταν για παράδειγμα να ληστέψει μια τράπεζα, αυτό ναι, θα είχε κέρδη και αν δεν αναγκαζόταν να τραυματίσει κάποιον υπάλληλο ή πελάτη, τότε θα ήταν και έντιμο από όλες τις πλευρές. Όμως χρειαζόταν καλός σχεδιασμός και ένα συνέταιρο έξυπνο, έμπιστο και τίμιο. Τέτοιο πρόσωπο αδύνατον να συναντήσει στα μέρη που σύχναζε, και για τη δουλειά που τον χρειαζόταν.

    Έψαξε με το μυαλό του για άλλες κερδοφόρες πηγές. Ναι, σίγουρα και τα δύο αυτά είχαν χρήματα, ενώ οι κάτοχοι τους προστατεύονται από γραπτούς και άγραφους νόμους. Μάλιστα θα μπορούσε να μπλεχτεί και με τα δύο, εκτός από χρήματα θα κέρδιζε εκτίμηση και σεβασμό. Χρειαζόταν όμως έναν μέντορα να τον εμπιστευτεί και να τον βάλει στα κόλπα. Να του εξηγήσει ό,τι είχε να κάνει με το εμπόριο γυναικών και ναρκωτικών. Αν προσπαθούσε να μπλεχτεί από μόνος του, σύντομα θα τον έβρισκαν σε κανένα χαντάκι με πολτοποιημένο το κεφάλι.

    «Πρέπει να έχεις κότσια για κάτι τέτοια, δε μιλάμε για απλές διαρρήξεις. Να ξέρεις ότι ο δρόμος αυτός από την στιγμή που τον πήρες δεν έχει επιστροφή και ότι από την στιγμή που θα θελήσεις να εκμεταλλευτείς ανθρώπινες ψυχές, να τις γεμίσεις με πόνο και εξάρτηση, πουλάς την ψυχή σου στο διάολο, και κανένας Θεός δεν πρόκειται να σε συγχωρήσει. Πρέπει να αφαιρέσεις κάθε τι το ανθρώπινο από μέσα σου, να γίνεις ένα κτήνος, γιατί μόνο έτσι θα ανέβεις στην ιεραρχία, και το κεφάλι σου θα είναι στη θέση του.»

    Επέστρεψε στην αποθήκη ζαλισμένος, όπως εκείνο το πρωί που είχε ξαπλώσει με τη Λόπη, για να πάρει την εκδίκηση που νόμιζε. Έτρεξε στο μπάνιο και έβγαλε ό,τι υπήρχε μέσα του, με κόπο έφτασε ως το κρεβάτι και ξάπλωσε ανάσκελα. Το χαμηλό ταβάνι έφερνε βόλτες πάνω από το κεφάλι του. Ποιος Θεός τον τιμωρούσε, ποιος διάολος τον δοκίμαζε. Έφερνε στο μυαλό του το πρόσωπο της πόρνης, που είχε περάσει μαζί της κι αυτή του τη νύχτα. Φαινόταν ότι τον εμπιστευόταν, ότι τον συμπαθούσε. Τι μπορούσε να ξέρει αυτή; Άπλωσε το χέρι του δίπλα, γύρισε μπρούμυτα και ξαναέκανε εμετό, στράφηκε από την άλλη πλευρά του κρεβατιού και ψαχούλεψε κάτω από αυτό. Βρήκε την κορνίζα με τη φωτογραφία της, που είχε κλέψει από το σπίτι της κάποια χρόνια πριν. Μια χωρισμένη στα δύο φωτογραφία με δυο κορίτσια αγκαλιασμένα που κοιτούσαν το φακό. Η μία ήταν ο πρώτος του έρωτας, εκείνη που περίμενε κάθε καλοκαίρι να πάει να τον συναντήσει, η ανέμελη και ξέγνοιαστη, όμως εκείνη δεν πήγε ποτέ. Το άλλο κορίτσι της φωτογραφίας ήταν η μοναδική του αγάπη, που δε θα την αντικαθιστούσε ποτέ καμία άλλη. Ήταν η μοναδική που είχε στο μυαλό του όταν έκανε έρωτα στις άλλες. Με τη μορφή της κοιμόταν, με την έγνοια της ξύπναγε. Έσφιξε την κορνίζα στην αγκαλιά του και αποκοιμήθηκε.

 

    Το πρωί ξύπνησε από μια ενοχλητική μυρωδιά ξινίλας. Βλαστημώντας σηκώθηκε και έβρεξε πανιά για να μαζέψει την ακαταστασία της περασμένης βραδιάς. Ύστερα άνοιξε το παράθυρο να αεριστεί ο χώρος. Ποιος θα τον φανταζόταν σε αυτή την κατάσταση; Θυμήθηκε τους συγχωριανούς του και σκέφτηκε ότι κάμποσοι ήταν αυτοί που θα περίμεναν από εκείνον μια τέτοια κατάληξη. Μόνο η Κατερίνα ίσως απογοητευόταν που έφτασε τόσο χαμηλά. Ήταν στην πιο δημιουργική του ηλικία, μόλις 28 ετών και προτιμούσε να ζει κατ’ αυτόν τον τρόπο, με μοναδική προσδοκία πως θα γίνει λιγότερο άνθρωπος απ’ ότι ήδη ήταν. Πώς να ισοπεδώσει την μνήμη του πατέρα του και να κυλίσει περισσότερο στην λάσπη το όνομα τους. Γύρισε στο κρεβάτι του και κάθισε, το αεράκι και ο ήλιος που γλίστρησαν από το παραθυράκι του, ένιωσε ότι του έκαναν καλό. Ξαφνικά μια επιθυμία να βγει στο φως και να αποκαλυφτεί, τον κυριάρχησε.

    Μόλις βγήκε στον δρόμο σκέφτηκε ότι αν τελικά αποφάσιζε να πραγματοποιήσει τα χθεσινοβραδινά του σχέδια, θα βυθιζόταν για πάντα στο έρεβος. Η βόλτα του στους δρόμους μέσα στη μέρα τον έκαναν να συνειδητοποιήσει ότι οι στενοί τοίχοι της αποθήκης κόντευαν να γίνουν αποπνικτικοί όσο ένας τάφος. «Ας ανακεφαλαι­ώσου­με» σκέφτηκε, όταν είχε φτάσει στην Αθήνα, είχε καθίσει και είχε μελετήσει τα «ταλέντα του» και είχε καταλήξει ότι δύο ήταν αυτά, που συγχωνεύονταν σε ένα «στο να κλέβει». Μέχρι στιγμής από καθαρή τύχη δεν τον είχαν πιάσει στα πράσα και δεν είχε χρειαστεί να σκοτώσει κάποιον ή και να σκοτωθεί ο ίδιος. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του ότι δε θα το έκανε, δε θα έπαιρνε τη ζωή κάποιου, όμως ποιος ξέρει τι θα αναγκαζόταν να κάνει με τον δρόμο που είχε πάρει. Τα ταλέντα του λοιπόν  τον είχαν ρίξει στο τελευταίο σκαλοπάτι όλων των ειδικοτήτων, νόμιμων αλλά και παράνομων. Ζούσε εις βάρος των κόπων των ανθρώπων, αφού λήστευε ό,τι οι ίδιοι είχαν κερδίσει με δουλειά, τι κι αν δεν το έκανε τόσο κυνικά όσο το κάνανε άλλοι συνάδερφοι του, δεν ήταν καλύτερος τους μιας και εξακολουθούσε να ζει από αυτό. Από την άλλη ούτε οι παράνομοι εκτιμούσαν τον κλάδο του, ήταν κάτι σαν τους φτωχούς συγγενείς, η τελευταία κλίμακα των εγκληματιών, αυτοί που συνήθως συλλαμβάνονται πιο εύκολα από τις αρχές. Φυσικά αφού στα ναρκωτικά, την πορνεία και την προστασία μαγαζιών, μεγαλύτεροι και καλύτεροι «επαγγελματίες» υπήρχαν στην πιάτσα, με διασυνδέσεις στην αστυνομία,  κατοχυρωμένοι και προστατευμένοι.  

    Η ερώτηση που απόμενε να κάνει στον εαυτό του ήταν μία. «Έχεις τα κότσια να γίνεις κάτι περισσότερο από απλός διαρρήκτης;»

    «Όχι» βγήκε αυθόρμητα η απάντηση από το στόμα του. Κι ο λόγος δεν ήταν επειδή φοβόταν και δεν πίστευε στον εαυτό του. Ήταν σίγουρος ότι σύντομα θα μπορούσε να γίνει το πρωτοπαλίκαρο κάποιου. Ήξερε όμως ότι την ώρα που θα έπαιρνε την απόφαση αυτή θα έχανε και το τελευταίο ίχνος αυτοσεβασμού που του είχε απομείνει. Τελικά τα χρόνια που είχε ζήσει δίπλα της, αν και αυτή την στιγμή του φαινόταν μακρινά, καλλιέργησαν μέσα του την επιθυμία να είναι φρόνιμος σαν παιδί, να μη ζητάει μπλεξίματα. Ξαφνικά επιθύμησε να επιστρέψει στην παλιά του ζωή. Τίποτα δεν είχε τελειώσει, κάτι μέσα του έλεγε ότι θα την ξανάβρισκε στον δρόμο του. Αν ακολουθούσε το λάθος μονοπάτι θα την έχανε για πάντα, αν όμως προσπαθούσε να ξανακερδίσει τον χαμένο χρόνο; Αδύνατον, ο χρόνος που πέρασε έφυγε και δεν πρόκειται να επιστρέψει, όμως το θέμα ήταν να μην αφήσει άλλον να χαθεί.

    Άλλωστε υπήρχε και το τρίτο ταλέντο, το οποίο όλον αυτό τον καιρό το αγνοούσε γιατί δεν ήθελε να θυμάται. Όμως ήταν έτοιμος πια να φέρει και πάλι στη μνήμη του την ιστορία τους από την αρχή, να κρατήσει ζωντανή μέσα του την φλόγα που τόσο καιρό τρεμόσβηνε. Σηκώθηκε από το παγκάκι για να επιστρέψει στο σπίτι, ο Θεός να το κάνει σπίτι. Πλέον ήξερε το μέλλον του, τι ήθελε να κάνει και τι θα έκανε. Όμως πρώτα έπρεπε να κάνει ένα μπάνιο και ύστερα θα έψαχνε για δουλειά σε συνεργείο ή παρκινγκ. Δεν μπορεί ολόκληρη Αθήνα κάτι θα βρισκόταν και γι’ αυτόν, ακόμα κι αν δεν ήταν σε κανέναν από τους τομείς του. Στην ανάγκη θα κοίταζε και για κλειδαράς.    

 

 

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

         

    Ποτέ δε θα το φανταζόταν ο Αλέξης, ότι μετά από μια τόσο φλογερή βραδιά με μια γυναίκα, και μάλιστα της ποιότητας της Κατερίνας, θα δεχόταν τέτοια ψυχρολουσία. Έφερνε και ξανάφερνε στο μυαλό του τα λόγια που του είχε πει το πρωί και δεν ήθελε να τα πιστέψει, άσε που πρέπει να έμοιαζε τουλάχιστον με βλάκας, έτσι όπως καθόταν και την άκουγε. Είχε νιώσει τόσο ευτυχισμένος το πρωί που ξύπνησε και την αντίκρισε στο πλάι του, όμως η ψευδαίσθηση γρήγορα διαλύθηκε.

    Για αρχή του είπε ότι έπρεπε να βγάλει από το μυαλό του, ότι αυτούς τους δύο τους ένωνε κάτι περισσότερο από μια συναδερφική φιλία και εκτίμηση. Δυστυχώς δεν ήταν έτοιμη να μπει σε μια σχέση, όσο κι αν ο ίδιος ήταν ότι θα ήθελε μια γυναίκα πλάι της. Με λίγα λόγια του έλεγε κάπως πιο κομψά, ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις και είχε τα προσόντα για να είναι δίπλα της, όμως αυτή δε ζητούσε υπαλλήλους. Τουλάχιστον όχι για πλήρη απασχόληση, κι αν ήθελε ο ίδιος θα μπορούσαν να επαναλαμβάνουν την χθεσινοβραδινή τους δραστηριότητα, χωρίς περαιτέρω δεσμεύσεις κι απαιτήσεις, και φυσικά όλα αυτά με πλήρη διακριτικότητα. Αν πάλι δεν ήθελε μπορούσαν ευχαρίστως να συνεχίσουν διατηρώντας την σχέση τους όπως ήταν μόλις πριν το προηγούμενο βράδυ.

    Ο Αλέξης σηκώθηκε σιωπηλός από το κρεβάτι  κι άρχισε να μαζεύει τα ρούχα του που ήταν διασκορπισμένα στο πάτωμα και να τα φοράει.

    -Λοιπόν; Τον ρώτησε η Κατερίνα δειλά, κρύβοντας την γύμνια της με το σεντόνι.

    -Ό,τι θες εσύ… της απάντησε, κι αφού ντύθηκε, θα τα πούμε στη δουλειά, και χωρίς άλλη κουβέντα έφυγε από το διαμέρισμα της.  

 

    Φυσικά και δεν ήθελε σοβαρή σχέση μαζί του, θα προτιμούσε κάποιο μεγαλογιατρό κι όχι έναν τραυματιοφορέα, άσε που ενάμιση χρόνο τώρα στο νοσοκομείο, είχε όπως φαίνεται, κωλύσει και τα ελαττώματα των γιατρών, που σε κάθε εφημερία, αν υπήρχε «διαθέσιμη» νοσηλεύτρια, την στρίμωχναν για να περάσουν πιο γρήγορα και ευχάριστα οι ανιαρές ώρες τους στο νοσοκομείο. Έτσι και η Κατερίνα τώρα, είχε διασκεδάσει μαζί του σε ένα ρεπό της. Όσο για το θέμα του «να μείνει μεταξύ μας» δεν υπήρχε θέμα συζήτησης, αν και πολύ θα τον ζηλεύανε, σιγά μη μαρτυρούσε την ξευτίλα του στους άλλους συναδέρφους, που άλλο που δε ήθελαν θα του έλεγαν ότι τον εκμεταλλεύτηκε και σιγά μην γυρίσει να κοιτάξει αυτόν μια νέα και όμορφη γιατρός όπως η Κατερίνα Παπά. Δε θα του άρεσε να ακούσει τέτοια πράγματα κι ο λόγος κυρίως ήταν ο έρωτας που ήδη ένιωθε για την ξαδέλφη μου. Βέβαια στα ίδια συμπεράσματα είχε καταλήξει και ο ίδιος προ ολίγου και παρά του ότι θύμωσε με τα λόγια της λεγάμενης αποφάσισε να μην το δείξει και να συνεχίσει έστω κι έτσι μαζί της, που ξέρεις μπορεί κάποτε να της άλλαζε μυαλά. Θυμήθηκε την υφή του δέρματος της και αναρρίγησε ολόκληρος. Να υπήρχε άραγε κάποιο άλλο πρόσωπο στη ζωή της, όμως δεν του είχε αναφέρει κάποιον όλο αυτό τον καιρό που η σχέση τους παρέμενε φιλική, εκτός κι αν είχε βλέψεις για κάποιον. Όμως για ποιόν; Ποιος μπορεί να ήταν ο αόρατος ανταγωνιστής του; Ήταν θυμωμένος μαζί της, όμως προτιμούσε το λίγο από το τίποτα και αργά ή γρήγορα να μην τον λέγανε Αλέξη, αν δεν κατάφερνε να της αλλάξει τα μυαλά!

    Ομολογουμένως οι κρυφές σχέσεις και κυρίως η μη συμβατές με τον χαρακτήρα της, είχαν γίνει δεύτερη φύση της Κατερίνας. Όμως ίσως όλη αυτή η κατάσταση τη διασκέδαζε αν και στην πραγματικότητα η σχέση της με τον Αλέξη μόνο ελεύθερη δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Επαναλάμβαναν συχνά τη δραστηριότητα εκείνης της νύχτας στο σπίτι του ή στο δικό της, όμως όπου και να ήταν παρέμεναν μαζί όλο το βράδυ αγκαλιασμένοι, εκτός κι αν κάποιος είχε βάρδια. Τα διαλείμματα τους συνήθως τα περνούσαν πλέον μαζί, και παρά το γεγονός ότι ήταν αρκετά διακριτικοί και φέρονταν σαν δυο καλοί φίλοι που νιώθουν άνετα ο ένας με τον άλλον, είχαν δώσει τροφή για σχόλια στους συναδέρφους τους, μιας και η «ξινή» καταδεχόταν να κάνει παρέα με κάποιον που δεν ήταν γιατρός, αυτό κι αν ήταν σκάνδαλο. Αλλά κι αυτό το παιδί ο Αλέξης πως μπορούσε και έκανε παρέα μαζί της; Αυτό ήταν το μεγάλο ερωτηματικό που βασάνιζε κυρίως το θηλυκό πληθυσμό του προσωπικού.

    Συχνά γευμάτιζαν μαζί κι αν δεν εργάζονταν ή δεν ήταν παρέα, μιλούσαν με τις ώρες στο τηλέφωνο, βρίσκοντας κάθε ανόητη αφορμή για να τηλεφωνήσει ο ένας στον άλλο. Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πως αυτόν τον κανονικό από όλες τις πλευρές δεσμό η ξαδέλφη μου επέμενε να τον θεωρεί ελεύθερο από υποχρεώσεις. Και ευτυχώς για την ιστορία, ο Αλέξης αν και καταλάβαινε ότι τα πράγματα ήταν περισσότερο σοβαρά από όσο ήθελε να πιστεύει το κορίτσι του, δεν έκανε ποτέ κανένα σχόλιο ή αστείο, θυμίζοντας της όσα εκείνη είχε επιβάλει για τη μορφή της σχέσης τους, την πρώτη βραδιά που πέρασαν μαζί. Μόνο όταν ήταν έξω από το σπίτι ήταν πιο σοβαροί και συμπεριφέρονταν σαν φίλοι, αν και κάποιες φορές είχε καταφέρει να της κλέψει και από κανένα φιλί στο στόμα, όμως όταν γυρνούσαν στο σπίτι, τον αντάμειβε για όλη την καρτερικότητα που έδειχνε έξω.

    Δεν ξέρω αν ήταν φόβος ή ενοχή απέναντι στο Δημήτρη που τον είχε αντικαταστήσει με κάποιον άλλο, αν και είχε υποφέρει αρκετά εξαιτίας του. Έξι χρόνια όμως μαζί του, έξι χρόνια ευτυχισμένα στο πλάι του πάντα την έκαναν να πιστεύει ότι το να είναι μαζί θα ήταν η φυσική τους κατάληξη, και ότι δε θα υπήρχε κάποιος άλλος για κείνη. Είναι δύσκολο να βγει η ιδέα από έναν άνθρωπο αν για χρόνια κοιμάται και ξυπνάει μαζί της, ακόμα κι αν έχει βγει από τη συνθήκη που την εξυπηρετεί. Οπότε σαν ιδέα και μόνο ήταν δύσκολο για κείνη να κατανοήσει τον Αλέξη και ότι είχε αντικαταστήσει τον άνθρωπο που θεωρούσε το παν. Ο Αλέξης ήταν κατασταλαγμένος, δεν θα τον έκανε να ξεφύγει από την πορεία του κάποια τάση προς εκδίκηση, ίσως βέβαια δεν είχε κάποιο λόγο για να εκδικηθεί κανέναν, αντίθετα με το Δημήτρη. Την αγαπούσε και την έκανε να νιώθει μοναδική σα γυναίκα, κάπως κλισέ, όμως αυτό ένιωθε να εισπράττει η Κατερίνα από τον Αλέξη.

    Μπορεί να είχαν περάσει δύο χρόνια σχεδόν που δεν είχε νέα του, ήταν ο υπεύθυνος που είχε διαλύσει το δεσμό τους, όμως για την Κατερίνα ο Δημήτρης δεν έπαυε να είναι ένα αγαπημένο πρόσωπο, όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Το πιθανότερο δυο χρόνια μετά την απουσία της να είχε αποφασίσει να ξαναφτιάξει τη ζωή του δίπλα σε κάποια άλλη γυναίκα. Αλήθεια πως θα το έπαιρνε η Κατερίνα, θα ένιωθε λύπη, θυμό ανακατεμένο με ζήλια που την είχε αντικαταστήσει τόσο εύκολα με κάποια άλλη; Ξαφνικά ένιωσε σα να μην είχε πλέον καμία σημασία η Λόπη, άλλωστε για κείνη τη δύστυχη ο Δημήτρης δεν είχε νιώσει ποτέ τίποτα, ούτε έρωτα, ούτε καν πόθο. Η απιστία του μαζί της είχε όνομα και ήταν εκδίκηση! Πως θα μπορούσε να είναι τόσο σίγουρη; Απλά ήταν. Και ξαφνικά ο πόνος και η ανασφάλεια επέστρεψαν στην καρδιά της και την πλήγωναν για μια ιστορία που ήταν περασμένη μα όχι ξεχασμένη. Η ίδια ήταν μάρτυρας της βίαιης συμπεριφοράς του, δυστυχώς ο αγαπημένος της ήταν πλάσμα αυτοκαταστροφικό. Δεν μπορούσε να δείξει εμπιστοσύνη σε κανέναν, ούτε καν στον εαυτό του, δεν ήταν άξιος γι’ αυτό. Όσο και να την αγαπούσε στο τέλος θα την πλήγωνε. Ίσως να φταίει που γνωρίστηκαν και στα άγουρα χρόνια του, αλλά πάντα πίστευε ή ήθελε να το κάνει, ότι αυτό ήταν το γεγονός που τους έδενε ακόμα περισσότερο. Το ότι ήταν «δυο παιδιά μόνα» έκανε πιο ισχυρό τον δεσμό τους.

    Όταν εκείνο το πρωινό που ξύπνησε στο πλάι του Αλέξη και του αράδιασε ένα σωρό ασυναρτησίες, και μάλιστα χωρίς να το μετανιώνει, δεν το έκανε επειδή θεωρούσε το νεαρό συνάδελφό της λίγο ή ανάξιο, ούτε άφηνε την πόρτα ανοιχτή για κάτι άλλο, όπως λανθασμένα οδήγησε τον Αλέξη να πιστέψει. Ο φόβος της όμως μην αφεθεί και προδοθεί πάλι της δημιούργησε άμυνες που την έκαναν να αραδιάζει αηδίες. Ο φόβος είναι κάτι που λειτουργεί ανασταλτικά στους ανθρώπους, και αν δε δείξει κάποιος το κατάλληλο θάρρος δεν πρόκειται να κάνει βήμα μπροστά. Η πραγματική της όμως ανάγκη να είναι με κάποιον σε συνδυασμό ότι αυτός ο κάποιος τη γοήτευε, αντίθετα με αυτά που είχε πει, την έσπρωχναν να λειτουργεί διαφορετικά και χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε σε μια κανονική και αποκλειστική σχέση από όλες τις πλευρές.                    

     Είχε ήδη παραδεχτεί ότι αν μάθαινε ότι ο Δημήτρης είχε κάνει σχέση με κάποια άλλη γυναίκα θα την ενοχλούσε, όμως δεν έπρεπε να αναρωτηθεί το ίδιο πράγμα και για το παρόν της που το αντιπροσώπευε ο Αλέξης. Του είχε δώσει κάθε δικαίωμα η ίδια να κάνει ό,τι ήθελε με όποια ήθελε αλλά ποτέ δεν είχε μπει στη διαδικασία να σκεφτεί ότι ασκεί το δικαίωμα που του είχε τόσο απλόχερα προσφέρει. Με τα μάτια της είχε δει ότι ο Αλέξης δεν περνούσε απαρατήρητος, όχι μόνο στο κλαμπ που είχε έρθει η άλλη και της τον είχε αρπάξει, αλλά και στη δουλειά όλες σέρνονταν πίσω του, λιγωμένες για ένα του χαμόγελο, για μια του λέξη, για ένα του βλέμμα. Μάλλον έπρεπε να αναθεωρήσει τις ιδέες της πάνω στο θέμα.

 

    Μια δυσάρεστη, θα την έλεγε κανείς, έκπληξη περίμενε τον Αλέξη στο κυλικείο του νοσοκομείου. Μπαίνοντας στη μικρή αίθουσα, είδε την Κατερίνα να κάθεται με τον Σταθόπουλο, διακεκριμένο καρδιοχειρουργό, με δικό του εξωτερικό ιατρείο, μεγάλη ακίνητη περιουσία, και φουσκωμένους λογαριασμούς στις τράπεζες. Ο γιατρός είχε τη φήμη μεγάλου καρδιοκατακτητή, τι κι αν ήταν παντρεμένος και περασμένης κάπως ηλικίας, λεπτομέρειες. Φαινόταν ότι υπήρχε μεγάλη οικειότητα ανάμεσα τους, ο γιατρός συχνά έσκυβε κοντά στην Κατερίνα ενώ συχνά την άγγιζε. Έτσι εξηγούνται όλα, γι’ αυτό δεν ήθελε να φαίνεται δεσμευμένη. Ο Αλέξης τους έριξε μια θυμωμένη ματιά και πήγε και κάθισε παράταιρα μόνος του, τι άλλο θα μπορούσε να κάνει άλλωστε, η κοπέλα του το είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή, η σχέση τους ήταν ελεύθερη, που μόνο ένα πράγμα σήμαινε και το ήξερε πολύ καλά όταν συμφωνούσε.              

    Ο γιατρός σηκώθηκε να φύγει και η Κατερίνα πήγε στο τραπέζι του Αλέξη, που υποκρινόταν ότι διάβαζε ένα από εκείνα τα λογοτεχνικά βιβλία, που του έτρωγαν πολλές από τις ελεύθερες ώρες του.

    -Τι έγινε, ούτε γεια δε λες εσύ;

    -Δεν ήθελα να χαλάσω το τρυφερό σας τετ α τετ.

    -Τι πράγμα;

    -Ελπίζω να βρήκες αυτό που ήθελες.

    -Ναι, κι εγώ το ελπίζω, αλλά τώρα έχω δουλειά οπότε θα τα πούμε άλλη στιγμή.

    -Ναι, πήγαινε, να μη σε περιμένει και το τζόβενο.

    -Αλέξη τι συμβαίνει; Της έγνεψε το κεφάλι, δείχνοντας της το γιατρό που την περίμενε στην πόρτα.

    -Πήγαινε, μεγάλος άνθρωπος δεν κάνει να μένει τόση ώρα όρθιος.

    -Θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή, είπε και κατευθύνθηκε προς το μεγαλογιατρό για να φύγει μαζί του.

 

    Ήταν το απόγευμα της επόμενης μέρας, όταν χτύπησε το τηλέφωνο του.

    -Τι έγινες εσύ, γιατί δεν πήρες ένα τηλέφωνο;

    -Σκέφτηκα μήπως ήσουν απασχολημένη και δεν ήθελα να σε ενοχλήσω.

    -Α! γι’ αυτό!

    Το κουδούνι χτύπησε πριν προλάβει να της απαντήσει.

    -Μισό λεπτό. είπε και ακούμπησε το ακουστικό πάνω στο τραπεζάκι. Η Κατερίνα μέσα από το τηλέφωνο άκουσε τα εξής.

    -Νόρα τι έκπληξη!

    -Αγάπη μου, πόσο καιρό έχουμε να βρεθούμε.

    -Νόρα; Ποια Νόρα; Πάλι αυτή στη μέση;

    -Μισό λεπτό να κλείσω το τηλέφωνο και θα είμαι όλος δικό σου. Όταν ο Αλέξης σήκωσε το ακουστικό, η γραμμή ήταν ήδη νεκρή. Δέκα λεπτά όμως αργότερα ξαναχτύπησε το κουδούνι του.

    -Μέρα επισκέψεων φαίνεται σήμερα αδερφούλα.

    -Κατερίνα; Είπε με έκπληξη. 

    Χωρίς να του απαντήσει τον έσπρωξε και μπήκε στο εσωτερικό του σπιτιού.

    -Σου ‘φερα το βιβλίο που μου δάνεισες.

    -Σου άρεσε; Τη ρώτησε παίρνοντας της το βιβλίο από τα χέρια.

    -Όχι πολύ, μόλις στη μέση το έφτασα.

    -Τόσο βαρετό!         

    -Ποιο βιβλίο; Ρώτησε μια γυναικεία φωνή πίσω τους. Η Κατερίνα στράφηκε για να συνειδητοποιήσει ότι αυτή δεν ήταν η Νόρα, η τουλάχιστον όχι η γνωστή Νόρα.

    -Δώρα να σου συστήσω, τη συνάδερφο μου, Κατερίνα η αδερφή μου.

    -Χάρηκα.

    -Κι εγώ είπαν δίνοντας τα χέρια.

    -Για ποιο βιβλίο μιλούσατε, αν επιτρέπεται.

    -Για το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο», του Λόρενς Ντάρελ.

    -Εγώ το είχα βρει εξαιρετικό.

    -Αν είναι έτσι, θα του δώσω μία ακόμα ευκαιρία μήπως συνεπάρει και εμένα  είπε και τράβηξε το βιβλίο από τα χέρια του Αλέξη. Και τώρα να σας αφήσω, θα έχετε πολλά να πείτε.

    -Πας να μελετήσεις; τη ρώτησε ο Αλέξης, γνέφοντας με τα μάτια του το βιβλίο.

    -Ίσως. Η Κατερίνα έκλεισε την πόρτα και έφυγε ανακου­φι­σμέ­ν­η.

    -Όμορφη κοπέλα. Το κορίτσι σου;

    -Έτσι φαίνεται.

    -Τι σημαίνει αυτό;

    Ο Αλέξης αρκέστηκε στο να ανασηκώσει απλά τους ώμους του.

 

     Ο Αλέξης ίσως είχε ό,τι εκείνη χρειαζόταν από έναν άντρα, ήταν καλός, υπομονετικός και εργατικός κι όλα αυτά από τη φύση του, επίσης ήταν αρκετά γοητευτικός κι ο λόγος που πολλές γυναίκες καρδιοχτυπούσαν στο νοσοκομείο. Γνώριζε πολύ καλά ότι αυτό που είχε ζήσει με το Δημήτρη δεν υπήρχε περίπτωση να το ξαναζήσει, να το ξανανιώσει, και έπρεπε να νιώθει τυχερή, δεν έχουν όλοι αυτή την ευκαιρία στη ζωή τους. Άλλωστε η ζωή δεν μπορεί να τελειώνει με έναν έρωτα και το απαίσιο τέλος του. Τα αισθήματα που της είχε προκαλέσει ο Δημήτρης, όλο αυτό το πάθος, όλη αυτή η ευτυχία και ύστερα όλη αυτή η απογοήτευση κι ο πόνος είναι ό,τι κλείνει μέσα στην αγκαλιά του ο υπερβολικός έρωτας.

    Κάθισε λοιπόν και τα ζύγισε, ο Αλέξης μετά από τον πόνο που τόσο απλόχερα της είχε προσφέρει ο Δημήτρης, ήταν εκείνος που είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη της, και που όταν θα τον γνωρίζανε οι δικοί της θα την επιδοκίμαζαν για την επιλογή της. Μέσα στα χέρια του θα μπορούσε να την κρατήσει, να την στηρίξει, να τη