BUTTERFLY ON THE BLOCK
Μαίρη Β
Ήταν δώρο του αδελφού της, κι η μητέρα το είχε κρεμάσει σε περίοπτη θέση. Ένα δώρο από το εξωτερικό. Ποτέ δεν την ξεχνούσε στα ταξίδια του ο Τάκης. Μια κορνίζα με μια πεταλούδα με πολύχρωμα φτερά.
"Δεν είναι χάρμα;" καμάρωνε η μητέρα σαν παγώνι, λες και ήταν δικά της τα φτερά. "Από τι υλικό είναι φτιαγμένη;" τόλμησε να ρωτήσει τον αδερφό της.
"Τι λες βρε Αγγελική;" είπε και γέλασε ο Τάκης. "Αληθινή είναι η butterfly μέσα στο κάδρο, όχι ψεύτικη".
"Αλήθεια!" παραξενεύτηκε η αδερφή του. "Μεγάλες πεταλούδες έχει η Ασία".
"Μεγάλη ήπειρος, μεγάλα έντομα, σε άλλα υστερούν οι Ασιάτες" σχολίασε εκείνος εισπράττοντας ένα σκούντημα και ένα χαμόγελο από τη μητέρα. Ο μικρός δεν είχε ακούσει το σχόλιο του θείου του για να απαιτήσει εξηγήσεις, το ενδιαφέρον του είχε κερδίσει η ζωντανή πεταλούδα μέσα στο κάδρο.
"Άλλο πάλι και τούτο", σκεφτόταν παραξενεμένος "πώς ζει μέσα στο κάδρο η πολύχρωμη πεταλούδα;" όμως το γέλιο του θείου του στην ερώτηση που είχε κάνει νωρίτερα η μητέρα του, δεν του επέτρεψε να εκφράσει την απορία του. Και ήταν μια απορία που τον βασάνισε πολύ κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Μόνο το απόγευμα, που βγήκε στη γειτονιά να παίξει με τους φίλους του, ξεχάστηκε για λίγο με το κυνηγητό και το κρυφτό. Μέχρι που μια πεταλούδα πέταξε ανάμεσα από την παρέα των αγοριών και κοριτσιών και τότε εκείνος θυμήθηκε την αιχμάλωτη πεταλούδα μέσα στο κάδρο, κρεμασμένη σε έναν τοίχο στη σάλα τους.
Χωρίς άλλη όρεξη, αποφάσισε να αποσυρθεί από το παιχνίδι, κάθισε στο πεζούλι κι αναρωτιόταν.
"Αν η πεταλούδα ζει μέσα στο κάδρο, αδύνατον να βρει από μόνη της τροφή. Αυτή πλέον είναι δική μας υποχρέωση, αν θέλουμε να παραμείνει ζωντανή και να διατηρήσει τα όμορφα φτερά της".
"Παντελή, δε θα έρθεις να παίξεις;" τον ρώτησε η φιλενάδα του η Κική.
"Μπα, δεν έχω διάθεση".
"Γιατί;" τον ρώτησε το κοριτσάκι κι εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του.
"Δεν ξέρω" απάντησε τελικά, ενώ στήριξε το κεφάλι μέσα στα χέρια του. Η Κική αποφάσισε να παρατήσει κι αυτή το παιχνίδι και να καθίσει δίπλα του. Τον συμπαθούσε πολύ τον Παντελή, και δεν ήθελε να τον αφήσει μόνο του και σεκλετισμένο, όπως θα σχολίαζε ο πατέρας της αν έβλεπε το συνοφρυωμένο μουτράκι του παιδικού της φίλου. Όταν ξαφνικά ο Παντελής κάτι θυμήθηκε.
"Τι κυνηγάει ο αδελφός σου με την απόχη;"
"Πεταλούδες. Αλλά εμένα δε μου αρέσει αυτό του το χόμπι. Οι πεταλούδες είναι για να πετάνε ελεύθερες και όχι να ζουν μέσα σε βαζάκια από μέλι", μείνανε για λίγο σιωπηλοί, πριν η Κική συνεχίσει να εκφράζει τις αντιρρήσεις της. "Είναι πιο όμορφες όταν πετώντας γεμίζουν τον αέρα με χρώματα ή όταν ανοιγοκλείνουν τα φτερά τους καθισμένες πάνω στα λουλούδια, από το να είναι κλεισμένες και λυπημένες".
"Δεν έχεις άδικο", συμφώνησε ο Παντελής. Όμως ποιος ακούει την κυρά Αγγελική αν την αφήσω ελεύθερη, συλλογίστηκε μόνος του.
"Και τι τις ταΐζει ο αδελφός σου, αυτές που πιάνει;"
"Ζάχαρη τους βάζει, αλλά δεν είμαι και σίγουρη ότι τους αρέσει" εξέφρασε η Κική της αμφιβολία της. "Δεν ζούνε για πολύ αφού τις κλείνει στο βαζάκι. Πάντως μια φορά, αυτός ζάχαρη τους βάζει".
Αφού ο Παντελής έμαθε τι τροφή χρειάζονταν οι πεταλούδες, αν και υπήρχαν αμφιβολίες ως προς το είδος, αλλά ελλείψει άλλης γνώσης και γνώμης, κατέληξε ότι και αυτός θα της έδινε ζάχαρη, όμως τώρα έμενε να λύσει έναν άλλο γρίφο. Από που θα της περνούσε την τροφή μέσα στο κάδρο. Δεν μπορεί, όλο και κάποια τρυπούλα θα υπήρχε στην κορνίζα γι' αυτό τον σκοπό. Κάποιες φορές που βρέθηκε μόνος του στη μεγάλη σάλα που δέχονταν τους επισκέπτες, τόλμησε να ξεκρεμάσει το κάδρο και να αναζητήσει την κρυφή πύλη από την οποία θα τάιζε το πολύχρωμο πλάσμα μέσα στο πλαίσιο. Όμως είτε ήταν πολύ μικρή είτε πολύ καμουφλαρισμένη και δεν κατόρθωσε τελικά να τη βρει.
Στο τέλος έμεινε να σκέφτεται τι έπρεπε να κάνει για να σώσει το άτυχο πλάσμα μέσα στο κάδρο. Ένα του έμενε να κάνει, να την απελευθερώσει. Να της δώσει την ευκαιρία να αναζητήσει μόνη την τροφή της, αλλά και να πετάξει ξανά. Ίσως να έβρισκε τον τρόπο να επιστρέψει στην πατρίδα της, να συναντήσει τους φίλους και την οικογένειά της και όλοι παρέα να κάνουν πεταλουδίσια πράγματα. Ίσως μια γιορτή στον κάμπο. Βέβαια δεν ήταν αισιόδοξος ότι θα κατάφερνε να επιστρέψει στην πατρίδα της, το ταξίδι του ακουγόταν μεγάλο και θα έβρισκε τον δρόμο του γυρισμού η butterfly, όπως την έλεγε ο θείος του; Butterfly, δοκίμασε τη λέξη στο στόμα του, μάλλον αυτό θα ήταν το όνομά της.
Δεν ήξερε αν η πολύχρωμη πεταλούδα θα έβρισκε τον δρόμο της επιστροφής, αλλά αυτό ήταν ένα πρόβλημα που θα λυνόταν στο μέλλον, άλλωστε μπορεί να προτιμούσε να μείνει στο χωριό τους. Δεν ήταν και τόσο άσχημα. Μόνο να μην ήταν άτυχη δεύτερη φορά και την τσάκωνε ο αδελφός της Κικής και την έκλεινε σε βάζο.
Σίγουρα αυτή ήταν η μόνη λύση, όμως ποιος τολμούσε να απελευθερώσει την Butterfly; Η κυρά Αγγελική θα γινόταν έξω φρενών. Παρά την επιθυμία του, ανησυχούσε για το μάλωμα της μητέρας του. Οπότε για την ώρα η πεταλούδα θα παρέμενε αιχμάλωτη σαν έκθεμα σε μουσείο. Νέες απορίες ξεκίνησαν να τριβελίζουν το μυαλουδάκι του. Πόσο καιρό μπορεί να ζήσει μια πεταλούδα χωρίς τροφή; Ο ίδιος έτρωγε πολλές φορές μέσα στην ημέρα, και όμως ήταν στιγμές που πεινούσε. Το πρωί έπινε το γάλα του με δημητριακά ή άλλα βουτήματα, το μεσημέρι έτρωγε ζεστό φαγητό μαγειρεμένο από τη μητέρα του, το απόγευμα όλο και κάποια φέτα ψωμί αλειμμένη με μαρμελάδα, βούτυρο ή μέλι, αν και ο ίδιος προτιμούσε τη μερέντα, και το βράδυ πάλι κάτι θα του έδιναν πριν πάει να κοιμηθεί. Άραγε να ίσχυε και για την πεταλούδα το ίδιο; Όμως πόσο καιρό βρισκόταν στο κάδρο χωρίς τροφή; Έκανε ολόκληρο ταξίδι και είχε και κάποιες μέρες κρεμασμένη στον τοίχο τους.
Ένα απόγευμα ο Παντελής άφησε το παιχνίδι για να πιει νερό. Μπαίνοντας στο σπίτι, κατάλαβε ότι οι δικοί του έλειπαν. Θα είχαν πάει κάποια επίσκεψη. Αν ήθελε να σώσει την πεταλούδα Butterfly τώρα ήταν η ευκαιρία του. Ξέχασε και το νερό και το παιχνίδι, παραμένοντας στο κέντρο της σάλας κοιτάζοντας την πεταλούδα στη φυλακή της. Ούτε βήμα μπρος, ούτε βήμα πίσω. Η καρδιά του, του πρόσταζε να είναι τολμηρός, όμως το μυαλό του, του υπενθύμιζε τις συνέπειες.
Όμως θα σώσεις μια ζωή. Ήταν το τελικό συμπέρασμα. Με αποφασιστικό βήμα και τρελό χτυποκάρδι, πλησίασε τον τοίχο με το κάδρο. Το ξεκρέμασε από το καρφί του και το πήρε στα χέρια του. Έριξε μια ματιά στην πεταλούδα και ύστερα γονάτισε και το χτύπησε μαλακά στα πλακάκια. Μια, δυο, τρεις. Το τζάμι πρώτα ράγισε μα στο επόμενο χτύπημα έσπασε. Εκείνος απομάκρυνε τα γυαλιά και προέτρεψε την πεταλούδα να πετάξει και να φύγει μακριά. "Έλα, τι κάθεσαι; Το παράθυρο είναι ανοιχτό, πρέπει να βιαστείς". Όμως η πεταλούδα δεν αντιδρούσε. "Ίσως είναι μουδιασμένα τα φτερά σου, το καταλαβαίνω, κι εμένα μουδιάζουν τα πόδια αν καθίσω πολύ ώρα ανακούρκουδα, αλλά πρέπει να φύγεις τώρα, αλλιώς και εσένα θα σε πιάσουν κι εμένα θα με δείρουν τσάμπα". Τίποτα όμως. "Σήκω και πέταξε σου λέω, η θυσία μου θα πάει τσάμπα αλλιώς". Καμία προσταγή δεν παρακινούσε την πεταλούδα να πετάξει. "Έλα βιάσου, σε λίγο θα γυρίσουν, θα σε πιάσουν κι εγώ δε θα μπορέσω να σε απελευθερώσω ξανά. Θα φάω που θα φάω το ξύλο της χρονιάς μου, να αξίζει τον κόπο τουλάχιστον". Όμως η πεταλούδα σαν να μην καταλάβαινε. "Μα τι σου συμβαίνει; Τόσο πολύ είναι μουδιασμένα τα φτερά σου;" Τόλμησε και την πήρε στα χέρια του, ήλπιζε να μην τον τσιμπήσει, δεν ήξερε τι συμπεριφορά είχαν οι πεταλούδες της Ασίας και ήταν και αρκετά μεγάλη, σε σχέση με αυτές που ο ίδιος είχε συνηθίσει να βλέπει εκεί που έπαιζε. Η πεταλούδα μέσα στις χούφτες του δεν έκανε τίποτα, ούτε κινούταν, ούτε προσπαθούσε να ανοίξει τα φτερά της, ούτε τον δάγκωνε. Το βλέμμα του έπεσε τότε στα γυαλιά. "Ω Θεέ μου, τι βλάκας που είμαι", μουρμούρισε "σε σκότωσα, σε έσφαξαν τα γυαλιά", συμπέρανε. Δάκρυα άρχισαν να αναβλύζουν από τα μάτια του και ένας βουβός θρήνος ξεκίνησε, ενώ δεν πρόσεξε το αίμα που έτρεχε από το γόνατό του, όταν κόπηκε με ένα από τα σπασμένα γυαλιά.
Μέσα στο σκοτάδι, γεμάτο δάκρυα και με αίματα τον βρήκαν οι γονείς του όταν επέστρεψαν. Να κρατάει στις φούχτες του την πεταλούδα και να μουρμουρίζει "Τη σκότωσα, σκότωσα την Butterfly". Περίμενε μια τιμωρία, ίσως σαν εξιλέωση, που όμως δεν ήρθε, όπως δεν ήρθε και το ελεύθερο πέταγμα της πεταλούδας που προσδοκούσε, έτσι όπως τρομοκρατήθηκαν οι γονείς του από την κατάσταση που τον βρήκαν. Η μητέρα του τον πήρε αγκαλιά, καθάρισε τα μάτια του από τα δάκρια, το γόνατό του από το αίμα και του ψιθύριζε λόγια παρηγορητικά για την πεταλούδα. Ο πατέρας του μάζεψε το κάδρο, τα σπασμένα γυαλιά και την πεταλούδα και τα πέταξε.
Από τότε ο Παντελής, βλέπει συχνά στα όνειρά του κοπάδια με πολύχρωμες πεταλούδες, να πετάνε με προορισμό την Ασία. Κι εκείνος να τρέχει πίσω τους και να τους κουνάει το χέρι αποχαιρετώντας τες, φωνάζοντάς τους "Καλό ταξίδι".
ΤΕΛΟΣ
Διαβάστε επίσης:

