ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΛΛΟΣ
Ο Γραμματέας κοιτάζει διακριτικά το ρολόι στον καρπό του. Ευθυγραμμίζει τα μανικετόκουμπα στις μανσέτες και ελέγχει τον κόμπο της γραβάτας του. Σκουπίζει μια δαχτυλιά πάνω στο κλειστό λαπτοπ. Ρίχνει ένα βλέμμα στο δωμάτιο με συγκαταβατική απαρέσκεια. Η επιλογή του χώρου έγινε μόλις λίγες ώρες πριν, δεν είχαν τον χρόνο να τον φροντίσουν όπως έπρεπε. Μάλλον ήταν παλιά αποθήκη ή ακόμα και στάβλος, παρατημένος από χρόνια. Ίσα που είχαν προλάβει να τον καθαρίσουν και να τοποθετήσουν το τραπέζι, τρεις καρέκλες και έναν καναπέ. Δεν είχαν καν απομακρύνει κάποια σκουριασμένα γεωργικά εργαλεία, τα οποία παρέμεναν στοιβαγμένα σε μία γωνία. Αυτό όμως μπορεί να ήταν ιδέα των επιτελείων των συμβούλωννα τα αφήσουν εκεί για ντεκόρ.
Ο Γραμματέας παρατηρεί φευγαλέα τον γεροδεμένο άντρα που στέκεται μπροστά στο παράθυρο με τα χέρια στις τσέπες και χαζεύει το χιόνι. Είναι ψηλός, πάνω από ένα και ενενήντα με μεγάλο μέτωπο και ασημένια μαλλιά. Φοράει γκρι στενό κοστούμι και καουμπόικες μπότες. Ο Γραμματέας αισθάνεται ευγνωμοσύνη που παραμένει σιωπηλός, όπως και ο ίδιος, και δεν τον βομβαρδίζει με τις ακατάσχετες μεγαλοστομίες του, όπως το συνηθίζει. Αν και τον γνωρίζει χρόνια και έχει αναπτύξει οικειότητα μαζί του, ωστόσο ακόμα δυσκολεύεται να προβλέψει τις αντιδράσεις του. Ο ψηλός με τις καουμπόικες μπότες είναι ικανός να παρεξηγηθεί για τον πιο ασήμαντο λόγο και να φύγει στη μέση των συναντήσεων αφήνοντας εμβρόντητους τους συνομιλητές του και τους δημοσιογράφους. Έχει συμβεί παρά πάνω από μία φορά. Ο Γραμματέας ξέρει πως δεν έχει νόημα να αναρωτηθεί αν όλες αυτές οι εκρήξεις είναι καλά μελετημένες παραστάσεις που διαμορφώνουν το προφίλ του και κρατούν τους συνομιλητές σε επιφυλακή.
- Άργησε, μουρμουρίζει, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από το παράθυρο.
Ο Γραμματέας δεν είναι βέβαιος αν είχε απευθυνθεί στον ίδιο, αποτολμάει ωστόσο μια διπλωματική απάντηση, συνεπή ως προς τη θέση του.
- Έρχεται από μακριά.
Στρέφει τον λαιμό του και τον κοιτάζει ξαφνιασμένος, σαν να είχε ξεχάσει ότι δεν είναι μόνος στο δωμάτιο.
- Συνήθως δεν αργεί.
Ο Γραμματέας αντιλαμβάνεταιότι δεν μπορεί πια να ξεφύγει. Ο άλλος τον κοιτάζεικατά πρόσωπο.
- Δεν έχει έρθει άλλη φορά εδώ, δεν ξέρει το μέρος.
Ο ψηλός με τις καουμπόικες μπότες πλαταγίζει τα χείλη του και του γυρνά την πλάτη.
- Ούτε εγώ το ήξερα το μέρος, κάνει κοφτά.
- Κι εσύ άργησες.
- Όχι όμως όσο αυτός, σφυρίζει μέσα από τα δόντια του.
Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει ένας άντρας τυλιγμένος σε ένα χοντρό γούνινο παλτό. Είναι μελαμψός και αδύνατος πολύ, σχεδόν οστεώδης. Μύτη γαμψή, μάτια βαθουλωμένα. Στο κεφάλι του ένας γούνινος σκούφος. Οι γαλότσες καλυμμένες με χιόνι. Από πίσω του αστράφτουν τα φλας των φωτογράφων.
- Φτάνει τώρα παιδιά. Σας ευχαριστώ πολύ, απευθύνεται στους ρεπόρτερ έξω από την πόρτα.
- Μια τελευταία φωτογραφία όλοι μαζί, παρακαλώ, ακούγεται μια φωνή.
Ο άντρας κοντοστέκεται. Βγάζει τον σκούφο και το παλτό, τα πετάει σε μια καρέκλα. Έπειτα προσκαλεί τους άλλουςνα σταθούν δίπλα του για να ποζάρουν μαζί. Οι τρεις τους ετοιμάζονται να πάρουν θέση μπροστά στην ανοιχτή πόρτα. Ο ψηλόςβγάζει ένα καθρεφτάκι τσέπης και ελέγχει την οδοντοστοιχία του. Ο Γραμματέας τους παρατηρείεξεταστικά. Διαπιστώνει ότι οι δυο άντρες φοράνε το ίδιο γκρι κοστούμι. Πολύ άβολη σύμπτωση. Μα πώς δεν είχαν συνεννοηθεί οι σύμβουλοί τους πιο πριν;Τους τραβάει παράμερα και κάτι τους ψιθυρίζει. Ο μελαμψός με την γαμψή μύτη αρπάζει βιαστικά το παλτό του από την καρέκλα και το φοράει. Πιάνει στα χέρια το γούνινο σκούφο και ετοιμάζεται να τον τοποθετήσει στο φαλακρό κεφάλι του. Το συλλογίζεται για μια στιγμή, στο τέλος αλλάζει γνώμη και τον πετά πίσω. Ο ψηλός πιάνει την καπαρντίνα του από ένα καρφί, τη φοράει στα γρήγορα. Παίρνουν θέση, όλα έτοιμα για τη φωτογραφία. Φλας. Κι άλλα φλας.
Η πόρτα κλείνει. Οι τρεις μένουν μόνοι. Ο νεοφερμένοςσαρώνει τον χώρο με το βλέμμα.
- Είναι καθαρό;
Ο ψηλός σηκώνει τους ώμους.
- Εμείς το έχουμε ελέγξει. Εσείς;
- Κάθε εκατοστό.
Ύστερα κολλάει το αυτί του στην πόρτα και αφουγκράζεται.
- Νομίζω πως είμαστε εντάξει, λέει.
Βγάζουν τα πανωφόρια τους. Ο μελαμψός με τη γαμψή μύτη τινάζει το χιόνι από τις γαλότσες του.
- Άι σιχτίρ, παλιόκαιρος.
Ο ψηλός με τις καουμπόικες μπότες χαλαρώνει τη γραβάτα του. Τον παρατηρεί χαμογελώντας.
- Πώς αδυνάτισες έτσι, ρε μαλάκα;
- Από τα βάσανα.
Αγκαλιάζονται. Ο Γραμματέας κοιτάζει αλλού.
- Πόσος καιρός πέρασε; Ένας χρόνος; H τελευταία φορά που σε είδα δεν ήταν τότε σε εκείνη τη βραχονησίδα που υπογράψαμε την κατάπαυση του πυρός;
Ο άλλος σηκώνει τα μάτια στο ταβάνι. Προσπαθεί να θυμηθεί.
- Όχι, πιο παλιά. Στη βραχονησίδα δεν πήγα εγώ. Έστειλα τον αντιπρόεδρο. Είχα τη μικρή με πυρετό.
- Σωστά.
Το χαμόγελό του πλαταίνει.
- Τι κάνει η μικρή; Είναι η αδυναμία μου. Τώρα θα πρέπει να έχει γίνει κοτζάμ κοπέλα.
- Τον προηγούμενο μήνα την αρραβωνιάσαμε.
Χτυπάει τα χέρια του με έκπληξη.
- Α, στο καλό!
- Να σου δείξω φωτογραφία;
- Άκου λέει!
Ψαρεύει το κινητό του τηλέφωνο από την τσέπη, αγγίζει την οθόνη και διαλέγει μια φωτογραφία. Ένα μελαχρινό κορίτσι γύρω στα δεκαπέντε. Ο ψηλός φοράει τα γυαλιά του και σκύβει για να δει.
- Μαλάκα, ίδια η μάνα της είναι. Εσύ τι έκανες; Χάζευες.
Αρπάζει το τηλέφωνο, το χώνει πίσω στην τσέπη.
- Χέσε με!
Βάζουν τα γέλια.
- Εσένα πότε θα σε παντρέψουμε; Πενηντάρισες. Σε λίγο καιρό θα αρχίσεις να μυρίζεις ξινίλα.
Ο ψηλός σηκώνει τους ώμους.
- Μικρός είμαι ακόμα.
Ύστερα πηγαίνει σε ένα ντουλάπι στη γωνιά, το ανοίγει και ανακατεύει τα πράγματα στο εσωτερικό του. Στο μεταξύ ο άλλος τραβάει προς το παράθυρο. Κοιτάει έξω.
- Κοίτα κόσμος! Δημοσιογράφοι, περίεργοι…Της πουτάνας γίνεται. Πώς κουβαλήθηκαν όλοι αυτοί εδώ πάνω στο κατσάβραχο;
Ο ψηλός δεν τον ακούει. Συνεχίζει να ψάχνει στο ντουλάπι.
- Τους άχρηστους, το ξέχασαν.
- Τι ψάχνεις;
- Τους είπα να μου βάλουν ένα σπέσιαλ μπουκάλι εδώ. Για τίποτα δεν είναι άξιοι.
- Τι μπουκάλι;
- Θα δεις. Μου είχε στείλει μια κάσα ο βασιλιάς των Άνω Χωρών.
- Τότε με εκείνη την ιστορία λες;
Κοπανάει το ντουλάπι αγανακτισμένος και σηκώνεται στα πόδια του.
- Ναι! Είχε έρθει μαζί με ολόκληρη αντιπροσωπεία να μου γλείψει τ’ αρχίδια για να τον βοηθήσω. Τότε που είχατε ξεσηκώσει εκείνη τη μειονότητα στα σύνορά του και τον πίεζανγια να ανεξαρτητοποιηθούν.
Ο άλλος σουφρώνει τα χείλια του. Το καρύδι ανεβοκατεβαίνει στο λαιμό του.
- Θυμάσαι τις συναντήσεις που γινόντουσαν τότε για να διευθετηθεί το ζήτημα; Τον καριόλη, σε τι παλάτι έμενε! Κάθε βράδυ μου έστελνε και άλλη γυναίκα για να με γλυκάνει. Πολύ ωραία ράτσα. Δυνατές και μεγαλόσωμες. Μύριζαν καραμέλα.
Ο ψηλός τινάζει το παντελόνι του που είχε σκονιστεί.
- Πόσα ήταν τα θύματα, θυμάσαι;
- Οι ανθρώπινες απώλειες ήταν μερικές εκατοντάδες μόνο. Οι υποδομές τις περιοχής όμως υπέστησαν σοβαρές ζημιές.
- Μεγάλη ανάσα για τις κατασκευαστικές.
- Και το εμπόριο πήρε τα πάνω του. Νέο κράτος. Νέα αγορά.
Σκύβει πάλι στο ντουλάπι.
- Μπα, δεν το βρίσκω. Θα πω να μας στείλουν.
Σηκώνει το τηλέφωνο και πιέζει δύο φορές το πλήκτρο μηδέν. Ο άλλος καθαρίζει με το χέρι του τη θαμπάδα από το παράθυρο.
- Ποιος είχε τη φαεινή ιδέα να κουβαληθούμε εδώ πάνω;
- Εγώ, του απαντάει ο Γραμματέας.
Ο ψηλός φωνάζει στο ακουστικό.
- Γιατί δεν βρίσκω το μπουκάλι; Να μου φέρετε αμέσως. Και βέβαια και πάγο….Δεν με νοιάζει, να ψάξετε να βρείτε.
Ο άλλος απευθύνεται στον Γραμματέα χωρίς να τον κοιτάξει.
- Καλός κρετίνος είσαι κι εσύ!
- Ζητήσατε ένα ουδέτερο, απομονωμένο μέρος, λέει θιγμένος. Εδώ στα σύνορα δεν πατάει ψυχή. Το αγροτόσπιτο εγκαταλείφθηκε από τότε που γκρεμίστηκε το γεφύρι στον τελευταίο πόλεμο.
Ούτε που τον ακούει.
- Θα μας φάνε οι αρκούδες.
- Το τοπίο είναι επιβλητικό. Ό,τι πρέπει για μια συνάντηση κορυφής. Ο κόσμος λατρεύει τέτοιες λεπτομέρειες. Εξάλλου τα βαγόνια των τρένων είναι πια ξεπερασμένα, συνεχίζει ο Γραμματέας.
Ο ψηλός συνεχίζει στο τηλέφωνο.
- Να τους πεις ότι οι διαπραγματεύσεις είναι σκληρές και γίνονται σε ηλεκτρισμένο κλίμα, αλλά είμαστε αποφασισμένοι να …να…,
Πλαταγίζει τα χείλη του ψάχνοντας την κατάλληλη λέξη. Ο άλλος έρχεται προς το μέρος του και του ψιθυρίζει στο ελεύθερο αυτί.
- …Να καταλήξουμε σε μια εποικοδομητική λύση, τον ενθαρρύνει.
- …Να καταλήξουμε σε μια εποικοδομητική λύση. Αυτό να τους πεις. Εντάξει; Περιμένω το μπουκάλι. Και τον πάγο.
Κατεβάζει το τηλέφωνο. Σταυρώνει τα χέρια του στο στήθος με ικανοποίηση. Μετά στρέφεται στον Γραμματέα.
- Πότε είπες πως γκρεμίστηκε το γεφύρι;
- Στον τελευταίο πόλεμο. Σε εκείνη την ιστορία με τον βωξίτη.
Ο άλλος σκάει στα γέλια.
- Μη μου πεις ότι το ξέχασες, λέει μέσα στα χαχανητά του.
Ο ψηλός σφίγγει τα χείλια του βλοσυρός.
-Θυμάμαι.
- Μα τι κορόιδα που πιαστήκατε!
Χτυπάει η πόρτα. Ο ψηλός ανοίγει και ένας υπηρέτης μπαίνει στο δωμάτιο σπρώχνοντας ένα καροτσάκι με ένα μπουκάλι, ποτήρια και πάγο. Τα τοποθετεί προσεχτικά στο τραπέζι και σερβίρει με σεβασμό. Οι υπόλοιποι τον περιμένουν να τελειώσει τη δουλειά του. Ο υπηρέτης αποσύρεται και κλείνει μαλακά την πόρτα. Παίρνουν τα ποτήρια στα χέρια.
- Πολύ μεγάλη πουστιά, λέει μέσα από τα δόντια του.
- Έλα, παραδέξου το, ήταν έξυπνο. Στήσαμε ένα θερμό επεισόδιο σε αυτήν την περιοχή. Πραγματοποιήσαμε στρατιωτικές ασκήσεις εντός του εδάφους σας κι εσείς τσιμπήσατε αμέσως…
Σταματάει για να γελάσει.
- … Μετά από έξι μήνες εχθροπραξιών συζητήσαμε για ανακωχή. Ήμασταν πολύ σκληροί, θυμάσαι: Αμετακίνητοι! Μα πώς το χάψατε πώς καιγόμασταν για αυτά εδώ τα γκρέμια !
Ο ψηλός συγκατανεύει με μακροθυμία.
- Είσαι γελοίος!
- Μόνο ευχαριστώ που δεν μας είπατε όταν δεχτήκαμε να αποσυρθούμε σε αντάλλαγμα μια μικρή περιοχή στην άλλη άκρη των συνόρων. Μας την παραχωρήσατε ευχαρίστως.
Γεμίζει ξανά το ποτήρι του. Πίνει δυο γουλιές, γλείφει τα χείλια του.
- Ήταν πράγματι έξυπνο κόλπο.
- Είχαμε ανακαλύψει εκεί κάτω από τη μύτη σας ένα κοίτασμα βωξίτη.
- Την πατήσαμε, το παραδέχομαι.
Ο άλλος του σφίγγει τον ώμο ενθαρρυντικά.
- Μην το παίρνεις κατάκαρδα. Τόσες βόμβες έπεσαν εκείνους τους μήνες.
- Ναι, δεν έχω παράπονο.
- Κάνατετουλάχιστον καλή συμφωνία με τη βιομηχανία;
Ο ψηλός σηκώνει τους ώμους.
- Όχι όπως παλιά.
- Ξέρω, επιβεβαιώνει ο άλλος.Σαν να έχουν μαγκέψει πολύ τελευταία. Πρέπει να αναζητήσουμε από αλλού προσφορές για οπλικά συστήματα. Κάνω κάτι νέες επαφές, αν πάνε καλά θα σου πω.
- Οπωσδήποτε, του απαντά με ανανεωμένο ενδιαφέρον.
Γνέφουν μεταξύ τους. Τελειώνουν τα ποτά τους.
- Εμένα γιατί με φωνάξατε; Ρωτάει ο Γραμματέας μόλις έκρινε ότι η παύση διήρκεσε επαρκώς για να παρέμβει.
- Γιατί, ωραία δεν περνάμε;
- Δεν λέω, απλά δεν καταλαβαίνω τι νόημα έχει όλο αυτό.
- Δεν καταλαβαίνει!Λέει ο ψηλός σαρκαστικά.
- Όχι. Δεν είναι και κανένα σπίρτο, συγκατανεύει ο άλλος.
- Πολύ έξυπνο, αντιδρά ο Γραμματέας κάπως θιγμένος.
- Ωχ, μάλλον παρεξηγήθηκε.
- Λες να παρεξηγήθηκε;
- Έτσι νομίζω.
- Δεν το πιστεύω.
- Μπορούμε να τον ρωτήσουμε
Στρέφονται προς το μέρος του Γραμματέα και τον ρωτάνε ταυτόχρονα.
- Παρεξηγήθηκες;
Εκείνος σταυρώνει τα χέρια του και κλείνεται σε μια βλοσυρή σιωπή.
- Ορίστε, τώρα τον θύμωσες.
- Εγώ;
- Δεν το βλέπεις;
- Δεν φταίω εγώ, λέει απολογητικά. Είναι αφόρητα βαρετός. Την άλλη φορά να ζητήσουμε κανέναν πιο αλέγκρο.
Ο Γραμματέας σηκώνεται όρθιος.
- Κύριοι σοβαρευτείτε!
Οι άλλοι δύο κάνουν πως μουτρώνουν σαν παιδιά που τα κατσάδιασαν.
- Θέλω κάποιος να μου εξηγήσει τι συμβαίνει εδώ. Από όσο γνωρίζω οι χώρες σας αυτόν τον καιρό δεν βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, δεν υπάρχει μεταξύσαςκάποια εδαφική διεκδίκηση ή έστω ένα διπλωματικό επεισόδιο. Εδώ και λίγους μήνες έχει επικρατήσει ένα είδος…μια μορφή…
Διστάζει να ξεστομίσει τη λέξη.
- …ειρήνης; αναρωτιέται με αμφιβολία.
Ο ψηλός ξύνει το κεφάλι του συλλογισμένος.
- Αλήθεια είναι. Πόσους μήνες κρατάει αυτό;
Ο άλλος αρχίζει να μετράει με τα δάχτυλα.
- Νομίζω επτά.
- Λες να το παρακάναμε;
Γελάνε σκανδαλιάρικα.
- …Δεν βλέπω λοιπόν τι ζήτημα προέκυψε και καλέσατε την Κοινωνία των Εθνών για να το διευθετήσει, συνεχίζει ο Γραμματέας.
Ο ψηλός στρέφεται στον άλλον αποκαμωμένος.
- Έχει δίκιο, πρέπει να του εξηγήσουμε.
- Εγώ επιμένω. Είναι πολύ βαρετός.
- Λοιπόν. Εσύ ή εγώ;
- Πες τα εσύ. Τα λες καλύτερα.
- Μερσί.
Βγάζει από την τσέπη του σακακιού του ένα πουράκι. Το ανάβει και φυσάει τον καπνό στο κλειστό παράθυρο. Μετά γυρίζει στον Γραμματέα.
- Είναι γνωστό ότι εδώ και διακόσια τόσα χρόνια οι χώρες μας βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση.
- Διακόσια είκοσι. Από τότε που παραβιάσατε με τις φρεγάτες σας τα χωρικά μας ύδατα και βομβαρδίσατε το νησί Κ, τον διορθώνει ο άλλος.
- Αυτό δεν μετράει. Ήταν αντίποινα για την άνανδρη δολοφονία του στρατιωτικού ακόλουθου.
- Ο στρατιωτικός σας ακόλουθος έπεσε σε ενέδρα ληστών, οι οποίοι συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν.
- …Και αποφυλακίστηκαν μετά από δυο μήνες.
Ο Γραμματέας σφίγγει τις γροθιές προσπαθώντας να διατηρήσει την υπομονή του.
- Κύριοι…
Ο ψηλός επανέρχεται.
- Έχεις δίκιο. Δεν έχουν και μεγάλη σημασία όλα αυτά. Οι πολιτισμοί μας βρίσκονται σε σύγκρουση πάνω από δυο αιώνες και αυτό είναι ένα γεγονός αναμφισβήτητο. Τα μικρότερα κράτη, ανάλογα με τα συμφέροντα και την ιστορία τους βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του ενός ή του άλλου. Δεν πρόκειται επομένως απλά για τη σύγκρουση δυο λαών, αλλά δυο διαφορετικών κόσμων. Του δικού μας και του δικού τους.
Στρέφεται προς τον άλλον.
- Καλά δεν τα λέω;
- Λαμπρά.
- Στο μόνο πράγμα που συμφωνούμε όλοι είναι ότι η σύγκρουση αυτή αποβαίνει ιδιαιτέρως ωφέλιμη για τους λαούς μας. Ή ιστορική εμπειρία έχει επιβεβαιώσει πως η ειρήνη μετατρέπει μια κοινωνία σε τεμπέλικο κατοικίδιο. Την κάνει νωθρή. Αδιάφορη. Ο Πόλεμος όμως….Α, ο πόλεμος είναι αυτός που σπρώχνει την εξέλιξη. Οι κοινωνίες έχουν έναν στόχο. Μια πρόκληση. Ο πόλεμος ταρακουνάει τις συνειδήσεις, τροφοδοτεί με έμπνευση τα μυαλά και τα μπράτσα. Όπλα, τηλεπικοινωνίες, υποδομές, νέες τεχνολογίες. Όλα εξελίσσονται…Χωρίς τους πολέμους θα ντυνόμασταν ακόμα με αρκουδοτόμαρα…
- Άσε που στην ειρήνη οι άνθρωποι αποκτούν επικίνδυνα ελαττώματα, παρεμβαίνει ο άλλος.
- Δηλαδή; Απορεί ο Γραμματέας.
- Να, πώς να το εξηγήσω... Αρχίζουν να σκέφτονται διάφορα.
- Α, αυτό.
-Και όταν κάποιοι σκέφτονται, καταλήγουν να γίνουν ενοχλητικοί. Μπορεί να τους έρθει λόγου χάρη καμιά περίεργη έμπνευσηότι μπορείτάχα να υπάρχει και άλλος τρόπος για να επιβιώνουν πέρα από αυτόν που τους έμαθαν.
Ο ψηλός δείχνει να τρομάζει και μόνο στην ιδέα.
- Θα επιτρέψουμε εμείς κάτι τέτοιο;
- Έχουμε ιστορικό καθήκον να προστατέψουμε τον λαό από τέτοιες παγίδες…
- Αυτό να λέγεται.
- Φροντίζουμε με μεγάλη υπευθυνότητα το μυαλό του να παραμένει διαρκώς απασχολημένο, ώστε να μην του δοθεί η ευκαιρία να γεννήσει ιδέες ικανές να δηλητηριάσουν τον πολιτισμό μέσα στον οποίο έμαθε να ζει με άνεση και ασφάλεια…
- Του προσφέρουμε αυτό που χρειάζεται για να είναι χρήσιμος και δημιουργικός. Του προτείνουμε τρόπους να αξιοποιεί τον χρόνο του. Να εργάζεται σκληρά για να αποκτήσει τα προϊόντα που του υποδεικνύουμε πως έχει ανάγκη…
- Μια οικογένεια να φροντίσει. Μια ποδοσφαιρική ομάδα να υποστηρίζει…
- Του δίνουμε την ευκαιρία να μας ψηφίζει κάθε τόσο…
- Και το κυριότερο…
- Το πιο βασικό...
- Του προσφέρουμε απλόχερα και έναν χορταστικό εχθρό για να φοβάται.
Οι άντρες σωπαίνουν. Καρφώνουν το βλέμμα στον Γραμματέα μέχρι να βεβαιωθούν ότι παρακολουθεί τον συλλογισμό τους.
-Καταλαβαίνεις, λοιπόν, κύριε Γραμματέα τι μεγάλη ευθύνη κουβαλούμε στις πλάτες μας;
Ο Γραμματέας ξεφυσάει ανυπόμονα.
- Τι σας έπιασε και μου λέτε τέτοιες ανοησίες. Παράσταση δίνετε; Τα γνωρίζω όλα αυτά.
- Είναι πολύ βαρετός, δεν τον αντέχω.
Οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν τώρα λοξά στο πάτωμα. Το φως στο δωμάτιο γλυκαίνει.
- Σαν να πείνασα. Εσείς δεν πεινάσατε;
- Από το στόμα μου το πήρες.
Προχωράει προς το τηλέφωνο.
- Θα πω να μας φέρουν.
Ο άλλος τον πλησιάζει διστακτικά.
- Μήπως φρόντισες…
Ο ψηλός του χαμογελάει.
- Λες να το ξεχνούσα;
- Μη μου πεις! Το θυμήθηκες;
- Ασφαλώς και το θυμήθηκα.
- Αχ, δεν ξέρεις πόσο το πεθύμησα,αναστενάζει με αγαλλίαση.
-Ήταν από τις πρώτες εντολές που έδωσα, λέει με τρυφερότητα. Είπα στον προσωπικό μου μάγειρα να το περιποιηθεί ιδιαιτέρως.
- Να γιατί απολαμβάνω τα ταξίδια στο εξωτερικό. Στην πατρίδα μου δεν έχουμε τέτοιες λιχουδιές.
- Είμαστε έτοιμοι για το γεύμα. Μπορείτε να το σερβίρετε, λέει ο ψηλός στο τηλέφωνο.
- Πες με μπόλικη σάλτσα.
-Να δηλώσεις στους δημοσιογράφους ότι οι διαπραγματεύσεις είναι πολύ σκληρές. Από τη μεριά μας, έχοντας συναίσθηση της ιστορικής μας ευθύνης, είμαστε αποφασισμένοι να μην υπαναχωρήσουμε αν δεν πετύχουμεμια δίκαιη συμφωνία που να συνάδει με την εθνική μας αξιοπρέπεια και θα θέσει τα θεμέλια μιας νέας προσέγγισης στις διεθνείς μας σχέσεις, συνεχίζει με επίσημο τόνο σφίγγοντας το ακουστικό.
Ο άλλος τον τραβάει από το μανίκι.
- Πες και για τη σάλτσα.
Κλείνει το τηλέφωνο. Κάθονται πίσω στο τραπέζι.
- Λοιπόν. Τι λέγαμε;
-Ήσασταν έτοιμοι να μου πείτε γιατί με καλέσατε, του θυμίζει ο Γραμματέας.
-Ναι, σωστά.
Απευθύνεται στον άλλον.
- Θα συνεχίσεις;
Εκείνος γνέφει καλόβολα.
- Ευχαρίστως.
Καθαρίζει τον λαιμό του.
-Το ζήτημα που μας προβληματίζει είναι ότι τον τελευταίο καιρό η διαμάχη μεταξύ των λαών μας έχει κατά κάποιον τρόπο κορεστεί. Οι παραβιάσεις των εναέριων χώρων αναφέρονται μόνο στα ψιλά των εφημερίδων. Στήνουμε προβοκατόρικες ενέργειες για να ανάψουνε τα αίματα και οι πολίτες ούτε που συγκινούνται.
Ο ψηλός κουνάει μελαγχολικά το μεγάλο κεφάλι του.
- Πριν ένα μήνα φουντάραμε ένα ελικόπτερο με δυο επίλεκτους άντρες και διαδώσαμε ότι έπεσε από σαμποτάζ του εχθρού. Δεν άνοιξε ρουθούνι, προσθέτει.
- Ακριβώς! Τον παλιό καιρό με μια τέτοια ιστορία θα έφτιαχνες γερό νταλαβέρι. Οι άλλοι θα εξαπέλυαν μερικές ρουκέτες στα σύνορα, εμείς θα απαντούσαμε με καμιά κυβερνοεπίθεση και πάει λέγοντας. Θα κρατούσαμε για κανένα χρόνο τον λαό στις τηλεοράσεις με τα μάτια γουρλωμένα.
- Αλλάζουν οι εποχές. Χρειαζόμαστε κάτι φρέσκο.
Η πόρτα χτυπάει. Ο ψηλός κοιτάζει τους άλλους δύο. Του κακοφαίνεται που θα πρέπει να ανοίξει πάλι αυτός την πόρτα, αλλά βρίσκεται πιο κοντά. Εκείνοι γνέφουν αθώα. Τελικά πηγαίνει. Παραμερίζει για να περάσει ο υπηρέτης με το καρότσι φορτωμένο με πιατέλες που αχνίζουν. Οι άντρες παίρνουν θέση γύρω από το τραπέζι. Ο υπηρέτης τους σερβίρει. Αρπάζουν τα μαχαιροπήρουνα. Τρώνε.
- Πώς σου φαίνεται;
- Θαυμάσιο! Δεν ξέρεις πόσο το πεθύμησα.
- Μήπως θέλει αλάτι;
- Μια χαρά είναι.
Ο Γραμματέας αδειάζει το στόμα του πριν μιλήσει.
-Αντιλαμβάνομαι τον προβληματισμό σας. Δεν καταλαβαίνω όμως πώς μπορεί να βοηθήσει ο Οργανισμός που έχω την τιμή να εκπροσωπώ.
- Πες εσύ, θέλω να απολαύσω το φαγητό μου.
Τα χείλη του πασαλειμμένα με σάλτσα.
Ο ψηλός καταπίνει μια μεγάλη μπουκιά. Πίνει λίγο κρασί και σκουπίζεται με την πετσέτα.
-Τα οικονομικά μας επιτελεία μετά από μελέτες έχουν καταλήξει ότι αυτή η διαρκής διαμάχη δημιουργεί πλήγμα στην οικονομία. Το εμπόριο έχει βαλτώσει. Λόγω της τεταμένης κατάστασης η ανάπτυξη των πολυεθνικών μας περιορίζεται, αφού δεν μπορούν να επεκτείνουν τη δραστηριότητα τους στις αγορές των χωρών επιρροής του αντιπάλου…
-Το ίδιο και οι δικές μας, προσθέτει ο άλλος.
-Οι εταιρίες μας πιέζουν να ανοίξουμε νέους επιχειρηματικούς δρόμους. Να καταργηθούν τα σύνορα και να εισέλθουν στις αγορές που μέχρι σήμερα ήταν αποκλεισμένες. Ο ανταγωνισμός να εξαπλωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο…
-Να επέλθει ανάπτυξη…
-Αρχίσαμε λοιπόν να σκεφτόμαστε μήπως πρέπει να μαλακώσουμε κάπως το κλίμα. Να ανοίξουμε διπλωματικές σχέσεις μεταξύ μας…
-Θα προηγηθεί βεβαίως μια εκτεταμένηκαμπάνια, ώστε ο κόσμος να εξοικειωθεί για τις νέες τάσεις…
-Ταυτόχρονα και από μας και από τους απέναντι.
- Έχω έτοιμους και τους στίχους για το βασικό σποτάκι που θα παίζει πανεθνικά σε τηλεοράσεις και ραδιόφωνα. Να σας το πω;
- Για να ακούσουμε…
Σηκώνεται όρθιος και απαγγέλει τραγουδιστά.
- Όλοι οι λαοί για πάντα ενωμένοι
Περπατούν μπροστά, κρατιούνται χέρι χέρι,
Δουλεύουνε σκληρά, γελούν και τραγουδάνε,
Γεροί σαν μια γροθιά, λεβέντες και…
Εδώ μου λείπει η ομοιοκαταληξία. Τι να βάλω για να ταιριάζει με το τραγουδάνε;
- Πετάνε, προτείνει ο Γραμματέας
- Πετάνε; Μα δεν κολλάει.
- Μαλακία είναι, συνοψίζει ο ψηλός με τις καουμπόικες μπότες.
- Έχεις καλύτερο; Εγώ τουλάχιστον κάτι σκαρφίστηκα.
-Δεν έχω καλύτερο, πάντως εμένα δεν θα με πάρουν στο ψιλό για τα στιχάκια μου.
Ο άλλος τον αγριοκοιτάζει.
- Αγαπάνε, μήπως; Επιμένει ο Γραμματέας.
Το σκέφτεται για μια στιγμή.
- Μαλακία είναι.
Και οι τρεις μουρμουρίζουν τον σκοπό προσπαθώντας να βρουν την κατάλληλη λέξη. Μετά από λίγο τα παρατάνε.
- Σε αυτό ακριβώς το σημείο χρειαζόμαστε την εμπειρία της Κοινωνίας των Εθνών.
Ανοίγει τα χέρια του σαν να προσπαθεί να αγκαλιάσει κάτι πολύ μεγάλο.
- Να σας βρει τα σωστά στιχάκια;
- Τι χιούμορ!
Ο Γραμματέας τους επαναφέρει.
- Δεν καταλαβαίνω πού είναι το πρόβλημα; Ορίστε, οι δημοσιογράφοι έξω περιμένουν. Θα ανοίξετε την πόρτα, θα σφίξετε τα χέρια, τα φλας θα αστράψουν, θα χτυπήσετε ο ένας τον άλλον φιλικά στην πλάτη και έληξε το θέμα.
Οι δυο άντρες ξεφυσούν με απόγνωση.
- Μα τι φωστήρας είναι τούτος! Και πως φαντάζεσαι ότι μπορεί να γίνει αυτό κύριε εξυπνάκια; Να γίνουμε ξαφνικά φιλαράκια;
- Γιατί όχι; Αυτό δεν είναι ο σκοπός;
Ο άλλος έρχεται δίπλα του. Τον πιάνει από τους ώμους.
- Σκέψου λίγο. Αν οι λαοί μας έρθουν σε επαφή μεταξύ τους ζήτω που καήκαμε!
- Ακριβώς! Εδώ και δυο αιώνες οι πολιτικές μας στηρίζονταν στη βαθιά έχθρα που μας χωρίζει. Ο λαός μου πιστεύει ότι μονοπωλεί τις ιερές αξίες, την ισότητα, την ελευθερία, τη δημοκρατία και πως οι άλλοι απέναντι είναι διεφθαρμένοι και αδίστακτοι πουπροσπαθούν να καταστρέψουν ό,τι λαμπερό έχει κατακτήσει ο άνθρωπος.
- Και ο δικός μου λαός φυσικά το ίδιο πιστεύει για τους άλλους.
- Αν αρχίσουν τα πήγαινε έλα και γνωρίσουν τους εχθρούς τους, τότε;
- Τότε;
Ο Γραμματέας γουρλώνει τα μάτια του.
- Βέβαια, από αυτήν την άποψη, έχετε κάποιο δίκιο.
- Τότε θα δουν ότι και οι άλλοι είναι σαν κι αυτούς. Σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο, χαίρονται με τον ίδιο τρόπο, ζουν και πεθαίνουν με τον ίδιο τρόπο…
- Στην αρχή θα είναι μια ευχάριστη έκπληξη. Σαν να ανακαλύπτουν χαμένους αδερφούς. Θα στηθούν γιορτές, θα μυηθούν στις παραδόσεις των άλλων, θα ανταλλάξουν έθιμα…
- Ο κύριος από εδώ δεν θα χρειάζεται να περάσει τα σύνορα για να απολαύσει τις λιχουδιές μας…
- Όταν όμως κοπάσει ο πρώτος ενθουσιασμός...
- Τότε θα σκεφτούν ότι δεν υπάρχει στ’ αλήθεια καμία διαφορά με τους άλλους. Πως εδώ και δυο αιώνες δεν συμμετείχαν σε έναν πόλεμο, αλλά σε έναν διαγωνισμό…
- Άντε μετά να τους εξηγήσουμε τους κοινωνικούς λόγους που μας υποχρέωσαν να επιβάλουμε τούτη τη διαμάχη. Αδύνατον το πλήθος να κατανοήσει τις λεπτές έννοιες της πολιτικής οικονομίας…
- Αλλοίμονο μας, τότε. Ο καθένας θα αρπάξει από ένα δικράνι στο χέρι και όποιον πάρει ο χάρος…
-Θα μας κρεμάσουν από τα πλατάνια στις πλατείες σαν Χριστουγεννιάτικα στολίδια…
- Ασφαλώς δεν φοβόμαστε για τον εαυτό μας. Εμείς ούτε στιγμή δεν θα διστάζαμε να θυσιαστούμε για την ευημερία των πολιτών μας…
- Βεβαίως!
- Αλλά, ολόκληρο το σύστημα που με τόσο κόπο οικοδομήσαμε θα κινδυνέψει να καταρρεύσει μέσα στον παροξυσμό του κόσμου…
- Θα γυρίσουμε στην εποχή της ζούγκλας…
- Δεν γίνεται να το επιτρέψουμε.
- Ποτέ! Έχουμε ιερό καθήκον!
Σταματούνε και οι δυο ξέπνοοι. Ο Γραμματέας τους παρατηρεί. Γνέφει με κατανόηση.
- Τι σκοπεύετε να κάνετε, λοιπόν;
- Πρέπει να βρεθεί μια φόρμουλα, λέει συλλαβιστά ο ψηλός με τις καουμπόικες μπότες…
- Μια χρυσή λύση που θα εξυπηρετήσει όλες τις πλευρές…
- Οι εταιρείες θα επεκτείνουν τη δράση τους, και θα διαμορφωθεί μια παγκόσμια οικονομία. Οι διαφορές μεταξύ των λαών όμως θα πρέπει να διαφυλαχτούν…
- Ο φόβος για τους άλλους πρέπει να παραμείνει ατόφιος…
- Και η βιομηχανία των όπλων να συνεχίσει να παράγει με τους ίδιους ρυθμούς…
Ο μελαμψός με τη γαμψή μύτη πιέζει τα δάχτυλά του πάνω στο τραπέζι.
- Όταν,λοιπόν, βγούμε από αυτό το δωμάτιο, θα κρατάμε στα χέρια μας ένα πλαίσιο που όμοιό του δεν θα έχει υπάρξει στην ιστορία.
- Πριν τελειώσει η μέρα θα πρέπει να έχουν βρεθεί οι λύσεις για όλα.
- Από τις αποφάσεις που θα υπογραφούν σε τούτο εδώ το τραπέζι, θα εξαρτηθούν η τάξη και η ευημερία πολλών γενεών μετά από εμάς.
- Καταλαβαίνετε τώρα το μέγεθος της ευθύνης σας κύριε Γραμματέα της Κοινωνίας των Εθνών;
Ο Γραμματέας μένει σκεφτικός. Ξεφυσάει παρατεταμένα.
- Κύριοι, στις θέσεις σας. Πόσο χρόνο έχουμε;
Ο ψηλός με τις καουμπόικες μπότες κοιτάζει το ρολόι του.
- Μένουν πέντε ώρες μέχρι να ξημερώσει.
- Θα προλάβουμε.
Κάθονται, παίρνουν μπροστά τους τα χαρτιά, βγάζουν τα στυλό τους.
Ο Γραμματέας ανοίγει το λάπτοπ.
- Λοιπόν, ξεκινάμε;
Διαβάστε επίσης:
