ΑΟΡΑΤΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

 

Επαμεινώνδας Φ. Βανδώρου

διήγημα

 

Έκατσε μπροστά στον υπολογιστή και ξεκίνησε να γράφει. «Τα σύννεφα παραμέρισαν, αφήνοντας τις πρώτες ηλιαχτίδες να χαράξουν τον ουρανό, ο γιος έστρεψε το βλέμμα του προς τα πάνω, παρατηρώντας τα συμβάντα. Πόσο όμορφα εκφράζονταν η φύση δίχως λόγια, αυτός γιατί δεν μπορούσε να μιλήσει;» Ο συγγραφέας απομακρύνθηκε από το πληκτρολόγιο μαζί με την καρέκλα του, έβγαλε τα γυαλιά του και κοίταζε αφηρημένος την οθόνη.

Κάποτε, ήταν ένας πολλά υποσχόμενος συγγραφέας, όπως είχαν γράψει και μερικές κριτικές, όταν εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο, που για πρωτοεμφανιζόμενο δεν είχε πάει κι άσχημα. Είχε πουλήσει σχεδόν τριακόσια αντίτυπα, βέβαια τα μισά από αυτά τα είχαν αγοράσει φίλοι, γνωστοί και η οικογένειά του. Δεν κατάφερε να βγάλει πολλά χρήματα, μιας και τα περισσότερα τα αποκόμισε ο εκδοτικός οίκος, όμως με το μερίδιό του, αγόρασε μια φωτογραφική μηχανή. Μη φανταστείτε καμιά επαγγελματική, μια μέτρια φωτογραφική μηχανή για κοινή χρήση. Στην δεύτερη απόπειρα, ο εκδοτικός, που προσδοκούσε σε μεγαλύτερες πωλήσεις, του έβαλε προσχώματα, του είπαν πως το θέμα του δεύτερου βιβλίου δεν θα ήταν τόσο ποθητό για το κοινό και του ζήτησαν να αναλάβουν από μισό το ρίσκο, άρα και το κόστος. Δεν συμφώνησε, θεωρούσε ότι το εμπορικό κομμάτι ανήκει στον εκδότη, αυτός ήταν καλλιτέχνης, κι ο όρος ρίσκο, τον παρέπεμπε σε τζόγο. Έτσι ναυάγησε η συνεργασία αυτή.

Λίγους μήνες αργότερα όμως, κι έχοντας παρουσιάσει το βιβλίο του και σε άλλους εκδοτικούς οίκους, συμφώνησαν με έναν από αυτούς να εκδώσει το βιβλίο του. Ο ηλικιωμένος άντρας, που είχαν περάσει από τον εκδοτικό του μεγάλα ονόματα της εγχώριας λογοτεχνίας, σε προγενέστερα βέβαια χρόνια, βρήκε ενδιαφέρον το μυθιστόρημά του και θέλησε να το εντάξει στον κατάλογό του. Η ποιότητα προηγούταν των κερδών για το συγκεκριμένο απομεινάρι μιας άλλης εποχής, που ζούσε μέσα σε ράφια με σκονισμένα βιβλία. Δυστυχώς για τον συγγραφέα, μόλις εκδόθηκε το βιβλίο του ο εκδότης πέθανε, και τα παιδιά του αναλαμβάνοντας τον εκδοτικό βρήκαν μόνο χρέη, κι έτσι αναγκάστηκαν να τον κλείσουν, κάποια βιβλία πουλήθηκαν σε αποθήκες, κάποια δόθηκαν σε πλανόδιους, αλλά το μεγαλύτερο μέρος τους καταστράφηκε, εκτός όσων αγόρασαν οι ίδιοι οι συγγραφείς. Πήρε κι ο συγγραφέας μας καμιά πενηνταριά αντίτυπα, να τα μοιράσει σε φίλους και γνωστούς, ενώ ελάχιστα αντίτυπα είχαν προφτάσει να κυκλοφορήσουν σε κάποια βιβλιοπωλεία. Οπότε το δεύτερο βιβλίο του, ήταν σαν να μην κυκλοφόρησε ποτέ. Παρόλα αυτά όμως δεν τον πείραξε τόσο πολύ, και συνέχισε να γραφεί στον ελεύθερο χρόνο του, αφού αυτό ήταν κάτι που τον ευχαριστούσε και τον ξεκούραζε, και πάντα είχε την αίσθηση πως έγραφε για κάποιο κοινό.

Έχοντας αρκετές ιδέες και καλή πέννα, καταπιάστηκε να τις κάνει μυθιστορήματα. Τότε ήταν που γνώρισε και τη μετέπειτα σύζυγό του την Αριάδνη, μια όμορφη, μελαχρινή κοπέλα, με σγουρά μακριά μαλλιά. Πλέον είχε δυο μεγάλες αγάπες τη συγγραφή και εκείνη, που τον παραίνεσε να πάει και πάλι κάποιο βιβλίο του στους εκδοτικούς. Πήρε κι αυτός υπομάλης τα δαχτυλογραφημένα κείμενα και ξεκίνησε, όμως κανένας δεν απάντησε θετικά και όσοι το έκαναν του ζήτησαν να πληρώσει για να εκδοθεί το έργο του. «Δε θα ’μαστε καλά!» μονολογούσε, αφού θεωρούσε ατιμωτικό να πληρώνει για τη δουλειά του. Ήταν σαν να ζητούσαν από έναν εργάτη, να δουλεύει και να πληρώνει κι από πάνω. Για κάποιο καιρό σταμάτησε να ασχολείται. Φαίνεται πως τα πράγματα έχουν αλλάξει, σκεφτόταν ή μπορεί εγώ να είχα πολλές αυταπάτες! Κάποια μέρα όμως δέχτηκε τηλεφώνημα από έναν εκδότη που δεν του είχε απαντήσει καθόλου για το βιβλίο του, ήταν η εποχή που είχε εισαχθεί η ηλικιωμένη μάνα του σε μια κλινική.  Να και κάτι καλό, σχολίασε και βρέθηκε στο γραφείο του εκδότη. Μπορεί να μην ήταν από τους κορυφαίους, αλλά είχε όνομα στην αγορά και τα βιβλία του τα έβρισκες παντού.

Κρατώντας τις δακτυλογραφημένες σελίδες του συγγραφέα στα χέρια του, και κουνώντας τες δεξιά κι αριστερά του είπε, «Γράφεις καλά!»  

«Ευχαριστώ!» απάντησε εκείνος.

«Το άσχημο είναι πως δεν είσαι φίρμα, δεν έχεις μεγάλο κύκλο, κι οι καιροί έχουν αλλάξει», σχολίασε, αφήνοντας τις σελίδες στην άκρη. «Θα μπορούσες όμως… θα μπορούσες να γράψεις σαν κάποιος άλλος».

«Με ψευδώνυμο εννοείται; Πιστεύεται πώς αυτό θα βοηθήσει;»

«Όχι, όχι δεν με κατάλαβες!» είπε και κούνησε τα χέρια του κάπως αλλόκοτα, σαν να ήθελε να σβήσει όσα του είχε πει ως εκείνη τη στιγμή. «Δεν εκφράστηκα κι εγώ σωστά, δεν είμαι συγγραφέας βλέπεις. Δεν εννοώ σαν κάποιος άλλος, μα για άλλον», και του εξήγησε τι ήθελε από αυτόν. Του είπε πως υπάρχουν πολλοί ατάλαντοι που θέλουν να συγγράψουν ένα βιβλίο. Ματαιόδοξοι, ξέρεις! Κι ότι υπάρχουν κι άλλοι που τους πιέζουν οι ίδιοι οι εκδότες. Κι όταν ο συγγραφέας ρώτησε γιατί, η απάντηση ήταν απλή. «Γιατί πουλάνε φυσικά!»

Τότε ακόμα αφελής, χρειάστηκε ο εκδότης να του εξηγήσει πως όπως και παλιότερα, σε μικρότερη κλίμακα βέβαια, υπήρχαν ποπ είδωλα, σταρς, ακόμα και πολιτικοί που ενδιέφεραν τον κόσμο ως περσόνες, και οι εκδότες τους έπειθαν να γράψουν κάποιο βιβλίο, συν τα ψώνια, που συνήθως τη συγγραφή την αναλάμβανε κάποιος άλλος, έτσι και τώρα. Με τη διαφορά πως κυκλοφορούσαν περισσότεροι τέτοιοι τύποι, σελέμπριτις, παίκτες ριάλιτι, αθλητές, ακόμα και βίζιτες που μαλλιοτραβιόνταν on camera και on studio, κι ο κόσμος ήθελε να μάθει περισσότερα για αυτούς και τη ζωή τους, κουτσομπολιά, παλιές αμαρτίες κι οτιδήποτε γύρω από αυτούς. Το πλεονέκτημα της εποχής ήταν πως οι περισσότεροι ήταν αγράμματοι, ταυτόχρονα φιλόδοξοι και εγωπαθείς, ενώ ήταν πολλοί περισσότεροι από το παρελθόν. Μπορεί βέβαια να μην κρατούσαν πολύ χρόνο στην επικαιρότητα, αλλά αρκούσε. Το λίγο που βρίσκονταν στην επιφάνεια, πουλούσαν σαν ζεστό ψωμί, το ίδιο και τα βιβλία που εκδίδονταν με το όνομά τους, είτε αυτοβιογραφίες είτε λογοτεχνικά. Κι αν μετά χάνονταν ποιος νοιάζονταν; Η τηλεόραση είχε βγάλει την επόμενη φουρνιά κι ήταν έτοιμη για νέα ταλέντα. Να δουλέψει απλά η μηχανή κι όλοι να επωφεληθούμε!

Μετά τον πήγε στο ράφι που υπήρχαν τα βιβλία κάποιων σελέμπριτις. Της Νικολίνας Ξεπετάχτρας, ιερόδουλης που είχε κάνει ρεκόρ τηλεθέασης, όταν για να μειώσει μιαν άλλη του επαγγέλματος έβγαλε το ‘‘πράμα’’ της σε ζωντανή σύνδεση, ούτε τελικός του τσάμπιονς λίγκ δεν έπιανε τέτοια τηλεθέαση. Του Μένιου του Σφίχτη, ο οποίος μιλούσε άριστα ‘‘βαρβαρικά’’ και ήταν αυτός που είχε εφεύρει τη λέξη, ‘‘περκωλαριά’’, θέλοντας να πει ‘‘ξεχειλωμένοι γλουτοί’’ που δεν ταίριαζε και στα συμφραζόμενα της συζήτησης, δυστυχώς είχε πεθάνει από αναβολικά λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του. Είχε βιβλίο και η Παρθένα Τσιμπουνίδου, παίχτριας ριάλιτι κι άλλων πολλών, που τσαμπουνούσε όλη μέρα δίχως να αφήνει κανέναν άλλον να μιλήσει, κι είχε μια τσιριχτή φωνή που την οδήγησε ως τη βουλή, με κάποιο περιθωριακό κόμμα, ώσπου χάθηκε κι αυτό κι εκείνη. Το άσχημο με αυτούς όλους είναι πως δεν ξέρουν να γράφουν, από την άλλη εσύ θα γράψεις ένα βιβλίο καλό που θα εκδοθεί με το όνομα κάποιου άλλου, και θα αμειφθείς με τη λέξη.

Ο συγγραφέας σαν να είχε ζαλιστεί από όλη αυτή τη συζήτηση, άκουγε και δεν μιλούσε. Ο εκδότης τον ρώτησε αν συμφωνεί, κι εκείνος μην πιστεύοντας στον εαυτό του απάντησε, «Άσε με να το σκεφτώ!»

«Σκέψου το, αλλά γρήγορα. Όπως σου είπα οι αστέρες της σύγχρονης εποχής, ξεθωριάζουν γρήγορα! Μη μας μουχλιάσουν στην αναμονή».

Τελικά μετά από δυο μέρες και έχοντας το τρανταχτό γέλιο της τελευταίας έκφρασης του εκδότη στα αυτιά του, απάντησε. Σε αυτό συνέβαλαν δυο παράγοντες, το ότι η μάνα του χρειαζόταν περαιτέρω περίθαλψη στην κλινική και ότι ο ίδιος ήθελε να δει την απήχηση που θα είχε το έργο του και τις κριτικές που θα έπαιρνε. Βέβαια δεν θα παρουσίαζε κάποιο από τα ήδη γραμμένα έργα του, αλλά ένα καινούργιο. Ο εκδότης του έδωσε το τηλέφωνο της παίκτριας του ριάλιτι και εκείνος επικοινώνησε μαζί της, ώστε να του πει τι ήθελε να γράψει. Ευτυχώς η Λίζα δεν ήταν παρεμβατική, του ζήτησε μια σειρά ερωτικών διηγημάτων. Δεν δυσκολεύτηκε να τα γράψει, αλλά κόπηκε σε τρία κομμάτια, κλινική, δουλειά και γραφή, για να παραδώσει στην ώρα του το βιβλίο, μην μαραζώσουν και τα άνθη της δημοφιλίας!

Το βιβλίο πήγε καλά, οι πωλήσεις απογειώθηκαν. Το μερίδιο το δικό του μπορεί να ήταν με το κομμάτι, αλλά ήταν ικανοποιητικό, η Λίζα πήρε ελάχιστα μπροστά στα κέρδη του εκδοτικού, αλλά η αυτοεπιβεβαίωση ήταν αρκετή, έστω κι αν το βιβλίο δεν το έγραψε η ίδια. Εκεί που στάθηκε ο συγγραφέας ήταν οι κριτικές, «Καλογραμμένο βιβλίο», «Δεν περιμέναμε από τη Λίζα, τόσο καλή γραφή», «Απρόσμενα ικανοποιητικό». Το άσχημο ήταν πως όταν έβγαινε σε συνεντεύξεις η Λίζα κατέρρεε εκτός από την ίδια και το έργο του ή της. Δεν είχε καταλάβει τους συμβολισμούς του συγγραφέα, και με κάθε της ατάκα γινόταν χαμός από τα γέλια. Άλλωστε οι εκπομπές που την καλούσαν, ήταν συνήθως του συρμού και του παλουκιού, κι εκείνη φρόντιζε να το επιβεβαιώσει. Όταν τη ρώτησαν για την ερωτική πράξη δύο ηρώων του βιβλίου της, η Λίζα απάντησε περήφανη, «Είδατε, είδατε, άμα έχεις εμπειρίες μπορείς να τις μεταφέρεις και στο γραπτό, της πέταξε τα μάτια όξω, τέτοια καύλα σε πάει στα αστέρια».

Ετοιμάζοντας τον γάμο του ο ήρωάς μας και με τα έξοδα να τρέχουν, δέχτηκε να γράψει ένα ακόμα βιβλίο με αμοιβή, για κάποιον κρεοπώλη που είχε αναδειχθεί μέσω των φιλανθρωπιών του, αυτός τον ενημέρωσε για κάποια περιστατικά της ζωής του, που ήθελε να γραφτούν με λογοτεχνικό ύφος και σε τρίτο πρόσωπο. Αποστολή εξετελέσθη! Μετά το γάμο του ο συγγραφέας έπαψε τη συνεργασία του με τον εκδοτικό και για κάποια χρόνια σταμάτησε να γράφει, μόνο μερικά προσχέδια έκανε για επόμενα έργα του και αφοσιώθηκε στη γυναίκα του και στο γιο τους που γεννήθηκε λίγο αργότερα. Εργαζόταν σε μια εταιρία παρασκευής ρούχων, που έκανε και εξαγωγές. Το πόστο του ήταν η γραμματεία και κάποιες φορές και η ρεσεψιόν. Τα λεφτά ήταν ικανοποιητικά και είχε ελεύθερο χρόνο για το γιο και τη γυναίκα του, μιας και δεν εργαζόταν τα Σαββατοκύριακα, ενώ θεωρούσε τη δουλειά του αξιοπρεπής. Παράλληλα κανείς από τους συναδέλφους του δεν είχε διαβάσει το βιβλίο του, κι αυτό τον ικανοποιούσε παραδόξως, αφού πλην μίας συναδέλφου που της άρεσε η λογοτεχνία, κανείς άλλος δεν ασχολούταν μαζί της.  Βέβαια είδε ένα βιβλίο του στη ρεσεψιόν, αυτό της Λίζας, μαζί με ένα της Νικολίνας Ξεπετάχτρας, που αφού διαβάστηκαν, αφέθηκαν στο χώρο υποδοχής, για να τα ξεφυλλίζουν μερικοί βαριεστημένοι επισκέπτες, μαζί με κάποια ταξιδιωτικά περιοδικά και κάποια λευκώματα.

Επέστρεψε και πάλι στην οθόνη, αφήνοντας τις σκέψεις του να σκορπίσουν και καταπιάστηκε με τη συγγραφή. «Είχε περάσει τόσες ανασφάλειες, τόσες ταπεινώσεις κι όμως δεν τολμούσε να ξεστομίσει αυτά που πίστευε μπροστά στον πατέρα του, αυτά που θα τον έκαναν να νιώσει καλύτερα και να βελτιώσει τη θέση του ή να σπάσει για πάντα τον δεσμό μεταξύ τους».

Ο γιος του μεγάλωνε και μαζί του και οι ανάγκες, η οικονομική κατάσταση στην χώρα είχε αρχίσει να επιδεινώνεται κι όσο κι αν έσπαγε το κεφάλι του να αλλάξει την δική τους  οικονομική πραγματικότητα δεν τα κατάφερνε. Τότε είδε στην εφημερίδα μια αγγελία, «Συγγραφέας ζητάει συγγραφέα για συνεργασία». Γιατί όχι; Κάλεσε στο νούμερο και μια συγγραφέας, που δούλευε σε διοικητική θέση κάποιας πολυεθνικής, του εξήγησε πως δεν ήθελε ακριβώς συνεργάτη, αλλά έναν συγγραφέα να της γράψει το νέο της βιβλίο. Συναντήθηκαν κι εκείνη τον ενημέρωσε πως είχε ήδη εκδώσει δύο βιβλία, που είχαν καταφέρει να πάνε καλά, πάντα ήταν το όνειρό της, όμως ο εκδότης της περίμενε το επόμενο κι εκείνη δεν είχε χρόνο. Όπως θα μάθαινε αργότερα, η γυναίκα έχοντας την οικονομική ευχέρεια, εξέδωσε η ίδια τα βιβλία της, περισσότερο για να ανεβάσει το πρεστίζ της, και λόγω και της θέσης της, πολλοί ήταν οι άνθρωποι του κύκλου της και οι υφιστάμενοί της που τα αγόρασαν.

Ο συγγραφέας το έφερε από δω το έφερε από κει είδε πως δεν μπορούσε ο ίδιος να εκδώσει τα βιβλία του, που τα θεωρούσε κι αυτά παιδιά του, έτσι αποφάσισε να συνεχίσει τη συγγραφή, έστω κι αν τα έργα του υιοθετούνταν κι είχαν κάποιον άλλον για γονιό. Με την συνάδελφο της αγγελίας, που ήταν μορφωμένη ομολογουμένως, η συζήτηση που έκαναν είχε ενδιαφέρον, κι όταν διάβασε τον πρόλογο που εκείνη είχε γράψει κι είχε σταματήσει εκεί, διέκρινε κάποιο ταλέντο. Τελικά μπόρεσε να την πείσει για την υπόθεση του νέου της μυθιστορήματος, που ήδη είχε γράψει ο συγγραφέας στο παρελθόν, αν και θα χρειαζόταν κάποια επεξεργασία για να ταιριάξει με τον πρόλογο, επίσης για να γίνει πιο επίκαιρο. Ήταν ένα μυθιστόρημα μεταξύ ενός ζευγαριού, αλλά δεν τονιζόταν το ερωτικό κομμάτι, μα η αποξένωση και η μονοτονία της σύγχρονης ζωής.

Στη γυναίκα του είπε πως το κάνει για τα χρήματα, που δεν ήταν καθόλου αμελητέα, πρόταση κι ευρώ, αφού και πάλι χρέωνε με τη λέξη. Ο ίδιος όμως είχε έναν βαθύτερο στόχο, να προωθήσει τα έργα του. Μάλιστα με τη συγκεκριμένη εργοδότρια, μπόρεσε να εκδώσει δύο από τα βιβλία του, όμως κάποια στιγμή πετυχαίνοντας το στόχο της να έχει στο βιογραφικό της και τη συγγραφή, δεν χρειαζόταν άλλο την βοήθειά του. Παρόλα αυτά του έδωσε το τηλέφωνο ενός γνωστού της που είχε μισοτελειώσει μια σειρά διηγημάτων, κι ο οποίος δεν είχε πλέον χρόνο. Συνεργάστηκε με τον μέτριο, όπως τον έβλεπε, συγγραφέα, επιμελήθηκε τα κείμενά του και εν συνεχεία, συμπλήρωσε και τη συλλογή για να ολοκληρωθεί, πριν φτάσει στο τυπογραφείο.

Μην έχοντας πια άλλη δίοδο, επισκέφτηκε πάλι τους εκδοτικούς να παραδώσει ένα νέο του κείμενο, κι εκεί ένας εκδότης τον ρώτησε πόσα λάικ έχει στα σόσιαλ και πόσους ακόλουθους. Δυστυχώς ο συγγραφέας που είχε μόνο φέισμπουκ για να μιλάει με κάποιους λίγους φίλους και δεν δημοσίευε σχεδόν τίποτα, του απάντησε πως δεν έχει.

«Κακώς!» του είπε ο εκδότης, «ξέρεις σε πόσους εκδίδουμε βιβλία που δεν έχουν να πουν τίποτα, μερικοί μάλιστα είναι ξύλα απελέκητα, αλλά αυτό δεν έχει καμιά σημασία, υπάρχουν πιτσιρίκια με πενήντα και εκατό χιλιάδες πιστούς. Οι αναγνώστες μπορεί να θέλουν να δουν τα μπράτσα των αγοριών, τα μαγιό των κοριτσιών, μπορεί να τους φαντασιώνονται κιόλας στο κρεβάτι τους, αλλά αυτό δεν έχει καμιά σημασία, και το 5% να αγοράσει το βιβλίο από τους ψηφιακούς τους φίλους, μιλάμε για εμπορική επιτυχία. Πέντε χιλιάδες αντίτυπα. Μπορεί και δέκα, ανάλογα με το πόσο επιδραστικοί είναι οι ινφλουένσερς μας. Ακόμα και βιβλίο με λευκές σελίδες να τους βγάζαμε με το όνομά τους θα πουλούσε, και καλύτερα δηλαδή γιατί με τις παπαριές που γράφουν, ούτε ο επιμελητής δεν μπορεί να τις διορθώσει. Αλλά βλέπεις είναι και ισχυρογνώμονες. Θα μου πεις, κι εσύ ρίχνεις το στάτους του οίκου; Επιχείρηση είμαστε, πρέπει να ζήσουμε, αν ο κόσμος θέλει εύπεπτα, αυτά του δίνουμε. Βέβαια υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, συγγραφείς με καλά γραπτά, αλλά και με πολλά άτομα στα σόσιαλ μίντια, που ευχαριστιόμαστε να τους εκδίδουμε. Τέλος πάντων!» είπε μετά την κρίση ειλικρίνειας ο εκδότης.

«Και με το βιβλίο μου;»

«Α, ναι. Δεν σου κρύβω πως είναι καλό, ξέρεις να γράφεις. Καλή η ιστορία, καλά δομημένο, με ενδιαφέροντες χαρακτήρες, αλλά… όπως σου είπα χωρίς φόλοουερς, ποιος θα το διαβάσει; Τζάμπα ο κόπος, βγάλτο ’κεί δέκα φωτοτυπίες και δώσ’ το στους φίλους σου, εκτός και μιλάμε για αυτοέκδοση, που θα χαρούμε πολύ να σου κάνουμε».

Ο συγγραφέας κούνησε το κεφάλι, είχε μπει στο νόημα. Ίσως άργησε να δράσει, ίσως έπρεπε να προσπαθήσει περισσότερο πριν την έλευση των σόσιαλ μίντια, που ανήκαν σε μιαν άλλη γενιά από τη δική του. Πήρε το χειρόγραφο και πήγε να σηκωθεί, όμως την τελευταία στιγμή σκέφτηκε πως χρειαζόταν ένα επιπλέον εισόδημα, κι επίσης του άρεσε να γράφει, δεν θα τον πείραζε να συνεχίσει να είναι ο αόρατος συγγραφέας, που τόσες φορές είχε γίνει. Έκατσε πάλι στη θέση του και έκανε στον εκδότη μια πρόταση, να γράφει αυτός στους ινφλουένσερ τα κείμενα κι εκείνοι να τα παρουσιάζουν για δικά τους. Ο ίδιος θα έμενε στην αφάνεια, άλλωστε το είχε ξανακάνει παλιότερα, με τις καρικατούρες τηλεπερσόνες, το είχε κάνει και με το στέλεχος της πολυεθνικής. Ο εκδότης που βιαζότανε να ξεφορτωθεί κι αυτόν τον συγγραφέα που εμφανίστηκε στην πόρτα του, με το αξιόλογο έργο του, κεντρίστηκε. Έκατσε αναπαυτικά στην καρέκλα του, παρήγγειλε καφέ και για τους δυο τους και συζήτησαν για τη συνεργασία τους, που θα μπορούσε να αποβεί επικερδής και για τα δυο μέρη. Μπορεί να πουλούσαν και οι αρλούμπες, αλλά άλλο να παρουσιάζει ένα άρτιο βιβλίο, έτσι και τις πωλήσεις, αλλά και τους τίτλους θα μπορούσε να αυξήσεις, άρα και τα κέρδη. Κι επιπλέον θα μπορούσες να προσελκύσεις και πιο ενδιαφέροντες και ποιοτικούς συγγραφείς.

Γυρίζοντας σπίτι του ο συγγραφές, περίμενε να επιστρέψει η γυναίκα του. Σκεφτόταν πώς θα πήγαινε η συνεργασία του με τον εκδοτικό,  θα μπορούσε ίσως να προωθήσει λίγα ακόμα κείμενα από το έργο του, όμως γνώριζε πως με τους καινούργιους του ‘‘εργοδότες’’ θα ήταν κάπως δύσκολο. Όμως όπως και να είχε θα συνέχιζε να είναι συγγραφέας, έστω και αόρατός. Κι εκείνη τη στιγμή συλλογίστηκε, πόσοι ακόμα αόρατοι συνάδελφοί του να υπήρχαν; Δεν πρόλαβε να κάνει πολλές σκέψεις γιατί η Αριάδνη γύρισε και της είπε πως έπιασε και δεύτερη δουλειά στον εκδοτικό ως επιμελητής, κι έτσι θα είχαν ένα έξτρα εισόδημα. Βέβαια μετά από κάποια χρόνια της εκμυστηρεύτηκε την αλήθεια.  Κάθε βράδυ, αλλά και τα πρωινά του Σαββάτου, καθόταν μπροστά από το πληκτρολόγιο κι έγραφε τα κατά παραγγελία λογοτεχνικά έργα του, προσπαθούσε να κάνει δικές του τις ιδέες του κάθε εικονικού συγγραφέα, όπως αποκαλούσε τους συγγραφείς για τους οποίους έγγραφε.

Τα βιβλία του, με τα ονόματα άλλων ανθρώπων εκτοξεύονταν σε πωλήσεις, βέβαια γνώριζε πως αυτό δεν ήταν δικό του κατόρθωμα, μα της δημοφιλίας του κάθε ‘‘εικονικού’’. Αυτόν τον ένοιαζαν μόνο οι κριτικές, και τα δύο βραβεία, του κοινού και της ακαδημία που πήραν τα έργα του. Στην αρχή παρακολουθούσε και τους ‘‘εικονικούς’’ στη ζωή τους για να έχει μια εικόνα, αλλά σύντομα σταμάτησε. Η πρώτη ‘‘εικονική’’ έδινε ερωτικές συμβουλές μέσα από τα σόσιαλ, δεν είχε κάποιο πτυχίο, στη συνέχεια έδινε και συμβουλές ιατρικού χαρακτήρα, προωθώντας σκευάσματα και στο τέλος κατέληξε πίσω από τα κάγκελα, με το κοινό της να μιλάει για πόλεμο των φαρμακευτικών, που διαπλέκονται με τη δικαιοσύνη, εναντίον της, παρότι είχε στείλει πολλούς ακολούθους της στο νοσοκομείο. Ο δεύτερος ένας φιλοχρήματος φιλάνθρωπος, που συνελήφθη με την κατηγορία, ότι τις δωρεές τις έκανε σεξουαλικά βοηθήματα και είχε ανοίξει οίκο ανοχής. Ενώ η τρίτη περσόνα, μια φιλάνθρωπη καλής οικογένειας, που γυρνούσε καλοντυμένη από event σε event και φωτογραφιζόταν με ένα ποτό στο χέρι. Παρότι είχε μόρφωση από την οικογένεια της, μιλούσε περίεργα τα ελληνικά και για να δικαιολογηθεί παρουσιαζόταν ως δυσλεκτική. Μάλιστα έλεγε παντού πως το επόμενο βιβλίο της θα έχει σχέση με τη δυσλεξία, που δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην επιτυχία. Όταν τη ρώτησαν για το βιβλίο της, είπε ότι εμπνεύστηκε από τη Μεγάλη Χίμαιρα που ήταν το αγαπημένο της, ενώ το βιβλίο που είχε γράψει δεν είχε καμιά σχέση. Την ηρωίδα την έλεγε Χρυσταλίδα, ενώ ήταν Χρυσαλίδα το σωστό, και δεν αναφερόταν σε ανθρώπινο χαρακτήρα, αλλά στην πρωινή δροσιά. Η δικαιολογία όμως ήταν ήδη εκεί, η δυσλεξία.

Τώρα όσον αφορά τον συγγραφέα μας, που αισίως άγγιζε τις μέρες μας χρέωνε δέκα λεπτά τη λέξη στις νουβέλες και τα διηγήματα που είχαν μικρό μέγεθος, στα μυθιστορήματα έπαιρνε μόνο εφτά. Ήταν όμως τίμιος, δεν έγγραφε ποτέ παραπάνω σκόπιμα, όχι τόσο για τους συγγραφείς, αλλά για το έργο του, δεν ήθελε να το μαγαρίσει. Δεν ήθελε να μην έχει το μέγεθος που έπρεπε, ξεχειλώνοντάς το μόνο και μόνο για τα χρήματα. Το έγραφε όπως θα ήταν κι αν δεν έπαιρνε αμοιβή με το κομμάτι.

Είχαν περάσει ήδη δέκα χρόνια που έγραφε για άλλους, ο γιος του είχε φύγει για φαντάρος και ήταν μόνος με τη γυναίκα του, που κρατούσε όλα του τα βιβλία, έστω και χωρίς το όνομά του επάνω τους, αφού τα είχε διαβάσει πρώτα. Ήταν η μόνη αναγνώστρια που ήξερε τον πραγματικό συγγραφέα.

«Ο γιος είχε τολμήσει να αντιμετωπίσει τον πατέρα του, έστω κι αν είχε περάσει μια μέρα, έστω κι αν χρειάστηκε να κλείσει την πόρτα πίσω του. Προχώρησε στο δρόμο, που ένα μεγάλο σαν τόπι φεγγάρι πρόβαλε στο τέλος του, ενώ πορτοκαλί και μωβ χρώματα πλημμύρισαν στο λυκόφως που θα παραχωρούσε τη θέση του στη νύχτα. Καμιά αμφιβολία, όλα όσα είχε πράξει, καλώς καμωμένα! Τέλος».

Αποθήκευσε το αρχείο, για να το στείλει την επομένη στον εκδότη. Από τη μία του άρεσε αυτή η ιστορία, μπορεί να ήταν αόρατος, αλλά ήταν συγγραφέας, επίσης του απέφερε κάποια έξτρα χρήματα για την οικογένειά του και δοκίμασε τις δυνάμεις του, που δεν ήταν και λίγες. Από την άλλη ντρεπόταν λίγο για το ρόλο που έπαιζε, που κρυβόταν πίσω από άλλους ανθρώπους, κι επίσης με τα χρονοδιαγράμματα ίσως είχε παραμελήσει την Αριάδνη, που δεν παραπονέθηκε ποτέ της. Ήταν πια πενήντα πέντε χρονών, ούτε μεγάλος, αλλά ούτε και μικρός, δεν του άρμοζαν τα παιχνίδια και κυρίως το κρυφτό. Αποφάσισε να σταματήσει, το βιβλίο αυτό θα ήταν το τελευταίο που έγραφε για άλλους. Ίσως να έγραφε κάποτε ένα μυθιστόρημα για τον ίδιο, με όσα είχε ζήσει όλα αυτά τα χρόνια σαν λογοτέχνης, αόρατος, αλλά λογοτέχνης. Ας ήταν να μην εκδοθεί και ποτέ, θα το διάβαζε τουλάχιστον η πιο πιστή του αναγνώστρια, η γυναίκα του!

 

ΤΕΛΟΣ

 

 

Διαβάστε επίσης: