The Surrender
Σκηνοθεσία: Julia Max
Παίζουν: Colby Minifie, Kate Burton
Low budget horror που έπρεπε να είναι μικρού μήκους ή επεισόδιο σειράς στην καλύτερη.
Αγαπητοί αναγνώστες, επιστρέψτε μου μια μικρή εξομολόγηση. Ο François Truffaut είπε πως οι άνθρωποι έχουν δύο επαγγέλματα, την κανονική τους δουλειά και του κριτικού κινηματογράφου. Παραφράζοντας τη σκέψη του, με τον εκδημοκρατισμό που προσέφερε το internet και η ψηφιακή τεχνολογία, είμαστε όλοι κριτικοί κινηματογράφου, μουσικής, λογοτεχνίας, κ.τ.λ..
Είναι το πιο εύκολο να γράψεις ένα λακωνικό σχόλιο στα social media, ένα «κακή ταινία, βαρέθηκα». Και ξέρετε ποιο είναι το φοβερό; Πως για μεγάλο ποσοστό των σύγχρονων ταινιών ισχύει 100%. Μακάρι να μπορούσα να γράψω κι εγώ δύο προτάσεις και να κλείσω αυτήν την κριτική. Το δύσκολο είναι να εξηγήσεις σε μερικές παραγράφους, τους λόγους που η τανία δεν είναι καλή, με ψύχραιμη υποκειμενικότητα. Το άνεφερα ξανά σε παλαιότερο κείμενο, να εκτιμάτε κάποιους κριτικούς, γιατί λειτουργούν σαν το καναρίνι στο ορυχείο.
Στα του Surrender τώρα… Η Shudder είναι μια εταιρεία παραγωγής streaming, εξειδικευμένη στις ταινίες τρόμου. Κυρίως γνωστή για το franchise V/H/S. Για όποιον δε γνωρίζει, πρόκειται για μια σειρά σπονδυλωτών ταινιών. Όπως οι περισσότερες ανθολογίες είναι τρομερά άνισες. Υπάρχουν εξαιρετικές ιδέες και ιστορίες, ανάμεσα σε μέτριες και κακές. Στα V/H/S, το εύρημα του found footage λειτουργεί, γιατί κρύβει αδυναμίες και την έλλειψη budget, ενώ πολλές φορές οι περιορισμοί κάνουν τους συντελεστές πιο δημιουργικούς.
Γιατί η μεγάλη εισαγωγή; Πρώτον για να γεμίσει αυτή η κριτική, και δεύτερον γιατί δεν υπάρχουν και πολλά να γράψω για το Surrender. Μια ιστορία τρόμου, που εξελίσσεται κατά 90% σ’ ένα σπίτι. Τα 96 λεπτά διάρκειας είναι στα όρια της προσβολής, ακόμα και ο Προκρούστης θα θεωρούσε υπερβολικό το ξεχείλωμα. Η παραγωγική ένδεια φαίνεται παντού, από την έλλειψη χώρων και τη φωτογραφία, η οποία θυμίζει τις αρπαχτές που γύρισε με iphone o Soderbergh,. Η υποκριτική σε κάποιες σκηνές είναι επιπέδου σαπουνόπερας.
Το χειρότερο είναι η ιδέα έχει τραβηχθεί από τα μαλλιά για να γίνει μεγάλου μήκους. Οι περισσότερες σκηνές τραβάνε αδικαιολόγητα χωρίς να προσφέρουν τίποτα. Ο ληθαργικός ρυθμός και η flat αφήγηση σκοτώνουν το ενδιαφέρον νωρίς. Το πρώτο jump scare εμφανίζεται μετά το ημίωρο. Οι λίγες καλές στιγμές είναι σταγόνες σ’ έναν ωκεανό πλήξης. This meeting could have been an email, όπως λέει και το διαδικτυακό κλισέ. Το Surrender ίσως να ήταν μια αξιοπρεπής μικρού μήκους ή ένα συμπαθητικό επεισόδιο σειράς.
Το τελευταίο καρφί στο φέρετρο είναι η απόφαση της εταιρείας διανομής να προβληθεί το φιλμ στις ελληνικές αίθουσες. Αν κόψει παραπάνω από 100 εισιτήρια θα μιλάμε για θρίαμβο. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πάτε σινεμά για να δείτε το Surrender. Αν θέλετε τόσο πολύ να δείτε μια παραγωγή της Shudder, προτιμήστε το A Good Boy.
Από 6 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους
Κώστας Ντούμας
Δείτε επίσης:

