Manhunter (1986)
Σκηνοθεσία: Michael Mann
Παίζουν: William Petersen, Dennis Farina, Brian Cox, Joan Allen
Το Manhunter δεν είναι ταινία, είναι υπερβατική εμπειρία.
Δεν υπάρχει αντικειμενικότητα, μπορείς απλά να είσαι υποκειμενικά ψύχραιμος και δίκαιος. Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω αυτό το κείμενο σε προσωπικό τόνο. Το Manhunter είναι ένα από τα τρία πιο αγαπημένα μου φιλμ. Είναι ο βασικός λόγος που σπούδασα σκηνοθεσία. Δεν αφορούν κανέναν αυτές οι λεπτόμερειες, όμως τις αναφέρω για να επισημάνω την επιρροή και τον αντίκτυπο που είχε στη διαμόρφωση μου. Θεωρήστε αυτήν την παράγραφο ως disclaimer, ό,τι ακολουθεί είναι μεταξύ οπαδισμού κι εμμονής.
Το Manhunter είναι η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Mann, τέταρτη αν μετρήσουμε και την τηλεταινία The Jericho Mile. Στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο, το Thief (1981), ο Αμερικανός σκηνοθέτης κατακτά τα εκφραστικά μέσα, την κινηματογραφική γλώσσα και το προσωπικό του στυλ. Στο Manhunter τα τελειοποιεί. Τα έντονα χρώματα, ειδικά η παρουσία του neon, η αστική νύχτα -κανείς δεν αποτύπωσε το L.A τόσο όμορφο σε φιλμ, όπως ο Mann-, χρήση της μουσικής· δε συνοδεύει απλά τα πλάνα, λειτουργεί ως μοτίβο, ως μια ακόμα αντανάκλαση της ψυχολογίας των χαρακτήρων.
Η βασική θεματική των σεναρίων του Mann είναι ο αντρικός ψυχισμός. Επαγγελματίες κάτω από πίεση. Ήρωες που προσπαθούν να ξεφύγουν από κάτι, κυρίως από τον εαυτό τους. Από αυτό που τους ορίζει, ως προσωπικότητες, από το προσωπικό τους σύνολο κανόνων και ηθικής. Στις καλύτερες ταινίες του, οι χαρακτήρες αυτοί δεν ξεφεύγουν σχεδόν ποτέ. Από τον Frank του Thief, τους Vincent και Neil του Heat, μέχρι τον Μax του Collateral. «Είμαι αυτό που κυνηγάω», λέει ο Al Pacino στο Heat, και συνοψίζει ιδανικά την αντρική ταυτότητα κατά Mann.
Ένα άλλο σήμα κατατεθέν, είναι τα δίπολα. Ο καλός και κακός δεν υπάρχουν στις ιστορίες του Mann. Και πάλι, το πιο εμβληματικό παράδειγμα είναι το Heat· όμως, στο Manhunter υπάρχει, ίσως η πιο ενδιαφέρουσα παραλλαγή, καθώς μιλάμε ουσιαστικά για τρίγωνο. Ο Graham απέναντι στον Dollarhyde, να τέμνονται με τον Lecter.
Το Manhunter είναι βασισμένο στο Red Dragon, η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά των βιβλίων του Harris, του οποίου οι χαρακτήρες έγιναν κομμάτι της pop κουλτούρας. Ταυτόχρονα, ήταν η πρώτη περίπτωση μυθοπλασίας, που παρουσίασε αναλυτικά το ρόλο της σήμανσης στην εξιχνίαση εγκλημάτων. Το φιλμ είναι ο πρόγονος του CSI και δεκάδων άλλων παρόμοιων σειρών και ταινιών. Παρά τις πρωτιές του, ήταν εισπρακτική αποτυχία. Γιατί; Ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του, αισθητικά και θεματικά. Ίσως, η πιο 80s ταινία των 80s, και ταυτόχρονα απόλυτα σύγχρονη. Παράδοξο, αλλά κάτι που μόνο αριστουργήματα μπορούν να το καταφέρουν.
Ο Mann σκηνοθέτησε πιο ώριμα και ισορροπημένα στις επόμενες δουλειές του. Αλλά δεν ήταν ποτέ τόσο εστιασμένος ή εμμονικός αν θέλετε, όπως στο Manhunter. Κάθε κάδρο, σκηνή και σεκάνς είναι δομημένα με χειρουργική ακρίβεια. Ο κινηματογράφος είναι μια γλώσσα με εικόνες, και στο Manhunter, όλα υπηρετούν την αφήγηση. Δε χρειάζονται φορτωμένοι διάλογοι ή υπερβολική βία για να καταλάβεις τι συμβαίνει.
Στη μνημειώδη φωτογραφία του Spinotti, δεν υπάρχει τίποτα περιττό. Τα κάδρα δε φωτίζονται ρεαλιστικά, το φως χρησιμοποιείται ψυχολογικά.Τα χρώματα λειτουργούν ως σύμβολα· το γαλάζιο απεικονίζει τη γαλήνη και την ασφάλεια, το πράσινο τον κίνδυνο, το κόκκινο την επικείμενη βία. Η πόλη μοιάζει όμορφη, στιλπνή, αποστειρωμένη· μια τέλεια επιφάνεια, που κρύβει τη φρίκη. Ένας μεγάλος καθρέφτης, άλλο ένα από τα μοτίβα του φιλμ. Δεν υπάρχει τίποτα τυχαίο, κάθε καρέ είναι τραβηγμένο ώστε να μεταφέρει και να μεταφράζει τη συναισθηματική κατάσταση των χαρακτήρων και την ατμόσφαιρα της σκηνής.
Δεν υπάρχει λόγος να σας κουράσω με λεπτομέρειες, με μια πρόχειρη έρευνα στο internet, θα βρείτε όλα τα κομμάτια του παζλ της τελειομανίας του Mann. Θα αναφέρω ενδεικτικά τα εξής: το εκπληκτικό location scouting, ειδικά η χρήση του High Museum of Art της Atlanta ως φυλακής. Το πως γυρίστηκε η σκηνή της συνάντησης των Graham και Lecter στο κελί. Η τελική σεκάνς, που γυρίστηκε με το ένα τρίτο του συνεργείου (είχε ξεπεραστεί το budget και το πρόγραμμα γυρισμάτων), με τα ειδικά εφέ να είναι κέτσαπ και κομμάτια κρέατος από τοπικό σούπερ μάρκετ. Η σκηνή που ο Graham εισβάλει στο σπίτι, γυρισμένη από διαφορετικές κάμερες, με διαφορετική ταχύτητα η κάθε μια, σ’ ένα σεμινάριο μοντάζ.
Όπως και με τη φωτογραφία και την πλανοθεσία, η χρήση του ήχου, και ειδικά της μουσικής, λειτουργεί ως αντανάκλαση της ψυχικής θερμοκρασίας των χαρακτήρων. Για κάποιους, το soundtrack της ταινίας είναι ξεπερασμένο. Διαφωνώ, δε θα μπορούσε να υπάρξει πιο ταιριαστή μουσική επένδυση. Η σκηνή του ονείρου, με το This Big Hush των Shriekback είναι από τα τελειότερα δείγματα σύζευξης ήχου και εικόνας στον κινηματογράφο. ΤοIn-A-Gadda-Da-Vidaτων Iron Butterfly δεν ακούστηκε ποτέ τόσο δυσοίωνο· κάθε φορά που το ακούω, είναι τόσο ποτισμένο από το Manhunter, σαν να μην υπήρξε ποτέ πριν το φιλμ. Είναι αστείο να λέγεται ξεπερασμένο το soundtrack, ενώ π.χ. το αντίστοιχο του Drive να θεωρείται εμβληματικό.
Υποκριτικά, η ερμηνεία του Petersen είναι από τις πιο υποτιμημένες. Δεν υποδύεται έναν action hero. Υποδύεται έναν άνθρωπο στοιχειωμένο, που φοβάται το ίδιο του το μυαλό. Κάθε φορά που εξετάζει έναν τόπο εγκλήματος, σχεδόν μεταμορφώνεται. Ναι, τον ίδιο χαρακτήρα τον υποδύθηκαν καλύτεροι ηθοποιοί, όπως ο Norton. Κανένας τόσο πειστικά. Μετά τα γυρίσματα, ο Petersen χρειάστηκε να ξυρίσει τα γένια και να βάψει τα μαλλιά του ξανθά, ώστε να μη βλέπει τον Graham στον καθρέφτη. Ο Graham ακροβατεί πάνω από την άβυσσο· βρίσκεται πάντα στα δυσδιάκριτα σύνορα ανάμεσα στον άνθρωπο και τον serial killer. Έμαθε τόσο καλά να σκέφτεται σαν κατά συρροή δολοφόνος, που βρίσκεται ένα βήμα από το να γίνει.
Όλα αυτά φαίνονται στην ερμηνεία του. Κυνικός, λακωνικός, όμως όλα φαίνονται σε όσα δε λέγονται. Κάθε έκφραση, κάθε μορφασμός, κυματισμοί στην επιφάνεια, ενός ανθρώπου που μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα που σταματάει στο παρά ένα. Στις μόνες στιγμές, που αφήνει το συναίσθημα ν’ αναδυθεί, είναι όταν καταφέρνει να ενώσει τις τελείες των στοιχείων. Ένας σχεδόν ρομποτικός χαρακτήρας, που βράζει, παλεύοντας να χαλιναγωγήσει ένστικτα και μια σκοτεινή πλευρά που είναι ευλογία και κατάρα. Μια υποδειγματική ερμηνεία, λακωνικής εκφραστικότητας και εσωτερικής έντασης.
Το υπόλοιπο καστ είναι εξαιρετικό, ειδικής μνείας αξίζει ο Noonan. Μια από τις πιο ευρηματικές ενσαρκώσεις serial killer στη μεγάλη οθόνη. Ένας χαρακτήρας σχεδόν αόρατος, όπως είναι πάντα το κακό. Ένας πληγωμένος άνθρωπος, που προσπαθεί να περνάει απαρατήρητος. Τη διαφορά στην ερμηνεία του, την κάνει η επαφή του με την Reba. Είναι το μόνο κομμάτι που κρατάει ζωντανή την ανθρώπινη πλευρά του. Άλλη μια ομοιότητα, με τον Graham, που η οικογένεια του είναι το μόνο νήμα που τον κρατάει ακόμα στο φως. Ο Dollarhyde δεν προκαλεί δέος ή απέχθεια· αλλά σχεδόν συμπόνια, οίκτο. Ένας δολοφόνος που δεν είναι καρικατούρα κακού, με ηθική πολυπλοκότητα εξαιρετικά ασυνήθιστη για το αμερικανικό σινεμά της εποχής.
Ο Lecter-ή Lector όπως αναφέρεται στην ταινία- του Cox είναι μια ιδιαίτερη προσέγγιση. Ο ιδιοσυγκρασιακός Σκωτσέζος ηθοποιός, ανέφερε σε συνέντευξη του, πως θεωρεί τη δική του εκδοχή του Lecter ως την καλύτερη. Ο Cox δε φημίζεται για την ταπεινοφροσύνη ή τη διακριτικότητα του. Η ερμηνεία του έχει ενδιαφέρον, μοιάζει με τον Graham του Petersen. Ένας κυνικός, απαθής Lecter, καμία σχέση με την επιβλητική εκδοχή του Hopkins και τη σαγηνευτική του Mikkelsen.
Η Σιωπή των Αμνών κυκλοφόρησε στις αίθουσες πέντε χρόνια μετά. Έδρεψε εισπράξεις, βραβεία και κριτική αποδοχή, έβαλε τους χαρακτήρες του Harris στο κινηματογραφικό πάνθεον και το λεξικό της pop κουλτούρας. Μια πάρα πολύ καλή ταινία, αλλά κατώτερη του Manhunter. Δεν έχει το βάθος των χαρακτήρων, ούτε την εμμονική προσοχή στη λεπτομέρεια, το αισθητικό λεξιλόγιο και το μεθοδικά συναρμολογημένο κινηματογραφικό σύμπαν.
Το Red Dragon του 2002, η δεύτερη μεταφορά του ομότιτλου βιβλίου, παρά την παρουσία των Norton, Hopkins και Fiennes, μοιάζει διεκπαιρεωτικό μπροστά στο Manhunter, απλά άλλο ένα θρίλερ. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, μόνο η σειρά Hannibal άγγιξε τα δημιουργικά ύψη της τρίτης ταινίας του Mann, σ’ ένα εντελώς διαφορετικό στυλ.
Το Manhunter, παρότι σχεδόν αφαιρετικό, είναι η επιτομή του ύφους του Michael Mann. Δεν είναι απλά μια ιστορία για serial killers· είναι κινηματογραφικό ποίημα πάνω στην απομόνωση και την εμμονή. Την αποξένωση, και την αδυναμία να επιστρέψεις πραγματικά στην "κανονική" ζωή μετά από ακραίες εμπειρίες. Η βία δεν είναι ποτέ στο επίκεντρο, οι συνέπειες της είναι. Δεν είναι στόχος ο φτηνός εντυπωσιασμός με αίμα και splatter. Η σκιά των εγκλημάτων, λειτουργεί σαν ηχώ· επηρεάζει και δηλητηριάζει τις ζωές, τα μυαλά και κυρίως τον χρόνο, όσων εμπλέκονται.
Ενα από τα μεγαλύτερα κατορθώματα του φιλμ είναι η αίσθηση ότι δεν βλέπεις επιμέρους τεχνικά επιτεύγματα, αλλά ένα ενιαίο κινηματογραφικό όραμα. Αν αφαιρέσεις ή αλλάξεις ένα από αυτά, η ταινία δεν θα ήταν απλώς χειρότερη, θα έχανε την ίδια της την ταυτότητα. Δεν σε εντυπωσιάζει απλώς· μεταβάλλει προσωρινά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο όσο διαρκεί, ακόμα και σε υποσυνείδητο επίπεδο. Είναι πολύ λίγες οι ταινίες που το πετυχαίνουν αυτό.
Δεν ξέρω αν το Manhunter είναι ιδανική ταινία για θερινό. Όπως και να έχει, αξίζει το χρόνο σας. Αν είστε fans του Mann, η θέαση είναι υποχρεωτική.
Από 2 Ιουλίου στους κινηματογράφους
Κώστας Ντούμας.
.jpg)
